Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Ατομικά δικαιώματα


«Ο άνθρωπος πρέπει να πράττει έτσι ώστε να μεταχειρίζεται πάντοτε όλους τους άλλους ανθρώπους –όπως και τον εαυτό του- ως σκοπούς και όχι μόνον ως μέσα για την επίτευξη των πράξεών του»: αυτή είναι η βασική αρχή της ηθικής φιλοσοφίας του Immanuel Kant και αυτήν έχουν ως βάση οι θεωρίες του Αμερικανοεβραίου φιλοσόφου και καθηγητή στο Harvard Robert Nozick.
Ο Nozick, στο σημαντικό έργο του Anarchy, State and Utopia (Αναρχία, κράτος και ουτοπία) που εκδόθηκε το 1974, περιγράφει τα άτομα ως ιδιοκτήτες του εαυτού τους (self-owners), μια έννοια που παραπέμπει στη φιλοσοφία του John Locke. Πρόκειται για την αντίληψη που θέλει τα άτομα να έχουν την ιδιοκτησία του εαυτού τους, πιο συγκεκριμένα του σώματος, των ταλέντων, των ικανοτήτων και της εργασίας τους και, κατά συνέπεια των προϊόντων που προκύπτουν από τα ταλέντα, τις ικανότητες και την εργασία τους. Κάθε άτομο έχει πάνω στον εαυτό του όλα τα προνόμια που ένας αφέντης έχει πάνω στον δούλο του. Και βέβαια, η ίδια αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο δούλο του εαυτού του είναι τελείως αντίθετη με την υποδούλωση ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. Με άλλα λόγια, η σκλαβιά είναι κακή, επειδή ακριβώς ένας άνθρωπος νομιμοποιείται να υποτάσσεται μόνο στον εαυτό του.


Εάν όμως τα άτομα είναι, όπως τα περιγράφει ο Kant, σκοποί και ιδιοκτήτες του εαυτού τους, τότε –υποστηρίζει ο Nozick- έχουν δικαιώματα: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας και των καρπών του μόχθου τους. Το να έχεις κάτι σημαίνει πως έχεις μια δέσμη δικαιωμάτων –να κατέχεις αυτό το κάτι, να το διαθέτεις, να αποφασίζεις τι να το κάνεις. Αυτό σημαίνει ιδιοκτησία. Επομένως, το να είσαι ιδιοκτήτης του εαυτού σου, σημαίνει πως έχεις δικαιώματα πάνω σε ότι συγκροτεί αυτό που ονομάζουμε εαυτό και αυτά τα δικαιώματα λειτουργούν ως περιορισμοί για τον τρόπο που οι άλλοι ενεργούν και συμπεριφέρονται απέναντί σου.  
Το επόμενο βήμα για τον Nozick είναι, πάνω στις προηγούμενες αντιλήψεις, να στηρίξει την άποψή του ότι η φορολόγηση, ως μηχανισμός αναδιανομής προκειμένου οι σύγχρονες κοινωνίες να χρηματοδοτήσουν κρατικά προγράμματα πρόνοιας, είναι ανήθικη. Η φορολόγηση ισοδυναμεί με ένα είδος καταναγκαστικής εργασίας, εφόσον, όταν εσύ εργάζεσαι, το προϊόν της εργασίας σού αφαιρείται δια της βίας μέσω της φορολόγησης. Γίνεσαι τότε μερικώς υπόδουλος, εφόσον το κράτος σού παρέχει πρόσβαση σε ορισμένα κοινωνικά αγαθά, τα οποία στην ουσία χρηματοδοτούνται από τους φόρους που εξασφαλίζονται από την εργασία σου. Έτσι, κάθε πολίτης του κράτους γίνεται κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτήτης σου (ιδιοκτήτης του μόχθου σου), πράγμα αντίθετο με την αρχή της ιδιοκτησίας του εαυτού.


Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Nozick, τα κοινωνικά προγράμματα των σύγχρονων κρατών είναι ανήθικα, όχι μόνον επειδή είναι ανεπαρκή και κακοδιοικούμενα, αλλά γιατί μετατρέπουν τους πολίτες σε δούλους. Συνεπώς, μόνο το ελάχιστο κράτος μπορεί να δικαιολογηθεί, υποστηρίζει ο φιλόσοφος, εννοώντας ένα κράτος το οποίο, όπως το είχε διατυπώσει ο Locke, παίζει τον ρόλο του «νυχτοφύλακα», στον οποίο ανατίθενται τρεις κύριες λειτουργίες: η διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό, η τήρηση των συμβολαίων και η προστασία από εξωτερικές επιθέσεις. Ένα τέτοιο κράτος δεν νομιμοποιείται να ελέγξει τι τρώνε οι πολίτες του ή τι πίνουν (είναι το δικαίωμα στο σώμα τους), τι δημοσιεύουν ή τι διαβάζουν (είναι το δικαίωμα στον μόχθο τους), ούτε μπορεί να επιβάλει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ή τη δημόσια παιδεία (είναι το δικαίωμα στους καρπούς του μόχθου τους). Και βέβαια, δεν μπορεί να ρυθμίσει την οικονομική ζωή, μέσω π.χ. του προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, του ελέγχου της τιμής του ενοικίου κ.λπ., επειδή, εάν το κάνει, κινδυνεύει να προκαλέσει συνέπειες όπως η ανεργία, η καταβύθιση του πεδίου των ακινήτων κ.λπ.
Υποστηρίζει ο Nozick μια αναρχική κοινωνία; Η απάντηση είναι όχι, ακριβώς επειδή μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα και σε αυτήν, ισχυρίζεται ο φιλόσοφος, το ελάχιστο δυνατό κράτος που θα απαιτηθεί μπορεί επίσης να υποδουλώσει τους πολίτες του, ενώ, επιπλέον, οι ανάγκες των ανθρώπων θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στη λειτουργία αγοράς, της οποίας η αναγκαιότητα για νόμους θα κατέληγε στη νόμιμη χρήση βίας, που και αυτή θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να χρηματοδοτηθεί –η φορολόγηση θα ήταν το πιο πρόσφορο μέσον.
Η πολιτική φιλοσοφία του Nozick κινείται στη μεγάλη παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, όπως διαμορφώθηκε από τον Hobbes, τον Locke και τον Rousseau, με τη διαφορά ότι γι’ αυτόν τα ατομικά δικαιώματα δεν έπονται αλλά προηγούνται του κοινωνικού συμβολαίου, και μάλιστα θέτουν περιορισμούς στον σχεδιασμό του.
Ο Robert Nozick πέθανε το 2002, σε ηλικία 64 χρονών.

Πηγές:

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Η κοινοτοπία του κακού


Το 1959, η ισραηλινή Μοσάντ κατάφερε να εντοπίσει στην Αργεντινή τον Γερμανό αντισυνταγματάρχη Adolf Eichmann, τον άνθρωπο που είχε χαρακτηριστεί αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, της μαζικής δολοφονίας 6 εκατομμυρίων Εβραίων. Ο Eichmann μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και μετά από 9 μήνες, στις 11 Απριλίου 1961, άρχισε εκεί η δίκη του. Κατηγορήθηκε για 15 εγκλήματα, ανάμεσα στα οποία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα εναντίον του εβραϊκού λαού, συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση.


Η ισραηλινή κυβέρνηση φρόντισε ώστε η δίκη να καλυφθεί ευρέως από τα μεγαλύτερα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το περιοδικό The New Yorker έστειλε στη δίκη τη ρεπόρτερ Hanna Arendt. Επρόκειτο για τη σπουδαία Γερμανοεβραία φιλόσοφο, μαθήτρια και ερωμένη στο παρελθόν του Martin Heidegger, η οποία από το 1950 είχε αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα, ενώ το 1951 είχε ταράξει τα νερά διερευνώντας τις ομοιότητες μεταξύ ναζισμού και σταλινισμού στο κλασικό έργο της Les origins du totalitarisme (Πηγές του ολοκληρωτισμού).
Η Arendt παρατηρούσε τον Eichmann σε όλη τη διάρκεια της απολογίας του: κλεισμένος μέσα σε ένα γυάλινο αλεξίσφαιρο κλουβί, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, σκούπιζε διαρκώς τη μύτη του, υποστηρίζοντας πως με ό,τι έκανε ωφελούσε τη Γερμανία. Δεν επρόκειτο για το ναζιστικό τέρας που είχε φανταστεί η Arendt, αλλά για ένα ανθρωπάκι, για έναν ασήμαντο και μικρό άνθρωπο, όμοιο με πολλούς από αυτούς που μας περιτριγυρίζουν, ο οποίος, στερημένος από λογική σκέψη, ενεργούσε ως γραφειοκράτης και δικαιολογούσε τα εγκλήματά του ως καθήκον, ως την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί με τους κανόνες.  


Αυτή η εμπειρία της Arendt ήταν η αφορμή για το διάσημο έργο της Eichmann à Jerusalem (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ) και τον ακόμη πιο διάσημο υπότιτλό του La banalité du mal (Η κοινοτοπία του κακού).
Ο χαρακτηρισμός του κακού ως κοινότοπου στόχευε στο να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αντίληψη ότι οι θηριωδίες των Ναζί προέρχονταν από την κακόβουλη θέλησή τους να κάνουν το κακό. Ο Eichmann, ισχυρίζεται η Arendt, συμμετείχε στην «τελική λύση» όχι επειδή ήταν ένα διεστραμμένο τέρας, αλλά επειδή δεν διέθετε ούτε σκέψη ούτε κρίση. Δεν επρόκειτο για την παρουσία του μίσους σε αυτόν, αλλά για την απουσία της ικανότητας εκείνης που θα τον έκανε να δει τις πράξεις του ως κάτι απτό. Ο Eichmann δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει εσωτερικά με τον εαυτό του, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποκτήσει αυτογνωσία και να αντιληφθεί τον σατανικό χαρακτήρα τον πράξεών του.


Τι ήταν, όμως, αυτό που του στερούσε τη σκέψη και τη κρίση; Εγκλωβισμένος σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης, στην ιδεολογία του ναζισμού εν προκειμένω, και βλέποντας τα πράγματα μέσα από παραμορφωτικό φακό, ο Eichmann ό,τι έκανε το θεωρούσε προφανές και κανονικό. Οι πιο ειδεχθείς πράξεις μπορούν με αυτόν τον τρόπο να γίνουν «κοινότοπες». «Έτσι συμβαίνουν τα πράγματα»: αυτή είναι η φράση που αιτιολογεί, αλλά καθόλου δεν δικαιολογεί, πολλές από τις ανήθικες πράξεις μας, συχνά προκαλώντας δεινά πολύ μεγαλύτερα από το εσκεμμένο κακό.
Αρνείται η Arendt την ενοχή του Eichmann; Προφανώς όχι. Απλώς του αποδίδει περιορισμένη δυνατότητα ηθικού προβληματισμού για τις πραγματικές συνέπειες της θέσης του. Σύμφωνα με τη φιλόσοφο, δεν ήταν ο εγγενής αντισημιτισμός του, αλλά η ευσυνειδησία και η προσήλωση στο καθήκον, που τον έκαναν να διαπράξει τις αποτρόπαιες πράξεις του.
Το κακό δεν προέρχεται, λοιπόν, μόνον από κάποιους υπερ-κακούς σαν αυτούς που πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Batman, για τους οποίους είναι συνειδητή επιλογή, αλλά από ανθρώπους «της διπλανής πόρτας», όπως είμαστε όλοι εμείς, που μπορεί να εγκληματήσουμε δίχως καν την επίγνωση ότι διαπράττουμε έγκλημα, πάσχοντας από την ασθένεια της τυφλής υπακοής σε ιδεολογίες και ενεργώντας ως γρανάζια ενός μηχανισμού, αγνοώντας την ατομικότητα και τη λογική μας κρίση.


Και έτσι γίνονται επίκαιρες οι προτροπές του Immanuel Kant Sapere aude” (=να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου) και του Ralph Waldo Emerson Trust thyself” (=πίστεψε στον εαυτό σου). Η συμμόρφωση και η ομοιομορφία είναι ο εχθρός. Η γλυκύτητα και η ανεξαρτησία της μοναξιάς είναι το φάρμακο.
Ο Eichmann καταδικάστηκε σε απαγχονισμό. Η ποινή του εκτελέστηκε μέσα στα πρώτα λεπτά της πρώτης ημέρας του Ιουνίου 1962 στη φυλακή της Ramla. Η σορός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου από ένα ισραηλινό περιπολικό σκάφος.

Πηγές:

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Edmond Rostand: το λοφίο


Στις 4 Ιουνίου 1903, ο Edmond Rostand κάθεται στη θέση Νο 31 της Γαλλικής Ακαδημίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο εισιτήριος λόγος του νέου Αθανάτου πρέπει  να γίνει στη μνήμη του προκατόχου του Henri de Bornier. Σ’ αυτόν τον λόγο, ο Rostand επεξηγεί τη σημασία που έχει γι’ αυτόν το «panache» (=λοφίο). Ναι, αυτή η δέσμη από φτερά που διακοσμεί τα καπέλα των ιπποτών και που άρχισε να πρωτοχρησιμοποιείται από τον βασιλιά Ερρίκο IV, ο οποίος προέτρεπε τους στρατιώτες του να ακολουθούν στη μάχη το δικό του λευκό «panache», στολίδι του κράνους του.
«Το λοφίο», λέει ο Rostand στον λόγο του, «δεν είναι το μεγαλείο, αλλά κάτι που προστίθεται σ’ αυτό, κάτι που κινείται πάνω απ’ αυτό. Είναι  ένα φτερούγισμα, μια υπερβολή –κατιτί λιγάκι σγουρό […], το λοφίο είναι το πνεύμα της ανδρείας. Το να γελάς όταν αντιμετωπίζεις τον κίνδυνο, αυτό είναι η ύψιστη ευγένεια, μια ντελικάτη άρνηση να παραδοθείς στο τραγικό. Το λοφίο είναι, λοιπόν, η σεμνότητα του ηρωισμού, όπως ένα χαμόγελο συγγνώμης από κάποιον που είναι μεγαλειώδης».


Το λοφίο παρουσιάζεται ως το υλικό σύμβολο μια ηθικής στάσης με τα χαρακτηριστικά του μεγαλείου και τον αέρα του ηρωισμού, που βρίσκει τον ιδανικό του εκφραστή, το αρχέτυπό του, στο πρόσωπο του Cyrano de Bergerac. Έντιμος με τον εαυτό του και με τους άλλους αυτός ο γενναίος Γασκόνος με τη μεγάλη μύτη («σαν ακρωτήριο, σαν χερσόνησος»), πιστός στα ιδανικά της ομορφιάς και της αγνότητας, μάχεται υπερασπιζόμενος μια ορισμένη ιδέα της ποίησης. Θρεμμένος αποκλειστικά με όμορφες λέξεις και φράσεις, εν τέλει ξεχνάει να ζήσει, και όσο οι άλλοι τρώνε, πίνουν και ερωτεύονται, εκείνος αρκείται στο να απαγγέλλει τα ποιήματά του, ακόμη και στη σκιά ενός άλλου.
Επιδεικτικός -σχεδόν φαναφαρόνος- στην αρχή, μελαγχολικός, ακόμη και δραματικός προς το τέλος, αποκαλύπτει τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που τον βασανίζουν σ’ εκείνη την περίφημη σκηνή στην οποία εξηγεί γιατί κατηγορηματικά αρνείται να δεχτεί αφεντικό στην ποίησή του:

«Ένα προστάτη ισχυρόν και πάτρωνα να εύρω,
Και σαν τον σκοτεινό κισσόν, εις τον κορμόν του δένδρου
Τριγύρω να τυλίγωμαι και στήριγμά μου νάνε,
Κι ενώ φιλώ την φλοίδα του, με δόλον να σκαλώνω,
Αντί με σθένος ν’ ανεβώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου! […]
Να υφίσταμ’ εξευτελισμούς παντοίους καθ’ εκάστην
Κι από το δρόμο την κοιλιά να έχω αφανισμένη,
Και δέρμα, που ακάθαρτον πάντα στο γόνυ νάνε;
Η ράχη μου να εκτελή παιγνίδια ευκαμψίας;
Ευχαριστώ ποτέ, ποτέ! […]
[…] Αλλά … να ψάλλω
Ρεμβός να είμαι, να γελώ, μονάχος να διαβαίνω,
Ελεύθερος, με οφθαλμούς που σε καλοκυττάζουν,
Με παλλομένην την φωνήν, και όταν μου αρέση
Να βαίνω το καπέλλο μου στραβά, μονομαχίαν
Για ένα όχι, για ένα ναι να κάμω –ή δυο στίχους!
Να σκέπτωμαι, αμέριμνος για πλούτον ή για δόξα,
Να κάμω το ταξείδι μου, που θέλω, στο φεγγάρι! […]
Κι εάν ακόμα μία δρυς δεν είσαι ή φιλύρα,
Ίσως να μην υψώνεσαι πολύ ψηλά, πλην μόνος!


Το έργο του Edmond Rostand, με τίτλο Cyrano de Bergerac και πρωταγωνιστή τον ομώνυμο ήρωα, ανεβαίνει στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου του 1897. Κάμποσα χρόνια νωρίτερα, στον γαλλοπρωσικό πόλεμο, η Γαλλία έχει χάσει την Αλσατία και τη Λωρραίνη. Η τιμή της χώρας έχει υποστεί βαρύ πλήγμα. Το τραύμα δεν έχει ακόμη επουλωθεί. Η πολιτική της «revanche» επικρατεί σε μια Γαλλία η οποία επιθυμεί να ανακτήσει το γόητρό της και ετοιμάζεται για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο που είναι στα σκαριά.
Στο διάλειμμα της παράστασης το κοινό χειροκροτεί όρθιο, ενώ ο υπουργός οικονομικών Georges Cochery βγάζει το παράσημο της λεγεώνας της τιμής που φοράει και το καρφιτσώνει στο στήθος του συγγραφέα. Στο τέλος του έργου, ο Cyrano πεθαίνει με τους στίχους:

«Μου αποσπάτε όλα μου, την δάφνην και το ρόδον!
Πάρτε τα όλα! Κάτι τι όμως μαζύ μου παίρνω
Στο πείσμα σας, και σαν εμπώ απόψε στου θεού μας
Το ουράνιο κατώφλιον, με τον χαιρετισμόν μου
Θε να σαρώσω κάτι τι χωρίς καμμιά κηλίδα
Καμμιά πτυχή, στο πείσμα σας παίρνω μαζύ,
Κι αυτό ‘ναι … το λοφίον μου».

Το λοφίο: αυτή είναι η τελευταία λέξη του ήρωα και του έργου. Πεθαίνει με το λοφίο του, δηλαδή με τιμή και δόξα, τη στιγμή που ο σκοτεινός του αντίπαλος, ο κόμης de Guiche, σε ώρα πολέμου, δεν διστάζει να το πετάξει μακριά για να μην τον αναγνωρίσουν σώζοντας έτσι το τομάρι του.


Το κοινό χειροκροτεί χωρίς σταματημό για είκοσι ολόκληρα λεπτά. Στο πρόσωπο του Cyrano επιδοκιμάζει το μεγαλείο και τη γενναιότητα, αυτή την ιδιότυπη ποιότητα και χάρη: την κίνηση τού να μετατρέπεται η ήττα στο πεδίο της δράσης σε νίκη στο πεδίο της ψυχής και της καρδιάς. Μια ποιότητα που όσοι εκείνο βράδυ παρακολούθησαν την παράσταση την θεώρησαν αποκλειστικά γαλλική, ωστόσο εμείς, αιώνες μετά, την βλέπουμε χωρίς εθνικό πρόσημο, κατάλληλη και αναγκαία για κάθε τόπο και για κάθε εποχή. Είδος προς εξαφάνιση και μαζί είδος που χρειάζεται προστασία όπου και όποτε το συναντούμε.

Πηγές:

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Alexis de Tocqueville, Η δημοκρατία στην Αμερική


Το 1831 ο νεαρός Alexis-Henri-Charles, υποκόμης de Tocqueville, συνοδευόμενος από τον στενό του φίλο Gustave de Beaumont, έφυγε από το Παρίσι για την Αμερική. Αποστολή του ήταν να μελετήσει το εκεί σωφρονιστικό σύστημα και να συγγράψει σχετική μελέτη για λογαριασμό της Ιουλιανής Μοναρχίας. Αποδέχθηκε την αποστολή, επειδή του έδινε την ευκαιρία να εγκαταλείψει τη Γαλλία, στην οποία η πολιτική του θέση γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Τον Tocqueville, ο οποίος, όπως αναφέρει ο βιογράφος του Hugh Brogan, απεχθανόταν τον όχλο του Παρισιού, λάτρευε την ερειπωμένη έπαυλή του σε μια ακτή της Νορμανδίας και αγαπούσε με φανατισμό τη Γαλλία, δεν τον εμπιστευόταν καμία πολιτική παράταξη. Κυρίως όσοι υποστήριζαν τον Λουδοβίκο-Φίλιππο ήξεραν καλά πως ο νεαρός, αν και είχε ορκιστεί ότι θα υπηρετήσει τον νέο βασιλιά, στην πραγματικότητα δεν συμπαθούσε το καθεστώς.


Ο Tocqueville έμεινε στην Αμερική λιγότερο από δύο χρόνια. Καρπός αυτού του ταξιδιού, εκτός από τη μελέτη που του ζητήθηκε, ήταν η συγγραφή και ενός από τα σπουδαιότερα βιβλία συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης με τίτλο De la Démocratie en Amerique (Η δημοκρατία στην Αμερική). Σε αυτό ο Tocqueville, απευθυνόμενος πρωτίστως στους Γάλλους συμπατριώτες του, χαμένους σε μια αέναη αναζήτηση της ιδανικής δημοκρατίας, γίνεται εξόχως εύγλωττος, εξηγώντας πώς λειτουργεί στην πράξη η αμερικανική δημοκρατία σε επίπεδο διοικητικό και νομοθετικό. Πώς θέτει νόμους, ελέγχοντας τα -κοινά εξάλλου- ανθρώπινα πάθη, και αποφεύγοντας επιπλέον την αναρχία.
Όλοι οι Αμερικανοί εργάζονται και μάλιστα θεωρούν την εργασία ύψιστη κοινωνική αξία, παρατηρεί έκπληκτος ο Γάλλος στοχαστής, κάτι που δεν είναι αυτονόητο στη δική του χώρα, τουλάχιστον όχι για τους αριστοκράτες. Κι ακόμα, στην Αμερική, η ισότητα συνυπάρχει σε αγαστή σύμπνοια με τον φιλελευθερισμό. Κι εκεί που ο Tocqueville εντυπωσιάζεται, αρχίζει κιόλας να ανησυχεί. Μήπως η πίεση της πλειοψηφίας γίνει τυραννική; Μήπως η δημοκρατία εμπεριέχει έναν δεσποτισμό πιο ισχυρό και από αυτόν της μοναρχίας; Μήπως η καθολική ψήφος έχει ως συνέπεια την άπειρη επέκταση των κρατικών δαπανών κι αυτή οδηγήσει σε γενικευμένη προσοδοθηρία (ό,τι ονομάζουμε σοσιαλισμό); Μήπως η ισχύς της πλειοψηφίας περιορίζει την επικράτηση ικανών και άξιων ανθρώπων;


Συνοπτικά διατρέχοντας το έργο του, θα λέγαμε ότι στον πρώτο τόμο, ο Tocqueville επιχειρεί να περιγράψει τη θεσμική λειτουργία της Αμερικής (από το επίπεδο της κοινότητας ως την Ένωση, περνώντας από την κομητεία και την πολιτεία). Ακτινογραφεί τη δημοκρατία και επισημαίνει τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία της. Επισημαίνει τη σημασία των νόμων και των ηθών για την επιβίωση μιας δημοκρατίας. Ενθουσιάζεται με το δικαστικό σύστημα και εκπλήσσεται από τη συνταγματική ευφυΐα της Ένωσης των Πολιτειών που συνδυάζει τα πλεονεκτήματα των μικρών και των μεγάλων εθνών. Στον δεύτερο τόμο, γίνεται περισσότερο ανθρωπολόγος. Σε μια σχεδόν ψυχολογική προσέγγιση, επιχειρεί να σκιαγραφήσει τα βασικά στοιχεία του αμερικανικού χαρακτήρα.
Συνοψίζοντας, σύμφωνα με τον Tocqueville, στην Αμερική η δημοκρατία περιφρουρείται, η τυραννία της πλειοψηφίας και της κοινής γνώμης αποφεύγεται και η πολιτική ελευθερία διασφαλίζεται, επειδή οι κοινότητες αυτοδιοικούνται, οι πολίτες μετέχουν ενεργά στα κοινά, ο τύπος είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος και η δικαιοσύνη λειτουργεί με το σύστημα των ενόρκων.
Από τα πολλά θέματα του έργου του, αξίζει να αναφερθούμε  στον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν, όπως περιγράφει, τον ατομισμό αξιοποιώντας το δόγμα του καλώς εννοούμενου συμφέροντος (μια ιδέα που θυμίζει πολύ τις απόψεις του Adam Smith). Σε μία αριστοκρατική κοινωνία, υποστηρίζεται η ιδέα ότι για να κάνει κανείς το καλό πρέπει να ενεργεί χωρίς συμφέρον. Σε μία δημοκρατική κοινωνία, φαίνεται περισσότερο ότι το ατομικό συμφέρον των πολιτών συνίσταται στο να δουλεύουν για την κοινή ευημερία. Αυτό επιτρέπει να συνδυάζεται η επιδίωξη της ατομικής ευημερίας με αυτή των συμπολιτών του κάθε ανθρώπου. Αυτή τη γενική θεωρία, την οποία οι Αμερικανοί συστηματοποίησαν, ο Tocqueville την ονομάζει “lintérêt bien-entendu” (=καλώς εννοούμενο συμφέρον). Δεν παράγει πράξεις μεγάλης ευλάβειας, αλλά προτείνει μικρές θυσίες καθημερινά. Δεν κάνει τον άνθρωποι ενάρετο, αλλά παράγει πολίτες ήπιους, νηφάλιους, μετριοπαθείς, συνετούς και ανεξάρτητους. Ο φιλελεύθερος Tocqueville δεν διστάζει να υποστηρίξει ότι αυτό το δόγμα είναι που αρμόζει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα στις ανάγκες των ανθρώπων του καιρού του. Ουσιαστικά, το ατομικό συμφέρον έγινε το μόνο κίνητρο της δράσης των ανθρώπων, αλλά κάθε Αμερικανός ξέρει να θυσιάζει ένα μέρος των συμφερόντων του για να διασώζει τα υπόλοιπα.


Τι κάνει το έργο του Tocqueville σημαντικό; Πρώτα-πρώτα, ότι αναφέρεται στην αμερικανική δημοκρατία από εξωτερική οπτική γωνία, καθώς ο ίδιος προέρχεται από μια κοινωνία αριστοκρατική. Όσα βλέπει τον εντυπωσιάζουν, αν και δεν διστάζει, όπου χρειάζεται, να ασκήσει κριτική, εφόσον η  δημοκρατία αποτελεί για εκείνον ιδεώδες, αλλά δεν παύει να αντιλαμβάνεται και τους πιθανούς κινδύνους της. Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι ανθρωπολογικές του παρατηρήσεις και οι πολιτικές του αναλύσεις για τους Αμερικανούς εξακολουθούν να είναι ισχυρές μέχρι σήμερα, και σε έναν βαθμό προφητικές. Τέλος, οι αναλύσεις του είναι συγκριτικές: η δημοκρατική κοινωνία της Αμερικής εξετάζεται σε συσχετισμό με την αριστοκρατική κοινωνία της Ευρώπης υπό το παλαιό καθεστώς, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα όσα η δημοκρατία οφείλει στον φιλελευθερισμό, ενώ προβλέπει ταυτόχρονα την αντιφιλελεύθερη εξέλιξη της Ευρώπης.

Πηγές:

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Henry David Thoreau, πολιτική ανυπακοή


Στις 30 Απριλίου 1844, μια φωτιά, την οποία απρόσεκτα προκάλεσαν ο εικοσιεξάχρονος συγγραφέας και φιλόσοφος Henry David Thoreau και ο φίλος του Edward Hoar, κατακαίει ένα μέρος του δάσους της Μασαχουσέτης. Στις 4 Ιουλίου 1845 (ημέρα διαλεγμένη όχι τυχαία), ο Thoreau επιλέγει να αποσυρθεί σε μια αναδασωμένη περιοχή, σε μια έκταση ιδιοκτησίας του Ralph Waldo Emerson, κοντά στη λίμνη Walden. Ζει εκεί για 2 χρόνια, με τα πιο στοιχειώδη μέσα, σε μια καλύβα που την κατασκευάζει ο ίδιος, έχοντας ανάγκη να συγκεντρωθεί, να αφοσιωθεί στο γράψιμο και να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα από την επαφή με τη φύση. «Να γευτεί», όπως λέει ο ίδιος στο βιβλίο του Walden or Life in the Woods (Walden ή Η ζωή στο δάσος) στο οποίο περιγράφει την εμπειρία του, «μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξει όλο της το μεδούλι».


Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Thoreau προκαλούσε με την εκκεντρική του συμπεριφορά. Μια πολύ διαδεδομένη φήμη τού αποδίδει ότι αρνήθηκε να παραλάβει από το Πανεπιστήμιο του Harvard, όπου είχε σπουδάσει, το πτυχίο που χορηγούσε σε όποιον 3 χρόνια μετά την αποφοίτησή του ήταν ακόμα ζωντανός και είχε την οικονομική ευχέρεια να καταβάλει το ποσόν των 5 δολαρίων. Η δηκτική του αναφορά στο γεγονός ότι αυτά τα πτυχία κατασκευάζονταν από περγαμηνή ήταν: «Let every sheep keep his own skin» (=ας αφήσουμε τα πρόβατα να κρατήσουν το δέρμα τους).
Ακριβώς έναν χρόνο μετά την εγκατάστασή του στο δάσος κι ενώ μαινόταν ο μεξικανο-αμερικανικός πόλεμος, ο Thoreau έλαβε ένταλμα από τον έφορο κ. Sam Staples να πληρώσει ληξιπρόθεσμες οφειλές του 6 ετών. Εκείνος αρνήθηκε να το πράξει ως κίνηση διαμαρτυρίας εναντίον του πολέμου και της δουλείας, άρνηση που τον οδήγησε για μια νύχτα στη φυλακή. Ήταν μια πολύ έντονη εμπειρία για τον νεαρό φιλόσοφο, ο οποίος, στο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 1848, έδωσε διάφορες διαλέξεις με θέμα «The Rights and Duties of the Individual in Relation to Government» (=Δικαιώματα και υποχρεώσεις του ατόμου έναντι της κυβέρνησης). Αυτές οι διαλέξεις αποτέλεσαν τη βάση για το διασημότερο έργο του με τίτλο Resistance to Civil Government (Αντίσταση στην αστική κυβέρνηση), πιο γνωστό ως Civil Disobedience (Πολιτική ανυπακοή). Πολλά χρόνια αργότερα, ο Mahatma Gandhi δημιούργησε τη δική του satyagraha και ο Martin Luther King προσέθεσε στην πολιτική ανυπακοή του Thoreau τον προσδιορισμό «non-violent».
Ήταν ο Henry David Thoreau αναρχικός;  Παρόλο που μοιάζει σαν τέτοιος, στην πραγματικότητα ο φιλόσοφος ήταν ένας libertarian, ο οποίος υποστήριζε τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες, τη μη παρεμβατικότητα (non-interventionism) και την οικονομία του laisez-faire. Και ναι, αρνήθηκε να πληρώσει τους φόρους του, επειδή δεν ήθελε με αυτούς να στηρίξει τις ανήθικες επιλογές της κυβέρνησής του. Όπως επίσης, τάχθηκε ανοιχτά κατά των Fugitive Slave Laws, και μάλιστα ο ίδιος βοήθησε πολλούς σκλάβους να δραπετεύσουν.


Με το παράδειγμά του, ο Thoreau κηρύσσει την εγκυρότητα της συνειδησιακής αντίρρησης έναντι των άδικων νόμων, την ανάγκη αντίστασης απέναντι σε μια ηθικά διεφθαρμένη αρχή, επιδιώκοντας ωστόσο όχι την κατάργηση αλλά τη βελτίωση της κυβερνητικής εξουσίας. Τονίζει ότι το κοινωνικό consensus δεν σημαίνει πως κάτι είναι ηθικό ή δίκαιο, ούτε τo θεωρεί αρκετό για να νομιμοποιήσει μια ηθικά διεφθαρμένη κυβέρνηση. Όπως κάθε συνεπής φιλελεύθερος, εκτιμά ότι το άτομο είναι η υψηλότερη ανεξάρτητη εξουσία, την οποία πρέπει να σέβεται ένα πραγματικά ελεύθερο και φωτισμένο κράτος, και εξηγεί ότι κανείς δεν προσφέρει καλές υπηρεσίες στη χώρα του όταν καταπιέζει την ηθική του συνείδηση υπακούοντας σε ανήθικους νόμους.
«Σε ένα καθεστώς που φυλακίζει άδικα, η θέση του δικαίου είναι στη φυλακή», είναι μία από τις πιο διάσημες φράσεις του. Για την ιστορία, ο Thoreau αποφυλακίστηκε, όταν, παρά τη δική του επιθυμία, οι φόροι τους οποίους όφειλε πληρώθηκαν από ανώνυμο δότη, πιθανότατα από τη θεία του.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Frédéric Bastiat: ήλιος stop!


Το 1845 μια ανοιχτή επιστολή απευθύνεται προς το γαλλικό Κοινοβούλιο υπογεγραμμένη από τους κατασκευαστές κηρών, σπαρματσέτων, λαμπών, πολυελαίων, φανών δρόμου, ψαλιδιών καύτρας και κηροσβεστών και των παραγωγών ζωικού λίπους, ελαίου, ρητίνης, οινοπνεύματος, και γενικά όσων προϊόντων σχετίζονται με τον φωτισμό.
Τι ζητούν όλοι αυτοί οι αξιοσέβαστοι επαγγελματίες που έχουν ως κύρια δραστηριότητά τους τον φωτισμό; Ζητούν από το κράτος να προστατεύσει τη συντεχνία τους από τον αθέμιτο ανταγωνισμό με έναν πολύ ισχυρότερό τους αντίπαλο, τον ήλιο, ο οποίος κάθε πρωί κατακλύζει με φως την αγορά σε τιμή απίστευτα χαμηλότερη καταδικάζοντάς τους σε παραγωγική απραξία. Μεταγράφοντας την απαίτησή τους με όρους οικονομικούς, οι εν λόγω κύριοι ζητούν να προστατευθεί η χώρα, ώστε η αγορά της να μην πλημμυρίσει από φτηνά εισαγόμενα προϊόντα. Προτείνουν,  λοιπόν, να ψηφιστεί νόμος που θα διατάζει να κλείσουν όλα τα ανοίγματα (παράθυρα, φεγγίτες, αμπαζούρ, παραθυρόφυλλα,  κουρτίνες, πατζούρια, στόρια, φιλιστρίνια και περσίδες) μέσω των οποίων ο ήλιος εισχωρεί στα σπίτια και φωτίζει τους χώρους.
Ένας τέτοιος περιορισμός –ισχυρίζονται- θα ενισχύσει τη βιομηχανία τεχνητού φωτισμού, θα τονώσει την κατανάλωση ζωικού λίπους και, άρα, θα βοηθήσει την κτηνοτροφική και τη γεωργική παραγωγή, θα αναπτύξει την κατασκευαστική βιομηχανία, θα αυξήσει τους μισθούς των ανθρακωρύχων, θα ευνοήσει εν γένει ολόκληρη την οικονομία.  Αφήνοντας το μονοπώλιο του φωτός στους κηροποιούς, το κράτος εν τέλει θα επωφεληθεί από το γεγονός ότι η αύξησή του πλούτου τους θα οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης και σε συνεπόμενη ευημερία όλων των τομέων της εγχώριας βιομηχανίας.


Το κείμενο, γνωστό ως «Pétition des fabricants de chandelles» (=Αίτημα των κηροποιών) αποτελεί πολιτική σάτιρα του Γάλλου φιλελεύθερου οικονομολόγου Frédéric Bastiat (1801-1850), μέσω της οποίας επιτίθεται στον κρατικό προστατευτισμό στο πεδίο της οικονομίας.  Ο μοναδικός σκοπός που αναγνωρίζει στο κράτος ο φιλόσοφος-συγγραφέας του σπουδαίου έργου La Loi (Ο Νόμος) είναι η προστασία της ζωής, της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας του ατόμου, θεωρώντας κάθε περαιτέρω ανάμειξη ως αναποτελεσματική.
Μια βραχυπρόθεσμη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών σε μια χώρα που απαγορεύει τις εισαγωγές θα την ακολουθήσει μια μακροπρόθεσμη επιδείνωση, εφόσον οι δαπάνες θα αυξηθούν όχι για την αγορά τελικών προϊόντων, αλλά για την αγορά όλων των αναγκαίων ενδιάμεσων εξαρτημάτων. Με αποτέλεσμα, η προστατευόμενη εταιρεία να πληρώνει περισσότερα από τους ανταγωνιστές της για τα ίδια βασικά μέρη από ό,τι αν επιτρέπονταν οι εισαγωγές. Και βέβαια, η δαπάνη θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στους καταναλωτές, έτσι ώστε στο τέλος οι χαμένοι θα είναι περισσότεροι από εκείνους που επωφελήθηκαν.
Ο Bastiat τοποθετείται ρητά υπέρ της ελεύθερης αγοράς και των ανοιχτών εθνικών συνόρων, δείχνοντας, επιπλέον, με τη σοφιστεία του ότι οι κρατικές παρεμβάσεις έρχονται ως αποτέλεσμα πιέσεων και συμφερόντων συγκεκριμένων οικονομικών ομάδων.

Πηγή για την εικόνα: