Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Matisse H.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Matisse H.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Για την Παναγία των Παρισίων που γνωρίσαμε


Χωρίς λόγια για ό,τι μας μάγεψε και για ό,τι ποτέ πια δεν θα είναι το ίδιο.

Maximilien Luce, Le Quai Saint-Michel et Notre Dame (1901)
Παρίσι, Musée d’ Orsay

Henri Matisse, Notre-Dame une fin d’ après-midi (1902)
Buffalo, Albright-Knox Art Gallery

Édouard Cortès, Place Saint-Michel, Notre Dame (1949)
Ιδιωτική Συλλογή

Jean-François Raffaëlli, Notre Dame de Paris (1896)
Παρίσι, Musée d’ Orsay

Maurice Utrillo, Notre Dame (1909)
Παρίσι, Musée de l’ Orangerie

Childe Hassam, Notre Dame Cathedrale, Paris (1888)
Ντιτρόιτ, Detroit Institute of Arts

Πηγές για τις εικόνες:
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Notre_Dame_Cathedral,_Paris,_1888_Childe_Hassam.jpg

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Don't break the immersion


«Οι ταλαντούχοι ρεαλιστές θα έπρεπε, κυρίως αυτοί, να ονομάζονται ιλλουζιονιστές», γράφει το 1887 ο Guy de Maupassant στον πρόλογο του Pierre et Jean.
Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, ο συγγραφέας διατυπώνει στην ουσία μία αξιολογική κρίση για τη λογοτεχνία και τον λογοτέχνη: καλός λογοτέχνης είναι εκείνος που δημιουργεί έναν κόσμο αληθινό. Το κλειδί είναι η λέξη «δημιουργεί». Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο, δεν αναπαράγει (=αναδημιουργεί) τον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας είναι ενήμερος γι’ αυτήν τη σύμβαση. “Don’t break the immersion”: αυτή η φράση αποτελεί βασικό κανόνα στα σύγχρονα RPGs (role playing games). Η ίδια φράση είναι ισχυρή και στο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, βυθιζόμαστε σε αυτήν, αποκρούοντας τις επιθέσεις της λογικής (είναι δυνατόν ένας φυλακισμένος να επενδύσει τα  χρήματά του στη μόρφωση και στην κοινωνική ανέλιξη ενός φτωχού αγοριού, όπως ισχυρίζεται ο κ. Dickens; πόσες madeleine να καταβροχθίσω για να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο μου; ένας τόσο δαιμόνιος ντετέκτιβ σαν τον κ. Holmes μπορεί να υπάρχει;). Χανόμαστε μέσα στο μυθιστόρημα, δραπετεύουμε από την «πραγματική» πραγματικότητα και εισχωρούμε για τα καλά στο λογοτεχνικό σύμπαν. Μάλιστα, όπως μας το υπέδειξε ο Maupassant, με την έκταση αυτής της «βύθισης» ζυγιάζουμε την αξία του έργου που μελετούμε.
Από την άλλη μεριά, ένας φιλόσοφος θα έλεγε πως κάτι τέτοιο δεν είναι καλό σημάδι, καθώς σημαίνει πως η λογοτεχνία μας οδηγεί στο να χάνουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα, εφόσον δεχόμαστε για αληθινό κάτι που δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς, η φιλοσοφία, από την απαρχή της και σε κάθε στιγμή της εξέλιξής της, δεν μπορεί να νοηθεί αποσυνδεδεμένη από την αλήθεια, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτή συλλαμβάνεται. Χωρίς αλήθεια, φιλοσοφική διερώτηση δεν υπάρχει. η φιλοσοφία γίνεται πρακτικά ανύπαρκτη. Οι φιλόσοφοι είναι, λοιπόν, αυτοί που διαρκώς μας υπενθυμίζουν τη διαφορά ανάμεσα στη μυθιστορηματική και στην «πραγματική» πραγματικότητα, καθώς αυτοί διαρκώς αναρωτιούνται εάν κάτι υπάρχει πραγματικά. Εξ αυτού, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, τους απασχολεί η αλήθεια της λογοτεχνίας, τόσο αναφορικά με τη γλώσσα της όσο και αναφορικά με το περιεχόμενό της.

Henri Matisse, Liseuse à l’ombrelle (1921)
Λονδίνο, Tate Gallery

Αν η αλήθεια ενός λογοτεχνικού έργου είναι ίδιου τύπου με την αλήθεια του πραγματικού κόσμου, τότε πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι η λογοτεχνία ικανοποιεί την απαίτηση της αλήθειας χωρίς να χρησιμοποιεί δηλωτικές/αποφαντικές προτάσεις από αυτές που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας συνομιλία για να διατυπώσουμε έναν ισχυρισμό μας; Αν πάλι η λογοτεχνική αλήθεια είναι διαφορετικού τύπου, τότε τι είδους αλήθεια είναι; Οι φιλόσοφοι που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία αυτό το ζήτημα έχουν να αντιμετωπίσουν. Η συνηθέστερη απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία παράγει μια αλήθεια διαφορετική: καλλιτεχνική, ποιητική, η οποία, επιπλέον, τοποθετείται στο στόμα όχι του συγγραφέα, ενός προσώπου με σάρκα και οστά, αλλά στο στόμα ενός αφηγητή ή ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Τοποθετείται, επίσης, σε έναν άλλο κόσμο από τον πραγματικό. Και αν κάποιος δεν βλέπει αυτήν τη διαφορά, τότε –ισχυρίζεται ο Michael Riffaterre- υποπίπτει σε «πλάνη αναφορικότητας» (referential fallacy). Ο κόσμος της λογοτεχνίας, προσθέτει ο Paul Ricoeur, είναι ένας κλειστός, αυτάρκης κόσμος, και οι δηλώσεις που γίνονται εντός του αυτόν τον κλειστό κόσμο έχουν ως αποκλειστική αναφορά. Ας προσθέσουμε: αυτός ο κόσμος γίνεται πιστευτός όταν πειθαρχεί σε περιορισμούς. Όμως, οι αναγκαίοι περιορισμοί δεν σχετίζονται με τον υποκείμενο αληθινό κόσμο, αλλά προσδιορίζονται από τις εντός του προκαθορισμένες δομές, ώστε αυτός ο μυθιστορηματικός κόσμος, αν και πλασματικός, να γίνει πιθανός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://www.tate.org.uk/art/artworks/matisse-reading-woman-with-parasol-n04924

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Γκαλερί 291


Το 1902, ένας Αμερικανός φωτογράφος ονόματι Alfred Stieglitz ιδρύει, μαζί με άλλους φωτογράφους, μια ομάδα με το όνομα Photo-Secession. Σκοπός τους είναι να προβάλουν τις μάλλον αιρετικές απόψεις τους για τη φωτογραφία, αποσπώντας την από την υποταγή της στη ζωγραφική και επιδιώκοντας να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον στην απόδοση της λεπτότητας λόγω της επενέργειας τους φωτός. Δουλεύοντας πάνω στην άμεση φωτογραφία και στην αρετουσάριστη εικόνα, αυτή η παρέα των φωτογράφων σπάζει, λοιπόν, τους δεσμούς με την παραδοσιακή φωτογραφική αντίληψη.


Αναζητώντας έναν χώρο προκειμένου να εκτεθούν τα έργα της ομάδας, ο Stieglitz καταλήγει σε τρία μικρά δωμάτια που βρίσκονταν απέναντι από το διαμέρισμα όπου έμενε ο καλός του φίλος, επίσης φωτογράφος, Edward Steichen. Εκεί, δημιουργείται ένας χώρος με το όνομα The Little Galleries of the Photo-Secession,  o οποίος ανοίγει τις πόρτες του στις 24 Νοεμβρίου του 1905 και κερδίζει γρήγορα μεγάλη φήμη, καθώς σε αυτόν εκθέτουν τα έργα τους πρωτοπόροι φωτογράφοι, όπως ο Edward Steichen, ο Alvin Langdon Coburn, η Gertrude Käsebier και ο Clarence H. White, αποκτώντας αναγνώριση από το κοινό και από τους κριτικούς. Όμως, το 1907 φτάνει το τέλος για τον χώρο που δημιούργησε ο Stieglitz. Ο ιδιοκτήτης διπλασιάζει το ενοίκιο, το οποίο η ομάδα δεν είναι σε θέση να πληρώσει. Και τότε, ξαφνικά, εμφανίζεται ένας από μηχανής θεός.


Ο εύπορος φωτογράφος Paul Haviland, μέλος της ομάδας, βάζει τα χρήματα και υπογράφει ένα τριετές συμβόλαιο για έναν μικρό χώρο απέναντι ακριβώς από τις προηγούμενες αίθουσες, στον αριθμό 293 της νεοϋορκέζικης 5ης Λεωφόρου. Αλλά, καθώς σε μια πρόσφατη ανακαίνιση ο τοίχος ανάμεσα στα δύο κτήρια είχε μετακινηθεί, η νέα γκαλερί φαίνεται να βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση με την προηγούμενη, δηλαδή στον αριθμό 291. Ο Stieglitz, παρά τις αντιρρήσεις των συνεργατών του, επιβάλλει το όνομα 291 ως όνομα της νέας γκαλερί, της οποίας η φήμη πολύ γρήγορα απογειώνεται.
Ο Stieglitz αρχίζει να συνεργάζεται με μερικούς από τους διασημότερους Ευρωπαίους ζωγράφους της Avant-Garde. Ο Henri Matisse, ο Paul Cézanne, o Auguste Rodin, ο Henri Rousseau και ο Pablo Picasso είναι μερικοί από αυτούς οι οποίοι εκθέτουν τα έργα τους στην γκαλερί 291. Η παρουσία τέτοιων έργων στην αμερικανική πρωτεύουσα, σε συνδυασμό με τα έργα των ντανταϊστών Marcel Duchamp και Francis Picabia, ανοίγει τον δρόμο για την ανάδυση της αμερικανικής Avant-Garde.


Η γκαλερί 291 κλείνει οριστικά τον Ιούνιο του 1917, δυο μήνες μετά την είσοδο της Αμερικής στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Ο Stieglitz φωτογραφίζει έναν νεαρό οπλισμένο στρατιώτη, ο οποίος στέκεται μπροστά από τα έργα τέχνης ως φύλακας και προστάτης τους. Πλάι του, ένας μεγαλύτερης ηλικίας στρατιώτης είναι πληγωμένος. Άραγε, ο πληγωμένος στρατιώτης είναι ο Stieglitz, θύμα στη μάχη για την υπεράσπιση της τέχνης, που τώρα πρέπει να προστατευθεί από κάποιον νεότερο;


Η φωτογραφία έχει τον τίτλο The Last Days of 291 (Οι τελευταίες ημέρες της 291) και βρίσκεται σήμερα στη National Gallery of Art.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ο μοντερνισμός στην Αμερική


Το 1913 είναι μια σημαντική χρονιά για την τέχνη.
Είναι η χρονιά κατά την οποία ο Marcel Proust αρχίζει να εκδίδει το μνημειώδες έργο του που τιτλοφορείται À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), ενώ ο Marcel Duchamp εφαρμόζει σε ένα σκαμνί έναν τροχό ποδηλάτου, ονομάζει το έργο Roue de bicyclette (Τροχός ποδηλάτου) και προκαλεί το κοινό να αναρωτηθεί: είναι αυτό τέχνη; Ο Guillaume Apollinaire εκδίδει το δοκίμιό του Les peintres cubists (Οι κυβιστές ζωγράφοι) και στη Ρωσία ο Sergei Pavlovich Diaghilev χορογραφεί για τα ρωσικά μπαλέτα το έργο του Igor Stravinsky The Rite of Spring (Η ιεροτελεστία της άνοιξης).


Την ίδια χρονιά, από τις 17 Φεβρουαρίου έως  τις 15 Μαρτίου 1913, στον αριθμό 68 της Lexington Avenue στη Νέα Υόρκη, από την Εταιρεία Αμερικανών Ζωγράφων και Γλυπτών οργανώνεται η Διεθνής Έκθεση Μοντέρνας Τέχνης, γνωστή και ως Armory Show, επειδή ως χώρος για την έκθεση χρησιμοποιήθηκε η αποθήκη εφοδιασμού του 69ου συντάγματος πεζικού.


Σε αυτήν την έκθεση, το κοινό, εκτός από τα έργα των Αμερικανών καλλιτεχνών, έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει και έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Δύο από τους οργανωτές, ο Arthur B. Davies και ο Walter Kuhn, ταξιδεύουν στην Ευρώπη συγκεντρώνοντας έργα αντιπροσωπευτικά όλων των πρωτοποριακών τάσεων. 1300 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και διακοσμητικής τέχνης εκτίθενται συνολικά, περισσότερων από 300 Ευρωπαίους και Αμερικανούς καλλιτέχνες.


Στόχος της έκθεσης είναι να παρουσιάσει την εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης από τον Γάλλο ζωγράφο του 19ου αιώνα Jean-August Ingres, στους Paul Cézanne, Paul Gauguin, Vincent Van Gogh, μέχρι τους σύγχρονους Pablo Picasso, Georges Braque, Henri Matisse, Wassily Kandinski και Marcel Duchamp. Λείπει ο ιταλικός φουτουρισμός, καθώς οι Ιταλοί αρνήθηκαν να δανείσουν τα έργα τους για την έκθεση. Οι Αμερικανοί καλλιτέχνες αντιπροσωπεύονται, μεταξύ άλλων, από τον Childe Hassam, τον John Sloan και τον Joseph Stella.


Το αποτέλεσμα είναι εξόχως ενδιαφέρον και οπωσδήποτε πολύ μακριά από την ακαδημαϊκή αισθητική του παρελθόντος. Άρθρα και κριτικές εμφανίζονται στον τύπο κατηγορώντας τους οργανωτές και τους καλλιτέχνες για αγυρτεία, παραφροσύνη, ανηθικότητα και αναρχία. 
Και όμως… Παρά τις κριτικές, αυτό το πρώτο Armory Show είχε τεράστια επιτυχία και είναι η επιτυχία του που άλλαξε ριζικά την αμερικανική αγορά της τέχνης και υπήρξε ο καταλύτης και η αφετηρία της εποχής του μοντερνισμού στην Αμερική.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Όταν ο Οδυσσέας Ελύτης συνάντησε τον Henri Matisse


«Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse»: γράφει ο Ελύτης στον Μικρό Ναυτίλο (Μυρίσαι το Άριστον XIV).
Οι καλλιτέχνες συναντιούνται στους δρόμους της τέχνης τους. Τι κι αν ο ένας είναι ποιητής κι ο άλλος ζωγράφος; Ο Ελύτης είναι ένας ποιητής που επιθυμεί να εκφραστεί και μέσω της ζωγραφικής. Η ζωγραφική του Matisse, από την άλλη, είναι απτή ποίηση. Χρωματιστά χαρτιά που επιλέγονται και τοποθετούνται το ένα πλάι στο άλλο, άφθονα, ζωντανά, αρμονικά, αμφίσημα, ακτινοβόλα, καταιγιστικά. Αστέρια, φύκια, φύλλα, φιγούρες, βρίσκονται καρφωμένα πάνω σε ένα μπλε που πονάει τα μάτια.

                        Ίκαρος.
    Εικονογράφηση για το βιβλίο Τζαζ.

Ο Matisse κόβει τα κομμάτια των χαρτοκοπτικών του στα γραφεία του περιοδικού Verve, το οποίο εκδίδει ο Έλληνας Emmanuel Tériade, φίλος στενός του Ελύτη. Ο Tériade προθυμοποιείται να εκδώσει ένα ολόκληρο βιβλίο του  Matisse μ’ αυτές τις χαρτοκοπτικές, αλλά δεν είναι εύκολο να βρεθεί ικανοποιητικός τρόπος αναπαραγωγής των εικόνων λόγω της τεχνικής που χρησιμοποιείται. Εκδίδεται, λοιπόν, το 1947, με τον τίτλο Τζαζ, ένα βιβλίο στο οποίο η τυπογραφική μελάνη έχει εγκαταλειφθεί και αντικατασταθεί με γκουάς, απλωμένο στα φύλλα που χρησιμοποιήθηκαν μετά τη χαρτοκοπτική.

                                       Το τσίρκο.
                   Εικονογράφηση για το βιβλίο Τζαζ.

Ο Ελύτης επιχειρεί να πολλαπλασιάσει τη λάμψη, να αποδώσει το εκτυφλωτικό φως, όχι το φυσικό, μα αυτό που υπάρχει πραγματικά –στο κεφάλι του.  Ο ήλιος, ο ουρανός, η θάλασσα, και όλα τα μαγικά τους πλάσματα (άγγελοι, γοργόνες, κορίτσια, αγάλματα), όσα υμνεί στην ποίησή του, τα βρίσκει και στα χρωματιστά χαρτάκια, τα πολύ μικρά αντικείμενα και τα υφασμάτινα κουρελάκια που σχηματίζουν τα κολάζ του. Πάνω και κάτω δεν υπάρχει, ο νόμος της βαρύτητας καταργείται,  το όνειρο θριαμβεύει.


Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Καλά Χριστούγεννα από τον Matisse


Τον Ιανουάριο του 1952, το περιοδικό Life ανέθεσε στον ογδοντατριάχρονο Henri Matisse να ζωγραφίσει ένα παράθυρο για τον εορτασμό των Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς στο Rockfeller Center.
O  Matisse, μετά τη σοβαρή εγχείριση στην οποία είχε υποβληθεί το 1941, είχε διαρκώς προβλήματα υγείας, μέχρι που πλέον μπορούσε να κινηθεί μόνο με αναπηρικό καρότσι. Ωστόσο, δεν σταμάτησε να εργάζεται, και μάλιστα από το 1946 είχε αφοσιωθεί σε ένα μνημειώδες έργο: έφτιαχνε τις υαλογραφίες για τα παράθυρα  στο παρεκκλήσι του Ροζαρίου στη Vence (που συχνά αναφέρεται και ως Matisse Chapel) και, στην ουσία, ασχολιόταν με ολόκληρο το κτήριο που θα φιλοξενούσε τις υαλογραφίες του.  Ο Matisse είχε ήδη αναπτύξει την τεχνική της χαρτοκοπτικής, δηλαδή την επικόλληση πάνω σε ζωγραφισμένο χαρτί ή μουσαμά πολύχρωμων στοιχείων τα οποία τακτοποιούσε και ξανατακτοποιούσε μέχρι να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα.  
   

Τον Μάρτιο του 1952, ο Matisse είχε ετοιμάσει, με αυτήν την τεχνική, το προσχέδιο για το παράθυρο του Rockfeller Center, το οποίο παραδόθηκε στον τεχνίτη Paul Bony.  


Τέσσερις μήνες αργότερα το παράθυρο, που είχε ύψος περίπου 3,5 μέτρα, είχε ολοκληρωθεί.  Στις 8 Δεκεμβρίου το παράθυρο έφτασε στη Νέα Υόρκη και την παραμονή τον Χριστουγέννων είχε καταλάβει τη θέση του στον χώρο υποδοχής του κτηρίου. Ο Matisse είχε πετύχει σε αυτό το έργο ό,τι και στα προηγούμενα ανάλογα έργα του: να κάνει το φως να αντανακλάται πάνω στα έντονα χρώματα του σχεδίου του.
Το ολοφώτεινο αστέρι στην κορυφή του έργου λάμπει πάνω από ένα σύνολο οργανικών σχημάτων, αποδίδοντας έτσι τη λάμψη της μεγάλης γιορτής.


Το έργο του, που έχει τον τίτλο Christmas Night, παραχωρήθηκε την επόμενη χρονιά από το περιοδικό Time στο Museum of Modern Art.