Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

George Berkeley: κλωτσώντας μια πέτρα

 

“Esse est percipi” («η ύπαρξη είναι αντίληψη»). Αυτή η φράση, της οποίας η πατρότητα ανήκει στον George Berkeley, Ιρλανδό φιλόσοφο και Επίσκοπο του Cloyne που έζησε τον 18ο αιώνα, είναι ένα από τα διασημότερα φιλοσοφικά αποφθέγματα.

Ο Berkeley ήταν ιδεαλιστής. Πίστευε, δηλαδή, ότι υλικά πράγματα δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο σύνολα ιδεών που τα αντιλαμβανόμαστε με τον νου. Ένα αντικείμενο είναι ένα τέτοιο σύνολο ιδεών, δικών μου και των άλλων. Αν κανείς δεν βλέπει ή δεν ακούει τα αντικείμενα, τότε αυτά παύουν να υπάρχουν, εφόσον δεν είναι παρά οι ιδέες που έχουμε γι’ αυτά. Να, λοιπόν, γιατί η ύπαρξη είναι αντίληψη.

Αυτή η θέση του Berkeley έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ό,τι πιστεύουμε οι περισσότεροι άνθρωποι, έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική. Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι ο κόσμος υπάρχει πραγματικά και δεν υπάρχει απλώς στο μυαλό μας. Με άλλα λόγια, ό,τι υπάρχει εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα κι όταν εμείς δεν είμαστε εκεί για να πιστοποιούμε την ύπαρξή του. Ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος κάνει θόρυβο ακόμα κι όταν κανείς δεν υπάρχει εκεί για να το ακούσει. Η κάμαρά μας μένει στη θέση της ακόμα κι όταν εμείς κλείνουμε την πόρτα της πίσω μας. Το φως του ψυγείου σβήνει παρότι εμείς δεν βλέπουμε ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Η σοκολάτα που έχω ακουμπισμένη στο γραφείο μου παύει να υπάρχει μόνο αν την φάω κι όχι όταν απλώς βγω από το δωμάτιο και δεν μπορώ πλέον να την δω.

Όταν ο πολύς Samuel Johnson ρωτήθηκε τι πιστεύει για τη θεωρία του Berkeley, τι νομίζετε ότι έκανε; Κλώτσησε μια μεγάλη πέτρα και είπε ειρωνικά: «αρνούμαι ό,τι έγινε», τρίβοντας συγχρόνως το πόδι του που τον πέθαινε από τον πόνο! Όμως, ο Berkeley, που δεν ήταν καθόλου ανόητος και γι’ αυτό παραδεχόταν την εμπειρία, θα μπορούσε να απαντήσει: «ο πόνος που προκάλεσε η πέτρα στο πόδι του δόκτορα Johnson αποδεικνύει μόνον την ύπαρξη της ιδέας μιας σκληρής πέτρας, όχι την ύπαρξη των υλικών αντικειμένων». Πραγματική πέτρα που να προκαλεί πόνο στο πόδι μας δεν υπάρχει, υπάρχει απλώς μια αίσθηση πόνου που έχουμε.

Παρέμενε, όμως, ακόμα ένα πρόβλημα που έπρεπε να λύσει ο ιδιόρρυθμος αυτός Επίσκοπος. Είναι δυνατόν τα αντικείμενα να εισέρχονται και να εξέρχονται συνεχώς από την εμπειρία μας; Είναι, δηλαδή, δυνατόν, ένα δέντρο να πέφτει με θόρυβο όταν είμαστε παρόντες και εντελώς αθόρυβα όταν απουσιάζουμε; Μια κάμαρα ή μια σοκολάτα να βρίσκονται στη θέση τους όταν είμαστε εκεί και να εξαφανίζονται όταν χάνονται από τα μάτια μας; Ο Berkeley το σκέφτηκε καλά και κατέληξε ότι ποτέ τα αντικείμενα δεν μένουν χωρίς κάποιον να τα παρακολουθεί. Συνεπώς, αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν χωρίς διακοπή. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος που έχει τα μάτια του πάντοτε στραμμένα προς τα αντικείμενα; Μα φυσικά, ο Θεός. Ο Θεός κάνει αντικειμενικά όλα τα σύνολα ιδεών που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε πράγματα.

Κι ενώ ο Berkeley απέτυχε να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να ιδρύσει ένα Κολέγιο στο νησί των Βερμούδων για την εκπαίδευση δημόσιων λειτουργών και ιεραποστόλων, ωστόσο, μετά τον θάνατό του, το διασημότερο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών πήρε το όνομα του: το Berkeley στην Καλιφόρνια!

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:John_Smibert_-_Bishop_George_Berkeley_-_Google_Art_Project.jpg


Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Schopenhauer VS Hegel


To 1820 o Arthur Schopenhauer, γεννημένος το 1788 στο Gdańsk της Πρωσίας, διορίζεται λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.
Ο Arthur ήταν προορισμένος να αναλάβει την ανθούσα οικογενειακή εμπορική επιχείρηση, όμως, όταν πεθαίνει ο πατέρας του και μένει οικονομικά ανεξάρτητος, εκείνος ρίχνεται στη φιλοσοφία στην οποία και διαπρέπει. Επίσης, ταξιδεύει.
Το 1818 εκδίδεται το μεγάλο έργο του Die Welt als Wille und Vorstellung (Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση). Η βασική του ιδέα είναι η εξής. Ο Κόσμος ως Παράσταση είναι η κατασκευή της πραγματικότητας στον νου μας (αυτό που ο Immanuel Kant ονόμαζε φαινομενικό κόσμο) και είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Από την άλλη, υπάρχει η Βούληση, μια μοναδική, ενιαία, τυφλή κατευθυντήρια δύναμη πίσω από όλα όσα υπάρχουν. Ολόκληρη η πραγματικότητα είναι μέρος αυτής της χωρίς νόημα δύναμης και είναι ανυπόφορη. Ο μόνος τρόπος να γίνει η πραγματικότητα υποφερτή είναι μέσω της τέχνης, η οποία μας απομακρύνει από τον ατελείωτο κύκλο του αγώνα και της επιθυμίας, που κινητοποιεί τα ηθικά ελατήρια της μοχθηρίας και του εγωισμού. Αν, υποστηρίζει ο Schopenhauer, αναγνωρίζαμε την αληθινή φύση της πραγματικότητας, τότε θα ξεφεύγαμε από τη Wille zum Leben  (βούληση του ζην) και θα αποφεύγαμε την οδύνη που αυτή προκαλεί. Αν αντιλαμβανόμασταν ότι είμαστε κομμάτι μιας δύναμης και όχι μεμονωμένα άτομα, τα οποία υπάρχουν μόνο στο επίπεδο του κόσμου ως παράστασης, τότε θα είχαμε λόγους να είμαστε πιο ηθικοί και θα βασίζαμε τις πράξεις μας στη συμπόνια. Ο εναλλακτικός δρόμος για να σπάσουμε τον κύκλο της επιθυμίας είναι, όπως πιστεύει ο Schopenhauer, αυτός της ασκητικής.


Έχοντας, λοιπόν, αυτό το έργο πίσω του, ο Schopenhauer αρχίζει τις παραδόσεις στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο διδάσκει από το 1818 ο Georg Wilhelm Friedrich Hegel. Η αλήθεια είναι ότι η ιδέα μιας κοινωνίας που διέπεται από μια συλλογική συνείδηση ήταν δική του. Πρόκειται για το περίφημο Zeitgeist. Ο Schopenhauer πάτησε πάνω σ’ αυτήν, αν και άσκησε δριμεία κριτική στην αισιόδοξη εγελιανή αντίληψη του ανθρώπου ο οποίος, ενταγμένος στο Zeitgeist, είναι συνυπεύθυνος για τη σωτηρία του κόσμου. «Τσαρλατάνο» είχε τολμήσει να χαρακτηρίσει στη διατριβή του τον εξόχως δημοφιλή Hegel, αλλά και εν γένει τους Γερμανούς ιδεαλιστές. Παρά την ασέβειά του το Πανεπιστήμιο του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα, τον οποίο  όμως εκείνος με το ζόρι καταδέχτηκε να παραλάβει.
Ο Schopenhauer ήταν, όπως καταλαβαίνετε, ένας πολύ ματαιόδοξος άνθρωπος. Στο Πανεπιστήμιο όρισε τα μαθήματά του την ίδια ώρα που δίδασκε ο Hegel. Ψυχή δεν πατούσε στην αίθουσά του, ενώ η αίθουσα του αντιπάλου του ήταν ασφυκτικά γεμάτη, παρόλο που ο Hegel ήταν μάλλον κακός δάσκαλος: ξερόβηχε όταν δεν ήξερε πώς να προχωρήσει και ανακάτευε μια στοίβα από σημειώσεις που είχε μπροστά του. Ο Schopenhauer δεν το άντεξε. Εγκατέλειψε το Βερολίνο, ταξίδεψε και πάλι στην Ιταλία, επανήλθε στο Βερολίνο, αλλά η τύχη του δεν βελτιώθηκε.
Όλα τού πήγαιναν στραβά. Και τα πράγματα στράβωσαν περισσότερο όταν καταδικάστηκε από το δικαστήριο επειδή, εξαγριωμένος, έσπρωξε στη σκάλα μια ηλικιωμένη μοδίστρα, η οποία μιλούσε έξω από την πόρτα του και τον ενοχλούσε στη μελέτη και στο γράψιμο. Έκτοτε, δύο πράγματα μισούσε περισσότερο στον κόσμο: τους ακαδημαϊκούς κύκλους και τις γυναίκες.
Το 1831 ο φιλόσοφος εγκατέλειψε οριστικά το Βερολίνο για να σωθεί από μια επιδημία χολέρας που κατέφθανε απειλητική από τη Ρωσία. Η χολέρα τού έκανε τη μεγάλη χάρη: να εξοντώσει τον μόνιμο αντίπαλό του, τον Hegel, ο οποίος επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο για τις διαλέξεις του, εκτιμώντας ότι ο κίνδυνος είχε παρέλθει.
Ο  Schopenhauer έζησε ακόμα 30 χρόνια, ώσπου πέθανε από πνευμονική εμβολή σε ηλικία 72 ετών, το 1861. Λίγα χρόνια πριν είχε αρχίσει να κερδίζει την καταξίωση που ο ίδιος πίστευε ότι του άξιζε.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Η γλώσσα ως "εργαλείο μαγείας": ιδέα


Ιδέα ήταν στα αρχαία ελληνικά η μορφή ή το είδος. Θέμα ιδ-, από τον αόριστο β΄ του ρήματος ὁρῶ. Η λέξη έλαβε εξέχουσα φιλοσοφική σημασία στον Πλάτωνα, όπου δήλωσε την αληθινή ουσία των όντων, της οποίας ο αισθητός κόσμος αποτελεί απλώς θολή αντανάκλαση. Οι Ιδέες ήσαν ουσίες αντιληπτές μέσω της όρασης. Να τονίσουμε επίσης ότι για τους Έλληνες μονάδα γνώσης ήταν η εικόνα. Μπορούμε να θυμηθούμε τις λέξεις εἶδος, εἴδωλον, θεῶμαι. Επίσης το ρήμα οἶδα, από όπου και η λέξη ἱστορία. Οι φιλόσοφοι για τον Πλάτωνα ήσαν τῆς ἀληθείας φιλοθεάμονες και για τον Έλληνα ο άνθρωπος, ζώντας στα όρια της μικρής αντικριστής πόλεως, ήταν από τη φύση του βλέμμα. Για να υπάρξει έπρεπε να στραφεί προς τον έτερο και σε αυτόν να καθρεφτιστεί.


Στα λατινικά το ρήμα ὁρῶ έγινε video. Από εκεί προέρχονται τα ρήματα που στις ευρωπαϊκές γλώσσες σημαίνουν βλέπω. Η λέξη «ιδέα» χρησιμοποιείται στις ευρωπαϊκές γλώσσες από το λατινικό επίθετο idealis: αγγλικά idea, γαλλικά idée, γερμανικά Idee. Σημαίνει την παράσταση των αισθητών αντικειμένων που σχηματίζεται στον νου, την αντίληψη καταστάσεων ή ιδιοτήτων. Ακόμα, ιδέα είναι κάθε αφηρημένη έννοια, η υποψία, όπως επίσης η εντύπωση που δημιουργείται σε κάποιον, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η εγκυρότητά της. Η λέξη έχει και τη σημασία της γνώμης, της άποψης ή της κρίσης που δημιουργείται ή διατυπώνεται από κάποιον. Η σκέψη ή γνώμη που διατυπώνεται ως πρόταση, η στιγμιαία σκέψη την οποία κάνει κανείς ή το υψηλό ιδανικό είναι ακόμα κάποιες από τις σημασίες της λέξης. Η γνώση είναι το αποτέλεσμα συλλογιστικών μηχανισμών και θεμελιωμένων νοητικών αποδείξεων που αποδεικνύουν την αυτονόμηση της ανθρώπινης λογικής. Είναι ό,τι ονομάζουμε Ορθολογισμό. Είναι ενδεικτικό ότι η ίδιας ρίζας ελληνικές  λέξεις «ιδεαλισμός» και «ιδεολογία», δηλαδή ένα σύνολο ιδεών παγιωμένο σε σύστημα, αποτελούν μεταγραφή των αντίστοιχων ξενικών όρων. Η πρώτη μαρτυρείται στα ελληνικά από το 1840 και η δεύτερη από το 1782.

Πηγή για την εικόνα: