Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Descartes R.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Descartes R.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Οὐδέν κακόν ἀμιγές κακοῦ: μιλώντας για τους αρχαίους Σκεπτικούς

 

Οὐδέν κακόν ἀμιγές κακοῦ, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Αυτή η φράση, που κι εμείς την επαναλαμβάνουμε σήμερα, περιγράφει σε έναν βαθμό τις θεωρίες των Σκεπτικών.

Ως γνωστόν, οι Σκεπτικοί ονομάστηκαν έτσι επειδή ήσαν Σκεπτικιστές. Οι νεότεροι Σκεπτικιστές, από διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας και με διαφορετικά παραγόμενα αποτελέσματα, ισχυρίζονται ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε. Αντιμετωπίζουν, δηλαδή, τον σκεπτικισμό ως ένα θεωρητικό ζήτημα που σχετίζεται κυρίως με την αμφισβήτηση της ύπαρξης του υλικού κόσμου. Οι αρχαίοι Σκεπτικοί, αντίθετα, έβλεπαν τον Σκεπτικισμό στην εφαρμοσμένη του ηθική διάσταση και τον συνέδεαν με την επιδίωξη για καλή ζωή. Γι’ αυτούς, λοιπόν, ο Σκεπτικισμός ήταν τρόπος βίου.

Σύμφωνα με την άποψή τους, οι άνθρωποι δεν ευτυχούν επειδή ανησυχούν για όσα είναι ενδεχόμενο να συμβούν. Μήπως οι στόχοι μας είναι εσφαλμένοι; Μήπως είναι ανέφικτοι; Μήπως χάσουμε όσα επιθυμούμε; Μήπως χάσουμε κι αυτά που έχουμε; Όλες αυτές οι σκέψεις και οι έγνοιες μας επιβαρύνουν τόσο πολύ που μας κάνουν να υποφέρουμε. Πώς θα απαλλαγούμε από τη θλίψη; Απλούστατα, απέχοντας (ἐποχή είναι η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Σκεπτικοί) πλήρως από τις κρίσεις. Αφού κανένας δεν ξέρει αν στο μέλλον θα προκύψει κάτι καλό ή κάτι κακό, αφού ένα κακό μπορεί να αποδειχθεί καλό, και το αντίθετο, γιατί να ανησυχούμε; Με απλά λόγια, οι αρχαίοι Σκεπτικοί ούτε αποδέχονται ούτε αρνούνται, αλλά παραμένουν σιωπηλοί, σε θέση αναμονής, χωρίς να παίρνουν θέση. Οδηγούνται έτσι σε αυτό που  ονόμαζαν «αταραξία».

Ο σημαντικότερος ανάμεσα στους Σκεπτικούς, ο Πύρρων, επιβάτης σε ένα πλοίο που παραλίγο να το καταπιεί η φουρτουνιασμένη θάλασσα, ενώ όλοι οι άλλοι ήσαν τρομοκρατημένοι, τους έδειξε ένα γουρούνι που έτρωγε αμέριμνο πάνω στο κατάστρωμα και ισχυρίστηκε ότι έτσι έπρεπε να συμπεριφέρονται και οι άνθρωποι. Τρόμαξε λιγάκι μόνον όταν ένα αγριόσκυλο τον δάγκωσε άγρια, αλλά δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είναι αδύνατο ένας άνθρωπος να αποβάλει καθετί ανθρώπινο.  

Διατηρώ το δικαίωμα του Σκεπτικισμού αναφορικά με το εάν ο αρχαίος Σκεπτικισμός μπορεί πράγματι να σώσει τον άνθρωπο από τη δυστυχία. Το βέβαιο είναι ότι Πύρρων πέθαινε στα 90 του χρόνια! Είναι άραγε αυτό μια ένδειξη;

 

Πηγή για την εικόνα:

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/aa/Pyrrho_in_Thomas_Stanley_History_of_Philosophy.jpg


Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Ο μοχθηρός δαίμονας του Descartes


Ζούμε στον πραγματικό κόσμο ή σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων; Ό,τι παρατηρούμε γύρω μας υπάρχει έτσι όπως το βλέπουμε ή μήπως όχι; Ό,τι αντιλαμβανόμαστε είναι όπως το αντιλαμβανόμαστε ή όχι;
Εγώ, ας πούμε. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχω, και μάλιστα, καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή μου, ετοιμάζω τώρα δα την επόμενη ανάρτηση του blog μου. Κι αν απλώς είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και ονειρεύομαι; Ποιο είναι το όργανο που μπορεί να επιβεβαιώσει τι από τα δύο συμβαίνει: είμαι ξύπνια ή ονειρεύομαι; Εξάλλου, πόσες φορές δεν έχω πεταχτεί από τον ύπνο μου ταραγμένη μετά από κάποιο πολύ ζωντανό όνειρο; Ναι, μα υπάρχουν και βέβαια πράγματα. Για παράδειγμα, 2+1=3. Είτε είμαι ξύπνια είτε βλέπω όνειρο, να μια μαθηματική σχέση που δεν αλλάζει.
Ο Descartes δεν είναι βέβαιος ούτε γι’ αυτό. Κι αν όλα είναι δουλειά ενός δαίμονα τόσο μοχθηρού που έχει βαλθεί να μας εξαπατά; Κι αν είναι αυτός που μας κάνει να λαθεύουμε κάθε φορά που προσθέτουμε το 2 και το 1;
Ο René Descartes, αμφιβάλλοντας υπερβολικά για το τι είναι πραγματικό, αφού οι αισθήσεις μάς έχουν τόσες φορές απογοητεύσει, δέχεται ότι ένας τέτοιος δαίμονας μπορεί να υπάρχει. Ναι. Μπορεί να υπάρχει. Και μπορεί να τον εξαπατά. Ε, λοιπόν, ας τον εξαπατά όσο θέλει. Κι αυτός ακόμα, παρά την κακία του, δεν μπορεί να τον εξαπατήσει για ένα τουλάχιστον πράγμα. Ο Descartes, ο οποίος αμφιβάλλει, για να μπορεί να αμφιβάλλει, πρέπει πάντως οπωσδήποτε να υπάρχει. Cogito ergo sum (σκέπτομαι, άρα υπάρχω) είναι η διάσημη φράση του και μια από τις πιο διάσημες φιλοσοφικές φράσεις.
Σπρώχνοντας τα πάντα στη σφαίρα της («ριζικής») αμφισβήτησης, ο Descartes κατορθώνει να απελευθερώσει και να απομονώσει τη βεβαιότητα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βεβαιώσει την ύπαρξη του εκτατού του σώματος (res extensa), μπορεί όμως να βεβαιώσει ότι είναι ένα σκεπτόμενο πράγμα (res cogitans). Ο σκεπτικισμός και ο ορθολογισμός στα καλύτερά τους! 
Κι εκεί, αιφνίδια, η ανάγκη να βρεθεί μια αρχή που θα ξεδοντιάσει την πιθανότητα ύπαρξης ενός απατεώνα δαίμονα τον οδηγεί στο μοναδικό κριτήριο ευκρίνειας που μπορεί να εγγυηθεί τη διατήρηση της βεβαιότητας: ο Descartes χρειάζεται τον Θεό, του οποίου η τελειότητα αποτελεί για μεν τον άνθρωπο εγγύηση για τη διατήρηση της βεβαιότητας, για δε τον ίδιο εγγύηση της ίδιας του της ύπαρξης (οντολογικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού).


Μια νεότερη εκδοχή του καρτεσιανού μοχθηρού δαίμονα, γνωστή ως σενάριο brain-in-a-vat (BIV), επινοήθηκε από τον Gilbert Harman. Σύμφωνα με αυτόν, αλλά και σύμφωνα με πολλά σενάρια επιστημονικής φαντασίας τα οποία η νοητική του σύλληψη τροφοδότησε, η αντίληψή μας για τον κόσμο είναι αποτέλεσμα πλάνης. Ένας τρελός επιστήμονας χωρίζει το σώμα από τον εγκέφαλό μας και τοποθετεί τον δεύτερο σε ένα δοχείο γεμάτο από ένα υγρό που τον συντηρεί ζωντανό. Ζούμε, επομένως, χωρίς να το ξέρουμε, σε μια εικονική πραγματικότητα, περίπου όπως οι ήρωες της εξαιρετικής σειράς ταινιών The Matrix, την οποία σκηνοθέτησαν οι Wachowskis, ή όπως συμβαίνει στην ταινία Inception σκηνοθετημένη από τον Christopher Nolan.
Μετά από όλα αυτά, ώρα να παραδοθώ κι εγώ στον ελεεινό απατεώνα που με ξεγελάει κάνοντάς με να νομίζω ότι ολοκλήρωσα το κείμενο και ήρθε η ώρα να το αναρτήσω στο blog μου!

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Στην υγεία του Ομήρου


Τον 17ο αιώνα δεν συνηθιζόταν οι γυναίκες να μορφώνονται. Ο Tanneguy Le Fèvre, ελληνιστής και διευθυντής των βασιλικών εκδόσεων, είχε 5 παιδιά. Η μεγαλύτερη κόρη του ήταν η Anne. Πολύ έξυπνη και φιλομαθής, αλλά χωρίς αξιώσεις για μόρφωση. Ωστόσο, η Anne, εν αγνοία του πατέρα της, επωφελείται από την εκπαίδευση των αδελφών της, μαθαίνει ελληνικά και λατινικά και διακρίνεται για την επιμέλεια και την ικανότητά της. Το 1662, σε ηλικία 15 ετών, παντρεύεται τον άντρα που της υποδεικνύει ο πατέρας της, τον Jean Lesnier II, με τον οποίο χωρίζει 8 χρόνια αργότερα. Τη δεύτερη φορά διαλέγει η ίδια σύζυγο και διαλέγει καλύτερα. Παντρεύεται το 1683 έναν από τους σπουδαστές του πατέρα της, τον επίσης ελληνιστή Andre Dacier, με του οποίου το όνομα έγινε γνωστή.
Η Mme Dacier, μετά τον θάνατο του πατέρα της, αρχίζει να εκδίδει και να μεταφράζει πολλούς Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς. Σπουδαία είναι η έμμετρη μετάφρασή της στην Ιλιάδα και αργότερα στην Οδύσσεια.


Αυτήν τη μετάφραση της Ιλιάδας μάλλον διάβασε ο Antoine Hudar de la Motte, ο οποίος το 1714 δημοσιεύει μια δική του μετάφραση, καθόλου πιστή στο πρωτότυπο. Ο La Motte τροποποιεί τον Όμηρο, επειδή, όπως εξηγεί σε συνοδευτικό κείμενο, ο ομηρικός τρόπος δεν τον ικανοποιεί αισθητικά. Η Mme Dacier υπερασπίζεται τον Όμηρο σε ένα έργο της που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά με τίτλο Des causes de la corruption du goût (Αιτίες για την αισθητική διαφθορά). Ο αβάς Jean Terrasson παίρνει τη σκυτάλη της διαμάχης, υποστηρίζοντας ότι μετά την ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, ειδικά από τον René Descartes, η ποίηση είχε φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα μπροστά στα οποία ο Όμηρος δεν πιάνει δεκάρα. Σε συμβιβασμό επιχειρεί να οδηγήσει τις δύο πλευρές ο φιλόσοφος Claude Buffier με το έργο του Homère en arbitrage (Ο Όμηρος σε διαιτησία), υποστηρίζοντας ότι, έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν αρνείται ότι ο Όμηρος είναι από τους πιο ιδιοφυείς συγγραφείς όλων των εποχών και ότι το έργο του έχει τεράστια αξία.
Στις 5 Απριλίου 1716, στο δείπνο που παραθέτει στην οικία του ο ναύαρχος και λόγιος Jean-Baptiste-Henri de Trousset, λόρδος του Valincour, η Mme Dacier και ο la Motte συμφιλιώνονται και τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στην υγεία του Ομήρου!

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Ο Dr Jekyll, ο Mr Hyde και ο Σωκράτης


Στο An Essay Concerning Human Understanding (Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση) ο John Locke διαφωνεί με την καρτεσιανή θεωρία που αναφέρεται στο πρόσωπο ως ψυχοσωματική οντότητα, υποστηρίζοντας ότι ως ψυχοσωματική οντότητα νοείται ο άνθρωπος, ενώ το πρόσωπο συνοδεύεται από στοχαστική συνείδηση. Απορρίπτει, επίσης, την καρτεσιανή αντίληψη για την ψυχή ως έδρα της συνείδησης, αφού θεωρεί ότι βρίσκεται πέρας την εμπειρικής δείξεως.
Χρησιμοποιεί γι’ αυτό το παράδειγμα του εν εγρηγόρσει και του κοιμώμενου Σωκράτη. Από το παράδειγμα φαίνεται ότι η σκέψη του Σωκράτη διακόπτεται, δεν είναι συνεχής, διότι ο εν εγρηγόρσει Σωκράτης δεν έχει πρόσβαση στις σκέψεις του κοιμώμενου εαυτού του και, επιπλέον, έχει διαφορετικές μέριμνες από αυτόν.
Αν αφήσουμε κατά μέρος την επιφύλαξη για το αν ο κοιμώμενος Σωκράτης είναι πρόσωπο, δεδομένου ότι δεν έχει συνείδηση των ονειρικών του πράξεων (και ο Locke θεωρεί ότι είναι η συνείδηση που ορίζει την προσωπική ταυτότητα), προκύπτει ένα ακόμα ζήτημα. Αν ο κοιμώμενος Σωκράτης σκεφτόταν απεχθή πράγματα, είναι δίκαιο να τιμωρηθεί γι’ αυτά ο εν εγρηγόρσει, ο οποίος δεν έχει καμία μνήμη τους και, άρα, καμία συνείδηση; Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Locke, είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι ένα σώμα με διαφορετικές συνειδήσεις οι οποίες δεν επικοινωνούν καθόλου μεταξύ τους.
Ένα συμπέρασμα που μας θυμίζει πολύ την περίπτωση του Dr Jekyll και του Mr Hyde από την ομώνυμη νουβέλα του Robert Louis Stevenson. Κανένας από τους δύο δεν έχει συνείδηση των πράξεων του άλλου. Είναι άραγε ένα και το αυτό πρόσωπο, παρότι μοιράζονται το ίδιο σώμα και την ίδια ψυχή; Όχι βέβαια, κατά τον Locke. Απλώς, στο ίδιο σώμα κατοικούν δύο πρόσωπα, το ένα παρόν την ημέρα και το άλλο τη νύχτα. Κι αν αυτά είναι τελείως ανεξάρτητα, χωρίς ο νους τους να επικοινωνεί, τότε εντάξει, κανένα πρόβλημα. Αυτό είναι κάτι εντελώς φυσιολογικό και δεν πρόκειται για την παθολογική περίπτωση της διαταραχής προσωπικότητας!


Πηγή για την εικόνα:

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Οι έξι Μεταφυσικοί Στοχασμοί του Descartes


Έξι στοχασμοί που αναπτύσσονται σε έξι ημέρες, όσες και οι ημέρες δημιουργίας του κόσμου. Αυτό είναι το περιεχόμενο του έργου του René Descartes Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Εντελώς τηλεγραφικά, λοιπόν:
Στον Πρώτο Στοχασμό, ο Descartes αναφέρεται στους λόγους που μας οδηγούν να σκεφτόμαστε με βάση την αμφιβολία για όλα. Η αμφιβολία είναι αναγκαία, διότι βοηθάει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις και να οδηγηθεί στην αλήθεια.
Στον Δεύτερο Στοχασμό, με αφετηρία την αμφιβολία, ο φιλόσοφος αναζητεί την ύπαρξη ενός δείγματος βεβαιότητας ή την τελική απόρριψη κάθε βεβαιότητας. Ένα μόνο είναι βέβαιο: ότι δεν υπάρχει τίποτα βέβαιο. Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι το ότι αμφιβάλλουμε, δηλαδή το ότι σκεπτόμαστε. Αφού παραδεχόμαστε ότι σκεφτόμαστε, τότε υπάρχουμε. Αυτό είναι το περίφημο cogito ergo sum. Ο άνθρωπος είναι πράγμα σκεπτόμενο που αμφιβάλλει. Ο Descartes οδηγείται έτσι στην πρώτη βεβαιότητα, που είναι η δική του ύπαρξη.


Στον Τρίτο Στοχασμό, ο φιλόσοφος διερευνά την ύπαρξη άλλων όντων πέρα από το σκεπτόμενο υποκείμενο. Αναφέρεται, λοιπόν, στις έμφυτες ιδέες, σε αυτές δηλαδή που υπάρχουν μέσα μας, και αναζητεί την προέλευσή τους. Για τον φιλόσοφο αληθινό είναι οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια και ευκρίνεια. Μέσα στο πνεύμα μας υπάρχουν οι ιδέες, και αυτές οφείλονται σε κάποιο αίτιο. Μια ανώτερη αιτία είναι η ιδέα που δημιουργεί όλες τις άλλες. Τούτη την ανώτερη ιδέα μόνον ένα τέλειο ον θα μπορούσε να την δημιουργήσει και αυτό το τέλειο ον είναι ο Θεός. Επομένως, η ιδέα ενός υπέρτατου τέλειου όντος έχει αντικειμενική πραγματικότητα, πράγμα που αποδεικνύει ότι είναι δημιούργημα ενός τέλειου όντος, δηλαδή του Θεού. Η ιδέα του Θεού είναι μέσα μας και έχει ως αίτιο τον ίδιο το Θεό. Ο Θεός είναι το μόνο ον που υπάρχει καθ’ εαυτό. Έτσι ο Descartes οδηγείται στη δεύτερη βεβαιότητα, που είναι η ύπαρξη του Θεού.
Από τον Τέταρτο Στοχασμό και εξής η διαδρομή αλλάζει και από το πνεύμα καταλήγουμε στο σώμα, από τον νου στη φαντασία, στις αισθήσεις. Ο άνθρωπος οδηγείται στη γνώση των άλλων πραγμάτων μέσω της γνώσης του Θεού. Ο Θεός, ως τέλειο ον, δεν είναι δυνατόν να μας παραπλανά. Η πλάνη οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος δεν συγκρατεί τη βούλησή του μέσα στα επιτρεπτά όρια, αλλά την επεκτείνει και σε επίπεδο που δεν κατανοεί. Η στέρηση έχει σχέση με την ίδια την ανθρώπινη πράξη, και όχι με την ικανότητα που έλαβε από τον Θεό. Ο άνθρωπος έχει προικιστεί από τον Θεό με ελευθερία βούλησης, αλλά είναι δικό του σφάλμα αν δεν μπορεί να την αξιοποιήσει.
Στον Πέμπτο Στοχασμό, γίνεται λόγος για την ουσία των υλικών πραγμάτων, δίνεται δηλαδή έμφαση σε αυτά που συλλαμβάνουμε με σαφήνεια. Υπάρχουν μέσα μας ιδέες ορισμένων πραγμάτων που δεν δημιουργούνται από εμάς, αλλά έχουν τη δική τους υπόσταση, όπως για παράδειγμα η καθορισμένη φύση ενός τριγώνου που αποδεικνύεται από τις ιδιότητες του τριγώνου. Ο Descartes αναγνωρίζει τη βεβαιότητα των μαθηματικών και γεωμετρικών αληθειών, και μέσα από αυτές παρουσιάζει μια νέα απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Αφού δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από την ουσία του τριγώνου το ότι το μέγεθος των τριών γωνιών ισούται με δύο ορθές, ακόμα περισσότερο η ύπαρξη δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από την ουσία του Θεού. Η βεβαιότητα και η αλήθεια των επιστημών εξαρτάται από τη γνώση του Θεού.
Στον Έκτο Στοχασμό, διαχωρίζεται η νόηση από τη φαντασία. Όταν το πνεύμα βρίσκεται στη διαδικασία της νόησης, στρέφεται στον εαυτό του και ελέγχει τις ιδέες που βρίσκονται σ’ αυτό, ενώ, όταν φαντάζεται, στρέφεται στο σώμα και παριστάνει μια σωματική μορφή. Η σύλληψη της ιδέας με εικόνα είναι έργο της φαντασίας, διαφορετικά, χωρίς εικόνα, είναι έργο του καθαρού πνεύματος. Σε αυτόν τον Στοχασμό γίνεται επανασύνδεση σώματος και πνεύματος, χωρίς όμως συγχώνευση.

Πηγή για τις εικόνες:

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Φιλοσοφικοί διάλογοι: René Descartes, Μεταφυσικοί Στοχασμοί


Tο 1640 ο René Descartes έχει ολοκληρώσει το έργο του με τίτλο Meditationes de prima philosophia, πιο γνωστό με το όνομα Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Το έργο αυτό, γραμμένο στα λατινικά και άρα απευθυνόμενο σε λόγιους και διανοούμενους, είναι η δεύτερη, μετά το Discours de la methode (Λόγος περί της μεθόδου), «αφήγηση» στην οποία ο φιλόσοφος περιγράφει τη μεταφυσική του μάχη ενάντια στην αμφιβολία. 
Όμως, τον Descartes τον τρώει η ανησυχία ότι ένα τέτοιο έργο, στο οποίο εκτίθενται μεταξύ άλλων και οι αποδείξεις του για την ύπαρξη του Θεού, δεν θα γινόταν θετικά δεκτό, θέτοντας σε κίνδυνο και την προσωπική του ελευθερία. Γι’ αυτό, κοινοποιεί το χειρόγραφο σε διακεκριμένους σύγχρονούς του θεολόγους και φιλοσόφους, με σκοπό να δοκιμάσει την πειθώ των επιχειρημάτων του και να συγκεντρώσει τις αντιρρήσεις και τις υποδείξεις τους. Έτσι γεννιούνται οι Πρώτες Αντιρρήσεις, μερικές από τις οποίες αρκετά εκτεταμένες, τις οποίες ακολουθούν οι Πρώτες Απαντήσεις του Descartes. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ανοίγει έναν πρωτοφανή διάλογο στην ιστορία της Φιλοσοφίας.
Στη συνέχεια, ο Descartes, για να νιώσει ακόμα πιο ασφαλής –οι καταδίκες του Giordano Bruno και του Galileo Galilei είναι πολύ νωπές-, στέλνει το έργο του, μαζί με τις Πρώτες Αντιρρήσεις και τις Πρώτες Απαντήσεις, στον επιστήθιο φίλο του και ιερέα Marin Mersenne. Εκείνος αναζητεί για χάρη του κριτές και σε σύντομο χρονικό διάστημα συλλέγει επτά σειρές Αντιρρήσεων, οι οποίες διατυπώνονται κατά σειράν: από τον Δανό θεολόγο Johannes Caterus, από διάφορους θεολόγους μη κατονομαζόμενους, από τον Άγγλο φιλόσοφο και προτεστάντη στο θρήσκευμα Thomas Hobbes, από τον Γάλλο φιλόσοφο Antoine Arnauld, από τον Γάλλο φιλόσοφο και ιερέα Pierre Gassendi, από διάφορους μη κατονομαζόμενους φιλοσόφους, από τον Ιησουίτη Pierre Bourdin. Ο Descartes απαντά σε όλες αυτές με το ύφος που προσιδιάζει σε καθεμιά. Επιπλέον, ζητάει επίσημη επιδοκιμασία από τους θεολόγους της Σορβόννης, η οποία όμως δεν του δίνεται ποτέ.


Το έργο εκδίδεται για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1641 στο Παρίσι (και όχι στην Ολλανδία όπου κατοικεί ο φιλόσοφος) με τον πλήρη τίτλο Meditationes de prima philosophia, in qua Dei existentia et animae immortalitas demonstratur (Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού και η αθανασία της ψυχής). Σε αυτήν την έκδοση γίνεται ρητή αναφορά στις αντιλογίες και στις σχετικές απαντήσεις του Descartes, και μάλιστα με την παράκληση του φιλοσόφου προς τους αναγνώστες, στον πρόλογο της έκδοσης, να μελετήσουν και τις μεν και τις δε πριν βιαστούν να αξιολογήσουν το έργο του.
Το έργο είναι αφιερωμένο «στους Κυρίους Κοσμήτορες και Διδάκτορες της εκκλησιαστικής Σχολής Θεολογίας του Παρισιού»!

Πηγή για την εικόνα:

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Το οντολογικό επιχείρημα: Descartes και Kant


Μπορούμε να συλλάβουμε ένα τρίγωνο το άθροισμα των γωνιών του οποίου να μην είναι 180ο;  Η απάντηση είναι όχι, επειδή κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντίφαση. Ομοίως, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον από το οποίο να λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης. Αυτό υποστηρίζει ο Descartes στον 5ο Στοχασμό του, επαναφέροντας κατά τον 17ο αιώνα το επιχείρημα που ανέπτυξε έξι αιώνες νωρίτερα ο Anselm του Canterbury. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον φιλόσοφο, η ύπαρξη αποτελεί κατηγόρημα της τελειότητας και, κατά συνέπεια, εφόσον συλλαμβάνουμε με τον νου μας ένα απολύτως τέλειο ον, αυτό το απολύτως τέλειο ον πρέπει να υπάρχει.
Τότε γιατί να μην υπάρχει και το φανταστικό νησί του Gaunilo; Ο Descartes, για να υπερβεί το αδιέξοδο, διακρίνει τρία είδη ιδεών: α) τις έμφυτες ιδέες (αυτές που υπάρχουν μέσα μας, όπως η έννοια της ύπαρξης του αριθμού, της διάρκειας κ.λπ.), β) τις επίκτητες ιδέες (αυτές που προέρχονται από τον έξω κόσμο) και γ) τις ιδέες που είναι επινοημένες από εμάς τους ίδιους. Το νησί του Gaulino ανήκει στο τρίτο είδος, ενώ η ιδέα του Θεού είναι έμφυτη, διευκρινίζει ο Descartes, εξηγώντας ότι θα ήταν αδύνατο εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή όντα, να επινοήσουμε την ιδέα ενός τέλειου όντος, αν κάποιο εξίσου τέλειο ον –προφανώς, ο Θεός- δεν την μας την είχε εμφυτεύσει. Άρα, καταλήγει ο φιλόσοφος, ο Θεός υπάρχει.


Απάντηση στον Descartes ανέλαβε να δώσει ο Kant στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, αναδιατυπώνοντας ουσιαστικά το επιχείρημα του Gaulino. Η επιχειρηματολογία του προϋποθέτει διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις. Στις πρώτες το κατηγόρημα εμπεριέχεται στην έννοια του υποκειμένου, σε αντίθεση με τις δεύτερες. Η ύπαρξη, ισχυρίζεται ο Kant, δεν αποτελεί κατηγόρημα, το οποίο, εάν αφαιρεθεί, θα αλλάξει το περιεχόμενο της έννοιας του τέλειου όντος (πρόκειται, δηλαδή, για αναλυτική κρίση). Σύμφωνα με τον Kant, το οντολογικό επιχείρημα ισχύει μόνον εάν η ύπαρξη είναι κατηγόρημα. Εάν δεν είναι, τότε το οντολογικό επιχείρημα χάνει την ισχύ του, καθώς μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον δίχως αυτό να υπάρχει.
Βάσει των παραπάνω, όταν οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι ο Θεός δεν υπάρχει, εννοούν ότι υπάρχει ένας Θεός από τον οποίο λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης, βεβαιώνοντας και αρνούμενοι ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη του Θεού. Πάντως, οπωσδήποτε, το να λέμε ότι κάτι υπάρχει ισοδυναμεί με το να λέμε ότι η έννοια αυτού του πράγματος αντανακλάται στον κόσμο. Έτσι, υποδεικνύει ο Kant, η ύπαρξη δεν αποτελεί ιδιότητα του πράγματος, αλλά ιδιότητα της έννοιας η οποία αντιστοιχεί σε κάτι εντός του κόσμου. Απλούστερα, το μέγεθος, το βάρος ή το χρώμα ενός αντικειμένου δεν αλλάζουν εάν προσθέσουμε ότι το αντικείμενο υπάρχει. Εάν πούμε ότι το αντικείμενο υπάρχει δεν λέμε τίποτα για το ίδιο το αντικείμενο, διαπιστώνουμε μόνον ότι ο κόσμος περιλαμβάνει κάτι που ταιριάζει με την έννοια του αντικειμένου.


Επομένως, σύμφωνα με τον Kant, ένας Θεός που υπάρχει και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι το ίδιο και το αυτό. Ένας Θεός που υπάρχει είναι παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι επίσης παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Αν κάτι τέτοιο είναι αληθινό, τότε ο ισχυρισμός του Anselm ότι ένας υπαρκτός Θεός είναι μεγαλύτερος από έναν μη-υπαρκτό είναι εσφαλμένος και, άρα, το οντολογικό του επιχείρημα καταρρίπτεται.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Όταν ο Magritte συνάντησε τον Descartes


«Ας πάρουμε παραδείγματος χάριν αυτό το κερί. Μόλις τώρα εξήχθη από την κυψέλη. Δεν έχει χάσει ακόμα όλη τη γεύση του μελιού του. Διατηρεί ακόμα κάτι από το άρωμα των λουλουδιών από τα οποία συλλέχθηκε. Το χρώμα, το σχήμα και το μέγεθός του είναι πρόδηλα. Είναι σκληρό, ψυχρό, αγγίζεται εύκολα και, αν το χτυπήσουμε με το δάχτυλο, εκπέμπει ήχο. Τέλος, όλα όσα φαίνονται να απαιτούνται για να γίνει γνωστό με πολύ διακριτό τρόπο κάποιο σώμα υπάρχουν σε αυτό. Αλλά ιδού, ενώ μιλώ, το μετακινώ προς τη φωτιά: τα υπολείμματα γεύσης εξαλείφονται, η οσμή εξανεμίζεται, το χρώμα μεταβάλλεται, το σχήμα, χάνεται, το μέγεθος αυξάνει, γίνεται ρευστό, θερμαίνεται, μετά βίας μπορεί να αγγιχτεί και, αν το χτυπήσουμε τώρα, δεν εκπέμπει κανέναν ήχο. Παραμένει ακόμα το ίδιο κερί;».
Αυτά έγραφε, το 1641, στον 1ο μεταφυσικό στοχασμό του o Γάλλος φιλόσοφος René Descartes. Οι αισθητικές γνώσεις, ισχυρίζεται, δεν αποτελούν γνώση παρά μόνον στον βαθμό που τις επεξεργάζεται και τις ερμηνεύει το πνεύμα. Αυτό το εκτατό σώμα (res extensa), του οποίου δεν μπορώ να επαληθεύσω την ύπαρξη επειδή ένας μοχθηρός δαίμονας ενδεχομένως να με παραπλανά, με όποιον τρόπο κι αν το αντιλαμβάνομαι, μου επιβεβαιώνει πως εγώ που το αντιλαμβάνομαι είμαι ένα σκεπτόμενο πράγμα (res cogitans). Και ως τέτοιο υπάρχω. Αυτή είναι η μοναδική βεβαιότητα την οποία έχω.
Το 1936, τέσσερα χρόνια πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, ο Βέλγος ζωγράφος René Magritte φιλοτεχνεί ένα έργο με τίτλο La lampe philosophique (Η φιλοσοφική λυχνία), το οποίο ανήκει σήμερα σε ιδιωτική συλλογή. 


Πρόκειται για μια γκροτέσκα αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του Magritte, στην οποία υπάρχουν τρεις τουλάχιστον διακειμενικές αναφορές: το κερί του Descartes (αυτή είναι η προσωπική μου νοηματοδότηση του έργου), αλλά και τα δικά του κεριά όπως απεικονίζονται στον πίνακά του με τίτλο La méditation (Ο στοχασμός). 


Τέλος, υπάρχει η πίπα, το ζωγραφικό φετίχ του Magritte, που συναντάται σε κάμποσα έργα του, μεταξύ των άλλων στον διάσημο πίνακά του με τίτλο La trahison des images (Οι εικόνες απατούν), ο οποίος είναι γνωστότερος ως Ceci n’est pas une pipe (Αυτό δεν είναι πίπα), ζωγραφισμένο το 1929 και τώρα εκτιθέμενο στο Los Angeles County Museum of Art.


Στη Φιλοσοφική λυχνία, η μύτη του Magritte, σαν προβοσκίδα ελέφαντα, διαστέλλεται και βουτάει στην πίπα την οποία καπνίζει, ενώ μπροστά του, ακουμπισμένο πάνω σε τραπέζι, φωτίζει ένα κερί που φιδογυρίζει σαν σκουλήκι. Η πίπα έχει αλλάξει χρήση: δεν είναι ένα gadget για το κάπνισμα, αλλά ένα στήριγμα μύτης. Όπως λέει ο ίδιος ο Magritte, «το πορτραίτο του καπνίζει τον εαυτό του». Είναι η πρώτη παράλογη όψη της πραγματικότητας: «ένας “κλειστός κύκλος” καπνού, με το στόμα, την πίπα και τη μύτη να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο». Το κερί, από την άλλη, απεικονίζεται ως «ένα σώμα εκτατό, εύκαμπτο και ευμετάβλητο», όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Descartes και υποδεικνύει τη δεύτερη παράλογη όψη της πραγματικότητας: «είναι ήδη λιωμένο στην κάτω άκρη του και όλο και πιο σκληρό όσο ανεβαίνουμε προς τη φλόγα». Με τον ίδιο, άλλωστε, τρόπο απεικονίζονται τα κεριά στον Στοχασμό, στον πίνακα που ο Magritte φιλοτέχνησε την ίδια χρονιά, το 1936, και τώρα βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή.  
Τι θέλει άραγε να πει ο ζωγράφος στον φιλόσοφο;
Υπάρχει ένα διαφωτιστικό σχόλιο του Magritte για τον πίνακα, με σαφή ειρωνικό υπαινιγμό για τους φιλοσόφους, απολύτως όμως ταιριαστό με τον ορθολογιστικό σκεπτικισμό του Descartes: «Ένας μανιακός, αφηρημένος φιλόσοφος μπορεί να σκέφτεται έναν αυτάρκη διανοητικό κόσμο, με τον ίδιο τρόπο που εδώ ο καπνιστής είναι αιχμάλωτος της πίπας του». Magritte VS Descartes: 1-0.
Ναι, αλλά υπάρχει και αυτό που αναφέρει ο Paquet: «Το ανατρεπτικό χιούμορ με το οποίο ο Μαγκρίτ καταστρέφει αυτά που συνήθως υποθέτουμε ότι είναι οι πιο σταθερές βεβαιότητές μας, κυριαρχεί και σε αυτό τον πίνακα (τη Φιλοσοφική λυχνία), σύμφωνα με το πνεύμα του Νταντά, ή ακόμη και των αδελφών Μαρξ. Σκοπός του Μαγκρίτ ήταν απλώς να υπονομεύσει τα θεμέλια των πραγμάτων, να αμφισβητήσει με πολύ σοβαρό αλλά και απλό τρόπο αυτό που εμφανίζεται ως σοβαρό, δίχως να “θορυβεί” ιδιαίτερα».
Magritte VS Descartes: 0-1.
Ο αγώνας μεταξύ των δύο René λήγει με ισοπαλία.


Πηγές:
Descartes, R. (2007). Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοαοφίας. Μετάφραση: Ευάγγελος Βανταράκης. Αθήνα: Εκκρεμές.
Paquet,M. (2004). Μαγκρίτ. Μετάφραση: Παναγιώτης Σωτήρης. Αθήνα: Taschen.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Το κρανίο του Descartes


Όταν, στις 11 Φεβρουαρίου 1650, ο Γάλλος φιλόσοφος René Descartes άφησε την τελευταία του πνοή (δες προηγούμενη ανάρτηση), ο Γερμανός γιατρός που τον παρακολουθούσε έγραψε μια ξερή έκθεση, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, ισχυριζόταν πως ο άρρωστος καλώς πέθανε αφού δεν δέχτηκε να ακολουθήσει τις συστάσεις του.


Ο Descartes ετάφη στη Στοκχόλμη, στο νεκροταφείο του Νοσοκομείου των Ορφανών. Ο Γάλλος πρέσβης Chanut, ο ίδιος που είχε προτείνει στη βασίλισσα Χριστίνα να τον καλέσει στην παγωμένη της χώρα, παρήγγειλε για τον τάφο του επιγραφές γραμμένες στα λατινικά. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, οι Γάλλοι σκέφτηκαν να μεταφέρουν τα οστά του Descartes στο Παρίσι και πήραν άδεια γι' αυτό από τη σουηδική αυλή το 1666.
Όταν έγινε η εκταφή, ο τότε Γάλλος πρέσβης στη Σουηδία ζήτησε και πήρε ένα από τα οστά του χεριού του μεγάλου φιλοσόφου, με το οποίο «είχαν γραφτεί τόσα αθάνατα έργα». Επίσης, ο Σουηδός αξιωματικός της φρουράς, που είχε αναλάβει να επιβλέψει την ανακομιδή των οστών, αφαίρεσε το κρανίο του φιλοσόφου (!), επειδή, όπως έγραψε σε ένα σημείωμα που βρέθηκε μετά τον θάνατό του, «θα ήταν σοβαρή προσβολή στους θεούς προστάτες της Σουηδίας, αν έδιναν το τιμιότερο κομμάτι του μεγάλου Γάλλου φιλοσόφου στην αχάριστη πατρίδα του».


Εν τω μεταξύ, το κιβώτιο με τα οστά του Descartes (όσα απέμειναν!) φορτώθηκαν σε πλοίο για την Κοπεγχάγη. Μαζί απεστάλη και πιστοποιητικό, υπογεγραμμένο από τη Χριστίνα, η οποία είχε πλέον παραιτηθεί από τον θρόνο και είχε μεταστραφεί στον καθολικισμό, ότι ο φιλόσοφος είχε πεθάνει καλός καθολικός. Οι ναύτες όμως αρνήθηκαν να αποπλεύσουν, θεωρώντας γρουσουζιά να μεταφέρουν το κιβώτιο με τα οστά. Εν τέλει, πραγματοποιήθηκε ο απόπλους και το ιδιότυπο δέμα έφτασε στην Κοπεγχάγη, όπου παρέμεινε  για τρεις μήνες. Στη συνέχεια, προκειμένου να παρακάμψουν τους Άγγλους, οι οποίοι, όπως τους κατηγορούσαν οι Γάλλοι, θα έβαζαν χέρι στο κιβώτιο λόγω του μεγάλου θαυμασμού τους για τον φιλόσοφο, οι συνοδοί του δέματος επέλεξαν τον δρόμο της στεριάς. Όταν, επιτέλους, το κιβώτιο έφτασε στα σύνορα της Γαλλίας, θεωρήθηκε ύποπτο, γι’ αυτό ανοίχτηκε και συντάχθηκε σχετικό πρωτόκολλο. 
Η ταφή των οστών έγινε στην παλιά εκκλησία της Ste Geneviève du Mont στις 23 Ιουνίου 1667. Ωστόσο, κατ’ εντολήν του παλατιού, επιτάφιος λόγος δεν εκφωνήθηκε, επειδή τα έργα του Descartes μερικά χρόνια πριν είχαν αποκηρυχθεί από τη Ρώμη.


Το 1791, στην καρδιά της Γαλλικής Επανάστασης, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον των Γάλλων για τον φιλόσοφο. Ένας μακρινός του απόγονος υπέβαλε τότε αίτηση στην Εθνοσυνέλευση ζητώντας για τον Descartes τις τιμές του Πανθέου. Η αίτησή του έγινε δεκτή και το 1793 εκδόθηκε σχετικό ψήφισμα, το οποίο όμως έμεινε ανεκτέλεστο για τρία χρόνια. Αλλά το 1796 η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική: ο Descartes εθεωρείτο πλέον ανατρεπτικό στοιχείο. Γι’ αυτό η Βουλή ανέβαλε την εκτέλεση του ψηφίσματος. Ωστόσο, τα οστά του Descartes είχαν ήδη μεταφερθεί στα Ηλύσια Πεδία και από εκεί, το 1819, όταν ο κήπος καταργήθηκε, ενταφιάστηκαν στην αρχαιότερη εκκλησία του Παρισιού, τη St Germain des Prés, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα. 


Κι ενώ φαινόταν πως οι μεταθανάτιες περιπέτειες του φιλοσόφου είχαν τελειώσει, το 1821, ο Σουηδός φυσιολόγος Jöns Jacob Berzelius πληροφορήθηκε από μια σουηδική εφημερίδα ότι σε κάποιον πλειστηριασμό είχε πουληθεί για 37 φράγκα το κρανίο του Descartes. Προσέγγισε, λοιπόν, τον αγοραστή ζητώντας να του εκχωρήσει το κρανίο, το οποίο έστειλε στον Georges Cuvier, ισόβιο Γραμματέα της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών. Ο Cuvier ζήτησε τη βοήθεια του Alexandre Lenoir, Διευθυντή του Μουσείου Γαλλικών Μνημείων. Εκείνος επιβεβαίωσε ότι στον τάφο του Descartes δεν βρέθηκε το κρανίο του, αλλά μόνον ένα μικρό κόκκαλο, συμπληρώνοντας ότι ήταν τόσο μικρό που έφτασε μόνο για να κατασκευαστούν λίγα δαχτυλίδια τα οποία προσέφερε σε κάποιους φίλους του που αγαπούσαν τη φιλοσοφία. Μετά από αυτήν την πληροφορία, ο Cuvier εξέτασε το κρανίο που του είχε σταλεί από τον Berzelius και κατέληξε ότι ανήκε πράγματι στον Descartes.


Σημειωτέον ότι πάνω στο κρανίο βρέθηκε χαραγμένο το όνομα του Σουηδού αξιωματικού της φρουράς που το είχε αφαιρέσει από τον τάφο, αλλά και όλων των επόμενων ιδιοκτητών του.
Το κρανίο του σπουδαίου φιλοσόφου βρίσκεται σήμερα στο Musée de l’Homme στο Παρίσι, αν και οι περιπέτειές του δεν φαίνεται να έχουν τελειωμό. Κατά καιρούς, διάφοροι πολιτικοί (για παράδειγμα, ορισμένοι βουλευτές του αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος, ο πρωθυπουργός François Fillon, κ.ά.) έχουν προτείνει τη μεταφορά του, ώστε, καταπώς λένε, η Γαλλία να αποδώσει στο διάσημο τέκνο της την τιμή που του αρμόζει.    

Σημ.: Το κείμενο αυτής και της προηγούμενης ανάρτησης είναι διασκευή από την εισαγωγή στο έργο του René Descartes, Λόγος περί της Μεθόδου, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια, Χριστόφορος Χρηστίδης, Αθήνα: εκδόσεις Παπαζήση, 1976.


Πηγές για τις εικόνες:
https://strangeremains.com/2015/07/23/the-heads-of-these-5-people-were-stolen-from-their-graves/