Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

1816: η χρονιά δίχως καλοκαίρι

 

Το 1816 είναι γνωστό ως «η χρονιά δίχως καλοκαίρι». Τον Απρίλιο της προηγούμενης χρονιάς είχε εκραγεί στην Ινδονησία το ηφαίστειο Tambora. Η έκρηξη ακούστηκε μέχρι το νησί Σουμάτρα. 71000 υπολογίζονται οι νεκροί. Οι 60000 δεν πέθαναν από την τέφρα και τα αέρια της έκρηξης, αλλά λιμοκτόνησαν. Η έκρηξη προκάλεσε, επίσης, για τρία ολόκληρα χρόνια σοβαρές κλιματικές ανωμαλίες στο μεγαλύτερο μέρος του βορείου ημισφαιρίου, μεταξύ των οποίων και το φαινόμενο γνωστό με το όνομα «ηφαιστειακός χειμώνας». Η θερμοκρασία έπεσε κάθετα και η ατμόσφαιρα γέμισε με μια λεπτή σκόνη που εμπόδιζε τις ακτίνες του ήλιου να φτάσουν στη γη, με αποτέλεσμα έναν παρατεταμένο χειμώνα. Η αγροτική παραγωγή καταστράφηκε και τα ζώα πέθαναν. Οι άνθρωποι υπέφεραν. Πολλοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν.

Caspar David Friedrich, Two Men by the Sea (1817),
Βερολίνο, Alte Nationalgalerie.
Ο ζωγράφος φαίνεται επηρεασμένος από την ατμόσφαιρα
που επικρατούσε εκείνη τη χρονιά δίχως καλοκαίρι.

Εκείνο το υγρό και θλιβερό καλοκαίρι του 1816 o ποιητής Percy Bysshe Shelley και η επίσης συγγραφέας σύζυγός του Mary Shelley μαζί με την αδελφή της Claire Clairmont, αποφασίζουν να το περάσουν στην Ελβετία. Το σπίτι όπου μένουν γειτονεύει με τη Villa Diodatti, στο χωριό Cologny, δίπλα στη λίμνη της Γενεύης, που την έχει νοικιάσει ο Λόρδος Bayron και στην οποία έρχεται να μείνει με τον προσωπικό του γιατρό και συνοδό, ποιητή επίσης, τον John William Polindori. Η Claire γνωρίζει καλά τον Bayron. Πολύ καλά, μάλιστα. Η πρόσφατη ερωτική σχέση της μαζί του την έχει αφήσει έγκυο στο παιδί του. Αρχίζουν όλοι να κάνουν παρέα και στην αρχή, όπως το είχαν σχεδιάσει, περνούν τον χρόνο τους με περιπάτους στις όχθες της λίμνης και βαρκάδες. Όμως, η βροχή που πέφτει ακατάπαυστα τους υποχρεώνει να μένουν πολλές ώρες μέσα στο σπίτι. Αρχίζουν να βαριούνται. Για να διασκεδάσουν καθώς είναι καθισμένοι πλάι στο τζάκι, σκέφτονται να διαβάσουν ο ένας στον άλλον ιστορίες φαντασμάτων. Έχουν μαζί τους μια γαλλική συλλογή γερμανικών ιστοριών τρόμου, τη Fantasmagoriana. Αλλά κι αυτό το παιχνίδι κάποτε τους κουράζει.

Και τότε, ο Bayron έχει την ιδέα να γράψουν οι ίδιοι ιστορίες με φαντάσματα. Βάζουν την ιδέα σε εφαρμογή. Ένα απόσπασμα της ιστορίας που έγραψε ο Bayron τυπώθηκε αργότερα στο τέλος του ποιήματός του «Mazeppa». O Shelley γράφει πέντε τέτοιες ιστορίες, βασισμένες σε παιδικές του εμπειρίες, οι οποίες συγκεντρώνονται και εκδίδονται μετά τον θάνατό του με τον τίτλο Journal at Geneva (Ημερολόγιο της Γενεύης). Ο Polindori σκέφτεται μια σκοτεινή ηρωίδα, την οποία όμως πραγματικά δεν ξέρει καθόλου τι να την κάνει. Η πεζογραφία φαίνεται ότι δεν ταιριάζει στους ποιητές.

Η Mary Shelley δυσκολεύεται να βρει μια καλή ιδέα για τη δική της ιστορία. Όμως, παρακολουθώντας τις συζητήσεις των τριών ανδρών, μια νύχτα αϋπνίας συλλαμβάνει μια πραγματικά τρομακτική ιστορία. Ένας φιλοπερίεργος νεαρός σπουδαστής συναρμολογεί και δίνει ζωή σε ένα απαίσιο πλάσμα. Ο νεαρός, μόλις αντιλαμβάνεται την επιτυχία του, τρομάζει και φεύγει μακριά. Ησυχάζει μόνο με την ιδέα ότι η ζωή που εμφύσησε στο ανόσιο δημιούργημά του θα σβήσει. Δεν γίνεται έτσι. Βρίσκει το πλάσμα να στέκεται πλάι στο κρεβάτι του και να τον κοιτάζει με τα κίτρινα, άτονα μάτια του.

Το μακάβριο όραμα στοιχειώνει τη Mary Shelley, η οποία αποφασίζει να  το καταγράψει. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα διασημότερα λογοτεχνικά βιβλία του 19ου αιώνα. Ο τίτλος του: Frankenstein, or the Modern Prometheus (Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας).


Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Year_Without_a_Summer#/media/File:Caspar_David_Friedrich_-_Two_Men_by_the_Sea_-_WGA8249.jpg


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Alasdair MacIntyre: αφηγούμενοι τη ζωή μας


Κάποιος κραυγάζει, κυριολεκτικά βγάζει αφρούς, όταν θυμώνει. Ένας άλλος παραμένει πιο ήρεμος και κατευναστικός. Κάποια συνηθίζει να καλοδιπλώνει το φουλάρι γύρω από τον λαιμό της το καταχείμωνο, ψάχνοντας τα πιο εκκεντρικά δεσίματα. Μια άλλη το στριφογυρίζει μια-δυο φορές γύρω από τον λαιμό της, αφού νοιάζεται μόνο για το πώς θα την προστατεύσει από το κρύο.
Μπορεί άραγε κάποιος, που λατρεύει να παρατηρεί τους ανθρώπους, να βγάλει συμπεράσματα για τον «αληθινό» χαρακτήρα τους από τον τρόπο που συμπεριφέρονται, από τον τρόπο που ντύνονται, από τον τρόπο που χαμογελούν ή κλαίνε; Βεβαίως ναι, θα ισχυριστούν μερικοί. Αυτοί άλλο δεν κάνουν από το να βλέπουν και να υποθέτουν. Βεβαίως όχι, θα αντιτάξουν κάποιοι άλλοι. Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε τους άλλους από τις εξωτερικές τους αντιδράσεις. Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να τους καταλάβουμε από τέτοια σημάδια, επειδή έτσι οι άλλοι καθίστανται προβλέψιμοι –και, άρα, ακίνδυνοι. Αυτό εξυπηρετούν οι «ταμπέλες» που βάζουμε στους ανθρώπους, οι οποίες, όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αλλά αποτελούν αυθαίρετες γενικεύσεις. Εξάλλου, υπάρχει ένας ακόμα λόγος για να μην δίνουμε σημασία στα εξωτερικά σημάδια, ένας λόγος που σχετίζεται με τη δική μας εικόνα. Η δική μας αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά μάς ξεχωρίζει από τους άλλους, μας κάνει απρόβλεπτους, μυστηριώδεις, άρα, και ενδιαφέροντες.


Ένας σπουδαίος Σκωτσέζος νεοαριστοτελικός ηθικός φιλόσοφος, ο Alasdair MacIntyre, το σκέφτηκε ως εξής. Ο άνθρωπος, είπε, στη φαντασία του αλλά και στη ζωή του, είναι ένα ζώο αφηγηματικό (a story-telling animal). Στο ερώτημα «τι κάνω;» μπορεί να απαντήσει μόνον αφού προηγουμένως έχει σκεφτεί «ποιας ιστορίας είμαι κομμάτι». Κακές μητριές, εγκαταλελειμμένα παιδιά, όλα όσα ακούνε τα πιτσιρίκια στα παραμύθια δεν είναι παρά μια άσκηση για να αντιληφθούν τη σημασία ορισμένων ρόλων και να βάλουν τάξη σε έναν χαοτικό κόσμο. Ως υποκείμενα, είμαστε συγγραφείς της δικής μας ζωής και συγχρόνως ηθοποιοί στη ζωή των άλλων. Μόνο στη φαντασία μας ζούμε σύμφωνα με την αφήγηση που προτιμούμε. Στην πραγματική ζωή, ανεβαίνουμε στη σκηνή όχι από την αρχή του έργου, αλλά σε κάποιο σημείο του με βάση έναν σχεδιασμό που δεν είναι αποκλειστικά δικός μας. Ό,τι λέμε και κάνουμε επηρεάζεται σοβαρά και από τον ρόλο που οι άλλοι μάς αναθέτουν. Καθένας μας αφηγείται τη ζωή του, με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, αλλά, επίσης, του ανατίθεται κάποιος ρόλος και από τους άλλους, πράγμα που εμπλουτίζει και τροποποιεί τον αρχικό του ρόλο. Ζούμε με τους άλλους σε παράλληλες αφηγήσεις, που κάποιες φορές συναντιούνται. Κι έτσι ξεδιπλώνεται ο εαυτός μας μέσα σε μια αφηγηματική ενότητα η οποία κρατάει μια ζωή. Η προσωπική ταυτότητα δεν είναι υπόθεση συνέχειας ή ασυνέχειας του ψυχολογικού εγώ, αλλά ενότητας του αφηγηματικού χαρακτήρα, υποστηρίζει ο MacIntyre.
Τίποτα δεν αποδεικνύει τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό του, είναι το τελικό συμπέρασμα του MacIntyre. Το πώς μια κυρία δένει το φουλάρι στον λαιμό της δεν αποδεικνύει τίποτα για τον χαρακτήρα της, αποδεικνύει μόνον τον τρόπο με τον οποίο δένει το φουλάρι στον λαιμό της. Καμία λογική σχέση δεν υπάρχει μεταξύ των δύο. Ως εκ τούτου, από μια βαθύτερη αιτία, που σχετίζεται με το πώς οι ίδιοι αφηγούμαστε τη ζωή μας και το πώς αυτή καθορίζεται από τις αφηγήσεις των άλλων, καθένας μας παραμένει άλυτο αίνιγμα για τους υπόλοιπους.
Ο άνθρωπος είναι ζώο αφηγηματικό. Και, όπως όλοι οι αφηγητές, λέει αλήθειες και ψέματα. Για τον εαυτό του, για τη ζωή του. Είμαστε αυτό που θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε και είμαστε αυτό που οι άλλοι βλέπουν σ’ εμάς.  

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Για τη "μαύρη σειρά" της αστυνομικής λογοτεχνίας


Ο Marcel Duhamel ήταν ηθοποιός και σεναριογράφος, ο οποίος είχε, επίσης, ασχοληθεί με τη μετάφραση, μεταφράζοντας στα γαλλικά έργα του John Steinbeck και του Ernest Heminway. Το 1945 ο Duhamel ανέλαβε τη διεύθυνση μιας νέας σειράς των εκδόσεων Gallimard. Νονός της ήταν ο ποιητής Jacques Prévert και το όνομα που της χάρισε ήταν série noire (μαύρη σειρά), απολύτως ταιριαστό με το περιεχόμενό της: έργα αστυνομικής λογοτεχνίας. Με αυτήν την κίνηση, οι εκδόσεις Gallimard απαντούσαν στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση του κοινού για τέτοιου είδους βιβλία, τα οποία, ωστόσο, ακόμα θεωρούνταν περιθωριακά και υποδεέστερα. Το εξώφυλλο της νέας σειράς, κίτρινο και μαύρο, είναι εντυπωσιακό.


Η εκδοτική ιστορία της σειράς ξεκίνησε με τα βιβλία των Άγγλων Peter Cheney και James Hadley Chase. Σιγά-σιγά, όμως, προωθήθηκαν βιβλία της λεγόμενης αμερικανικής hardboiled αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Raymond Chandler, ο Dashiell Hammett, ο Chester Himes και ο William R. Burnett είναι μερικοί από τους συγγραφείς των οποίων τα βιβλία εκδόθηκαν στη συγκεκριμένη σειρά. Ποτοαπαγόρευση, gangsters, αστυνομική διαφθορά, οικονομική κρίση είναι τα αγαπημένα τους θέματα.
Έναν χρόνο μετά, το 1946, το πολύ επιτυχημένο όνομα της σειράς έδωσε στον Γάλλο κριτικό Nino Frank την ιδέα να ονομάσει μια ολόκληρη κατηγορία χολιγουντιανών ταινιών film noir: αστυνομικά, δικαστικά και κοινωνικά δράματα, ρομαντικά ειδύλλια κ.λπ.. Χαμηλός φωτισμός, βροχερά σκηνικά, οξείες ασπρόμαυρες αντιθέσεις, κυνικοί ιδιωτικοί detectives και femmes fatales είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά τους.
Τόσο η μαύρη σειρά των εκδόσεων Gallimard όσο και οι μαύρες ταινίες έγιναν εξαιρετικά δημοφιλείς και η εμπορική τους επιτυχία ήταν τεράστια. Όσο για την αισθητική τους αξία, αυτή άρχισε όλο και λιγότερο να αμφισβητείται.
Οι υπεύθυνοι της série noire αλλάζουν καθώς τα χρόνια περνούν, το ίδιο και οι εμφάνισή της, όμως φαίνεται ότι η βασική ιδέα έχει διάρκεια. Και οι αναγνώστες της ξαγρυπνούν, ριγμένοι σε έναν κόσμο κυνισμού, βίας και ανηθικότητας, που μοιάζει πολύ με τον πραγματικό.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Οι Επικούρειοι και ο θάνατος


Μαζί με τη ζωή, ο θάνατος είναι το ερώτημα που απασχολεί πιο συχνά τη Φιλοσοφία. Κυρίως την απασχολεί ο φόβος του θανάτου και η αγωνία για τη μεταθανάτια ζωή και διαρκώς ψάχνει να βρει τρόπους οι άνθρωποι να απαλλαγούν από αυτές τις δυο έγνοιες.
Πριν από περίπου 2300 χρόνια, οι Επικούρειοι, μαθητές του φιλοσόφου Επίκουρου που ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή του Κήπου, υποστήριξαν ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι σημαντικό και, πάντως, δεν χρειάζεται κανείς να τον φοβάται. Οι Επικούρειοι ήσαν υλιστές και πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελείται από άφθαρτα άτομα. Τα άτομα αυτά σχηματίζουν σώματα και μετά, αποσπώμενα από αυτά και συνενωμένα με διαφορετικό τρόπο, σχηματίζουν νέα σώματα. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διάσπαση των ατόμων που ενωμένα σχημάτιζαν προηγουμένως την ψυχή.
Αυτό οδηγεί σε δύο συμπεράσματα.
Πρώτα-πρώτα στο ότι η ψυχή, αντίθετα με τις πλατωνικές απόψεις, είναι θνητή. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Επίκουρο, η ψυχή είναι κι αυτή σώμα, διότι, για να είναι κάτι ζωντανό, πρέπει να έχει την ικανότητα να δρα και να υφίσταται τη δράση κάποιου εξωτερικού ποιητικού αιτίου. Ως σώμα η ψυχή δεν μπορεί να είναι αθάνατη. Επομένως, μετά τον θάνατο, όπως όλα τα σώματα, έτσι κι αυτή αποσυντίθεται.
Εάν τα πράγματα είναι έτσι, τότε –έλεγαν οι Επικούρειοι- ο θάνατος είναι μία διαδικασία ανάμεσα σε τόσες άλλες και, επομένως, όσοι γνωρίζουν τη φύση των πραγμάτων δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον φοβούνται. Εξάλλου, γιατί να μας βασανίζει ο φόβος, εφόσον, όταν μεν υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών, όταν δε είναι παρών, εμείς έχουμε πάψει να υπάρχουμε;
Το δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με τη μετά θάνατον ζωή. Όταν μιλούμε για μετά θάνατον ζωή, στην πραγματικότητα αυτό που μας απασχολεί είναι εάν θα απολαύσουμε μια αιωνιότητα ευτυχίας επειδή ζήσαμε ως δίκαιοι άνθρωποι ή μια αιωνιότητα δυστυχίας επειδή ζήσαμε ως άδικοι. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι αυτοί που μοιράζουν με δικαιοσύνη τη μεταθανάτια ευτυχία ή δυστυχία στους ανθρώπους. Όμως, αυτές οι αντιλήψεις, που έχουν επίσης την πηγή τους στον Πλάτωνα, είναι κεναί δόξαι  και δουλειά του φιλοσόφου είναι να τις ανασκευάσει. Αφού η ψυχή μας ως συνένωση ατόμων δεν επιβιώνει μετά τον θάνατο, είναι ανόητο να μιλούμε καν για μεταθανάτια επιβράβευση ή τιμωρία. Για ποιον λόγο, λοιπόν, αναρωτιόταν ο Επίκουρος- φορτώνουμε τη ζωή μας με μια περιττή αγωνία;
Ένας δεύτερος λόγος, εκτός από τις κενές δόξες, που μας κάνει να έχουμε ή όχι τον φόβο του θανάτου είναι, όπως έλεγε ο Επίκουρος, η αντίληψή μας για την ηδονή.

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights (1500-1505)
Μαδρίτη, Museo del Prado

Ηδονή καθόλου δεν σημαίνει, όπως εσφαλμένα πίστεψαν ορισμένοι, την παράδοση σε διασκεδάσεις και τέρψεις (σε κενές ηδονές, μη φυσικές και μη αναγκαίες), αλλά την προσπάθεια του ανθρώπου να μεγιστοποιήσει τις χαρές και να ελαχιστοποιήσει τους πόνους, σωματικούς και διανοητικούς. Για τον Επίκουρο, στόχος μιας καλής ζωής είναι η αποφυγή του σωματικού και του διανοητικού πόνου και η κατάκτηση της απονίας και της αταραξίας αντίστοιχα. Ο φόβος του θανάτου και η ανησυχία για τη μετά θάνατον ζωή ταξινομούνται στους διανοητικούς πόνους και αποστολή του σοφού είναι να βρει φάρμακο εναντίον τους.
Ζώντας περισσότερο ή επ’ άπειρον απολαμβάνουμε περισσότερη ηδονή; Η απάντηση του Επίκουρου είναι αρνητική, αφού η ηδονή δεν συνδέεται με την ποσότητα αλλά με την ποιότητα της ζωής μας. Κατά συνέπεια, ο θάνατος, ως τέλος της ζωής, δεν πρόκειται να μας στερήσει ηδονές, επειδή αυτές τις έχουμε ήδη γευτεί. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κάτι καλό. Είναι απλώς κάτι αδιάφορο.
νύποπτον θάνατος, καταλήγει ο Επίκουρος στην περίφημη Τετραφάρμακο.

Πηγή για την εικόνα:

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Η λογική πλάνη "No-true-Scotsman"


Φανταστείτε τον Hamish McDonald, έναν Σκωτσέζο που κάθεται διαβάζοντας την εφημερίδα του, τον Πρωινό Κήρυκα της Γλασκώβης. Εκεί βλέπει ένα άρθρο με τίτλο «Βρετανός σεξομανής χτυπά και πάλι». Ο Hamish σοκάρεται και δηλώνει: «Κανείς Σκωτσέζος δεν θα έκανε κάτι τέτοιο». Την επόμενη ημέρα, διαβάζοντας την ίδια εφημερίδα, βρίσκει ένα άρθρο για έναν άνδρα από το Aberdeen, του οποίου οι κτηνώδεις πράξεις κάνουν τον Βρετανό σεξομανή να μοιάζει σχεδόν αξιοπρεπής. Αυτό το γεγονός δείχνει ότι ο ισχυρισμός του Hamish ήταν εσφαλμένος, αλλά θα το παραδεχτεί; Απίθανο. Αυτήν τη φορά λέει: «Κανείς αληθινός Σκωτσέζος δεν θα έκανε κάτι τέτοιο».


Τούτη την ιστορία μπορείτε να την διαβάσετε στο έργο του Βρετανού φιλοσόφου Antony Flew με τίτλο Thinking about Thinking, το οποίο εκδόθηκε το 1975.
Τι θέλει να πει ο φιλόσοφος με αυτό το παράδειγμα; Ότι ένας ισχυρισμός, στην ουσία μια γενίκευση, όταν έρχεται σε αντίθεση με ενδείξεις που τον/την αμφισβητούν, τότε ούτε ο αρχικός  ισχυρισμός/γενίκευση απορρίπτεται ούτε οι ενδείξεις καταρρίπτονται. αντίθετα, ο ισχυρισμός/γενίκευση τροποποιείται ή αναδιατυπώνεται ώστε να αντιστοιχεί σε αυτές τις ενδείξεις.
Στην περίπτωση του Σκωτσέζου, το λογικό σφάλμα (γνωστό και ως “No-true-Scotsman” ή ως «επίκληση στην καθαρότητα» ή ως «επιπόλαιη συσχέτιση ιδιοτήτων») έγκειται στο γεγονός ότι δεν ορίζονται από την αρχή ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά του Σκωτσέζου ή, ακόμα καλύτερα, ολόκληρης της ειδικής κατηγορίας, δηλαδή όλων των Σκωτσέζων. Αυτή η ασάφεια επιτρέπει στον Hamish McDonald να αναπροσδιορίσει τις έννοιες όπως θέλει, χωρίς να μεταβάλει τον ισχυρισμό του, αλλά και χωρίς να αρνηθεί τις ενδείξεις. Ο Σκωτσέζος που αναφέρεται στην αρχή αλλάζει πολύ εύκολα σε «αληθινό Σκωτσέζο».
Έτσι, ο Hamish McDonald, με δεδομένα τα αποδεικτικά στοιχεία, πραγματοποιεί ένα είδος μετα-εξορθολογισμού, αφού μετατοπίζει τον στόχο ώστε ο ισχυρισμός του να απορρίπτει τις ενδείξεις που τον αμφισβητούν, με αποτέλεσμα να μην ισχύει για έναν υποτιθέμενο «αληθινό» Σκωτσέζο. Αλλά, να το πω κι αυτό. Δεν νομίζετε ότι ο «αληθινός» Σκωτσέζος είναι μάλλον ένα επιθυμητό ιδεώδες και λιγότερο μια πιθανή πραγματικότητα;
Οπωσδήποτε, με αυτόν τον τρόπο, ο Hamish McDonald πετυχαίνει –δολίως- να αποφύγει βάσιμες κριτικές που διατυπώνονται για το επιχείρημά του.
Πώς την θυμήθηκα αυτήν τη λογική πλάνη; Την θυμήθηκα, επειδή είναι πολύ συνηθισμένη. Την χρησιμοποιεί όποιος στριμώχνεται για διάφορα ζητήματα: τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει ένας «αληθινός» αριστερός, ένας «αληθινός» ειρηνιστής, βάλτε όποιο συμπλήρωμα θέλετε. Τα στοιχεία που μας προσπορίζει η πραγματικότητα δεν μεταβάλλουν τους ισχυρισμούς μας. Όλοι αυτοί οι ανύπαρκτοι και ουτοπικοί «αληθινοί» ζουν και βασιλεύουν, παρότι τα στοιχεία της πραγματικότητας άλλα λένε. Κι επιπλέον, τι θα πει «αληθινός» και τι όχι μπορεί να το αποφασίσει και να το επιβάλει ο οποιοσδήποτε, χωρίς να απαιτείται συναίνεση, προσδιορισμός, συγκεκριμενοποίηση.
Αλήθεια, πόσο βολικό!

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Ο μοχθηρός δαίμονας του Descartes


Ζούμε στον πραγματικό κόσμο ή σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων; Ό,τι παρατηρούμε γύρω μας υπάρχει έτσι όπως το βλέπουμε ή μήπως όχι; Ό,τι αντιλαμβανόμαστε είναι όπως το αντιλαμβανόμαστε ή όχι;
Εγώ, ας πούμε. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχω, και μάλιστα, καθισμένη μπροστά στον υπολογιστή μου, ετοιμάζω τώρα δα την επόμενη ανάρτηση του blog μου. Κι αν απλώς είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και ονειρεύομαι; Ποιο είναι το όργανο που μπορεί να επιβεβαιώσει τι από τα δύο συμβαίνει: είμαι ξύπνια ή ονειρεύομαι; Εξάλλου, πόσες φορές δεν έχω πεταχτεί από τον ύπνο μου ταραγμένη μετά από κάποιο πολύ ζωντανό όνειρο; Ναι, μα υπάρχουν και βέβαια πράγματα. Για παράδειγμα, 2+1=3. Είτε είμαι ξύπνια είτε βλέπω όνειρο, να μια μαθηματική σχέση που δεν αλλάζει.
Ο Descartes δεν είναι βέβαιος ούτε γι’ αυτό. Κι αν όλα είναι δουλειά ενός δαίμονα τόσο μοχθηρού που έχει βαλθεί να μας εξαπατά; Κι αν είναι αυτός που μας κάνει να λαθεύουμε κάθε φορά που προσθέτουμε το 2 και το 1;
Ο René Descartes, αμφιβάλλοντας υπερβολικά για το τι είναι πραγματικό, αφού οι αισθήσεις μάς έχουν τόσες φορές απογοητεύσει, δέχεται ότι ένας τέτοιος δαίμονας μπορεί να υπάρχει. Ναι. Μπορεί να υπάρχει. Και μπορεί να τον εξαπατά. Ε, λοιπόν, ας τον εξαπατά όσο θέλει. Κι αυτός ακόμα, παρά την κακία του, δεν μπορεί να τον εξαπατήσει για ένα τουλάχιστον πράγμα. Ο Descartes, ο οποίος αμφιβάλλει, για να μπορεί να αμφιβάλλει, πρέπει πάντως οπωσδήποτε να υπάρχει. Cogito ergo sum (σκέπτομαι, άρα υπάρχω) είναι η διάσημη φράση του και μια από τις πιο διάσημες φιλοσοφικές φράσεις.
Σπρώχνοντας τα πάντα στη σφαίρα της («ριζικής») αμφισβήτησης, ο Descartes κατορθώνει να απελευθερώσει και να απομονώσει τη βεβαιότητα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βεβαιώσει την ύπαρξη του εκτατού του σώματος (res extensa), μπορεί όμως να βεβαιώσει ότι είναι ένα σκεπτόμενο πράγμα (res cogitans). Ο σκεπτικισμός και ο ορθολογισμός στα καλύτερά τους! 
Κι εκεί, αιφνίδια, η ανάγκη να βρεθεί μια αρχή που θα ξεδοντιάσει την πιθανότητα ύπαρξης ενός απατεώνα δαίμονα τον οδηγεί στο μοναδικό κριτήριο ευκρίνειας που μπορεί να εγγυηθεί τη διατήρηση της βεβαιότητας: ο Descartes χρειάζεται τον Θεό, του οποίου η τελειότητα αποτελεί για μεν τον άνθρωπο εγγύηση για τη διατήρηση της βεβαιότητας, για δε τον ίδιο εγγύηση της ίδιας του της ύπαρξης (οντολογικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού).


Μια νεότερη εκδοχή του καρτεσιανού μοχθηρού δαίμονα, γνωστή ως σενάριο brain-in-a-vat (BIV), επινοήθηκε από τον Gilbert Harman. Σύμφωνα με αυτόν, αλλά και σύμφωνα με πολλά σενάρια επιστημονικής φαντασίας τα οποία η νοητική του σύλληψη τροφοδότησε, η αντίληψή μας για τον κόσμο είναι αποτέλεσμα πλάνης. Ένας τρελός επιστήμονας χωρίζει το σώμα από τον εγκέφαλό μας και τοποθετεί τον δεύτερο σε ένα δοχείο γεμάτο από ένα υγρό που τον συντηρεί ζωντανό. Ζούμε, επομένως, χωρίς να το ξέρουμε, σε μια εικονική πραγματικότητα, περίπου όπως οι ήρωες της εξαιρετικής σειράς ταινιών The Matrix, την οποία σκηνοθέτησαν οι Wachowskis, ή όπως συμβαίνει στην ταινία Inception σκηνοθετημένη από τον Christopher Nolan.
Μετά από όλα αυτά, ώρα να παραδοθώ κι εγώ στον ελεεινό απατεώνα που με ξεγελάει κάνοντάς με να νομίζω ότι ολοκλήρωσα το κείμενο και ήρθε η ώρα να το αναρτήσω στο blog μου!

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η παρέα των "άτακτων αγοριών"


Στις 14 Ιανουαρίου 1869 ανέβηκε στο Παρίσι, στο θέατρο Odéon, το έργο του François Coppée με τίτλο Le Passant. Η επιτυχία, ενισχυμένη και από μια παρεούλα κλακαδόρων που σε όλη τη διάρκειά του χειροκροτούσαν ασταμάτητα, ήταν μεγάλη. Ο Victor Cochinat, χρονικογράφος της εφημερίδας Le Naine Jaune, έγραψε τότε μια φράση για την παράσταση που έδωσε το όνομά της σε  μια καλλιτεχνική συντροφιά η οποία σχηματίστηκε εκείνη τη χρονιά: “Ah! C’était une belle réunion composée des bien vilains bonshommes” («Α! Ήταν μια ωραία επανένωση άτακτων αγοριών»).  
Ο Paul Verlaine, ο Léon Valade, ο Albert Mérat, ο Charles Cros και τα αδέλφια του Henry και Antoine, ο Camille Pelletan, ο Émile Blémont, ο Ernest d’Hervilly και ο Jean Aicard  ήσαν τα ιδρυτικά μέλη των Vilains Bonshommes (άτακτα αγόρια). Μαζί τους ήταν ο ίδιος ο François Coppée, ο ζωγράφος Henri Fantin-Latour, ο συγγραφέας Paul Bourget, οι καρικατουρίστες André Gill και Félix Régamey και οι παρνασσιστές Léon Dierx, Catulle Mendès, Théodore de Banville και Stéphane Mallarmé. Και ένας φωτογράφος: ο Étienne Carjat. Με πρόσκληση του Verlaine, στο δείπνο του Σαββάτου της 30ης Σεπτεμβρίου 1871, κατέφθασε στην παρέα, για να διαβάσει το “Bateau Ivre” («Μεθυσμένο Καράβι») και να αποθεωθεί, ο Arthur Rimbaud.
Ο Carjat, ο φωτογράφος της παρέας, που ήταν επίσης συγγραφέας, σκιτσογράφος, συνιδρυτής  του περιοδικού Le Diogène και εκδότης του Le Boulevard, δεν έχασε την ευκαιρία να φωτογραφίσει μερικά από τα διάσημα μέλη της συντροφιάς. Με την ικανότητά του να καθοδηγεί τα μοντέλα του σε φυσικές πόζες, χωρίς να τα ταλαιπωρεί όπως συνηθιζόταν σε εκείνη την πρώιμη φωτογραφική εποχή, αλλά και χωρίς να χρησιμοποιεί εκκεντρικά φόντα και εφέ, δημιούργησε έργα που διακρίνονται από ρεαλισμό και απλότητα.
   
Καρικατούρα του Alexandre Dumas από τον Étienne Carjat

Η περίφημη φωτογραφία του Charles Baudelaire από τον Étienne Carjat

Τον Ιανουάριο του 1872, στη διάρκεια ενός δείπνου, ξέσπασε σφοδρός καυγάς μεταξύ του Rimbaud και του Carjat. Ο πρώτος τον απείλησε με ξίφος και ο δεύτερος κατέστρεψε όλες τις φωτογραφικές πλάκες με τα πορτραίτα του Rimbaud. Επιβίωσαν μόνον 8 εκτυπώσεις από τις πρωτότυπες φωτογραφίες. Αυτή ήταν η τελευταία εμφάνιση του Rimbaud στα δείπνα των Vilains Bonshommes, που και αυτών η ιστορία δεν κράτησε πολύ: την ίδια χρονιά διαλύθηκαν.

Ο Arthur Rimbaud φωτογραφημένος από τον Étienne Carjat

Πηγή για τις εικόνες: