Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η παρέα των "άτακτων αγοριών"


Στις 14 Ιανουαρίου 1869 ανέβηκε στο Παρίσι, στο θέατρο Odéon, το έργο του François Coppée με τίτλο Le Passant. Η επιτυχία, ενισχυμένη και από μια παρεούλα κλακαδόρων που σε όλη τη διάρκειά του χειροκροτούσαν ασταμάτητα, ήταν μεγάλη. Ο Victor Cochinat, χρονικογράφος της εφημερίδας Le Naine Jaune, έγραψε τότε μια φράση για την παράσταση που έδωσε το όνομά της σε  μια καλλιτεχνική συντροφιά η οποία σχηματίστηκε εκείνη τη χρονιά: “Ah! C’était une belle réunion composée des bien vilains bonshommes” («Α! Ήταν μια ωραία επανένωση άτακτων αγοριών»).  
Ο Paul Verlaine, ο Léon Valade, ο Albert Mérat, ο Charles Cros και τα αδέλφια του Henry και Antoine, ο Camille Pelletan, ο Émile Blémont, ο Ernest d’Hervilly και ο Jean Aicard  ήσαν τα ιδρυτικά μέλη των Vilains Bonshommes (άτακτα αγόρια). Μαζί τους ήταν ο ίδιος ο François Coppée, ο ζωγράφος Henri Fantin-Latour, ο συγγραφέας Paul Bourget, οι καρικατουρίστες André Gill και Félix Régamey και οι παρνασσιστές Léon Dierx, Catulle Mendès, Théodore de Banville και Stéphane Mallarmé. Και ένας φωτογράφος: ο Étienne Carjat. Με πρόσκληση του Verlaine, στο δείπνο του Σαββάτου της 30ης Σεπτεμβρίου 1871, κατέφθασε στην παρέα, για να διαβάσει το “Bateau Ivre” («Μεθυσμένο Καράβι») και να αποθεωθεί, ο Arthur Rimbaud.
Ο Carjat, ο φωτογράφος της παρέας, που ήταν επίσης συγγραφέας, σκιτσογράφος, συνιδρυτής  του περιοδικού Le Diogène και εκδότης του Le Boulevard, δεν έχασε την ευκαιρία να φωτογραφίσει μερικά από τα διάσημα μέλη της συντροφιάς. Με την ικανότητά του να καθοδηγεί τα μοντέλα του σε φυσικές πόζες, χωρίς να τα ταλαιπωρεί όπως συνηθιζόταν σε εκείνη την πρώιμη φωτογραφική εποχή, αλλά και χωρίς να χρησιμοποιεί εκκεντρικά φόντα και εφέ, δημιούργησε έργα που διακρίνονται από ρεαλισμό και απλότητα.
   
Καρικατούρα του Alexandre Dumas από τον Étienne Carjat

Η περίφημη φωτογραφία του Charles Baudelaire από τον Étienne Carjat

Τον Ιανουάριο του 1872, στη διάρκεια ενός δείπνου, ξέσπασε σφοδρός καυγάς μεταξύ του Rimbaud και του Carjat. Ο πρώτος τον απείλησε με ξίφος και ο δεύτερος κατέστρεψε όλες τις φωτογραφικές πλάκες με τα πορτραίτα του Rimbaud. Επιβίωσαν μόνον 8 εκτυπώσεις από τις πρωτότυπες φωτογραφίες. Αυτή ήταν η τελευταία εμφάνιση του Rimbaud στα δείπνα των Vilains Bonshommes, που και αυτών η ιστορία δεν κράτησε πολύ: την ίδια χρονιά διαλύθηκαν.

Ο Arthur Rimbaud φωτογραφημένος από τον Étienne Carjat

Πηγή για τις εικόνες:

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

Titus Lucretius Carus: ερωτήματα για το σύμπαν


Πεπερασμένο ή άπειρο; Πώς να το διαπιστώσουμε όταν πρόκειται για το σύμπαν; Να περπατήσουμε για να ανακαλύψουμε τα όριά του ούτε λόγος. Πώς αλλιώς να το μετρήσουμε;
Ο Titus Lucretius Carus, ο Ρωμαίος ποιητής που έζησε μεταξύ 99 π.Χ. και 55 μ.Χ. και είναι ο συγγραφέας του φιλοσοφικού ποιήματος των 6500 στίχων με τίτλο De rerum natura (Περί της φύσεως των πραγμάτων), πρότεινε μια δική του λύση μέσω ενός νοητικού πειράματος το οποίο ο ίδιος επινόησε. Αρχικά υπέθεσε ότι το σύμπαν είναι πεπερασμένο. Κατόπιν, σκέφτηκε τι θα συνέβαινε αν πράγματι κάποιος μπορούσε να φτάσει ως τα απώτατα όριά του και από εκεί εξακόντιζε ένα δόρυ. Δύο πιθανότητες: ή το δόρυ θα συνέχιζε την πορεία του ή θα αναπηδούσε προς τα πίσω. Και στις δύο περιπτώσεις, λέει ο Lucretius, πέρα από ό,τι θεωρούμε ως απώτατο όριο του σύμπαντος υπάρχει κάτι (ένα αντικείμενο που ανακόπτει την πορεία του δόρατος ή κάποιος χώρος που θα του επέτρεπε να την συνεχίσει). Άρα –κατέληξε- το σύμπαν δεν μπορεί παρά να είναι άπειρο.


Με αυτό το επιχείρημα, γνωστό ως javelin argument, ο Lucretius πετυχαίνει δύο πράγματα. Πρώτα-πρώτα στηρίζει την επικούρεια κοσμολογία και έπειτα αμφισβητεί την αριστοτελική αντίληψη περί περατότητας του σύμπαντος. Κυρίως, όμως, θέτει κρίσιμα ερωτήματα για το πώς αντιλαμβανόμαστε τα όρια μέσα σε ένα οποιοδήποτε πεπερασμένο σύστημα και για το πώς αντιλαμβανόμαστε το «πέραν» των ορίων και το «άπειρο» εντός ενός πεπερασμένου συστήματος.
Μπορεί άραγε η φιλοσοφία να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα χωρίς τη συνδρομή της φυσικής –όσο κι εκείνη μπορεί να βοηθήσει;

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

You have the right to remain silent ...


Όλοι έχουμε ακούσει, σε αμερικανικές αστυνομικές ταινίες, το κατεβατό που απαγγέλλουν οι αστυνομικοί την ώρα που συλλαμβάνουν κάποιον ύποπτο για παράνομες πράξεις. Είναι ένα κείμενο γνωστό με το όνομα «Προειδοποίηση Miranda» (Miranda Warning), του οποίου η υιοθέτηση είναι το αποτέλεσμα μιας ενδιαφέρουσας δικαστικής υπόθεσης.


Το 1966, λοιπόν, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνεται μια πολύ σοβαρή απόφαση σε μια υπόθεση γνωστή ως Miranda v. Arizona.
Τρία χρόνια νωρίτερα, το φορτηγάκι του Ernesto Arturo Miranda αναγνωρίζεται από τον αδελφό της Lois Ann Jameson, μιας ανάπηρης 18χρονης η οποία είχε απαχθεί και βιαστεί από τον Miranda. Οι αστυνομικοί του Phoenix, Carroll Cooley και Wilfred Young, συλλαμβάνουν τον Miranda, χωρίς εκείνος να προβάλει καμία αντίσταση. Μετά από δύο ώρες ανάκρισης, η αστυνομία αποσπά από τον συλληφθέντα την ομολογία του και συνεχίζει οδηγώντας τον ενώπιον του θύματος για αναγνώριση. Το νεαρό κορίτσι επιβεβαιώνει ότι ο Miranda είναι ο δράστης των συγκεκριμένων πράξεων και εκείνος αποδέχεται την τέλεσή τους.
Η ομολογία του καταγράφεται. Στην κορυφή κάθε σελίδας υπάρχει η ένδειξη ότι αυτή δόθηκε εθελοντικά, χωρίς πίεση, χωρίς απειλές, χωρίς εξαναγκασμό, χωρίς υπόσχεση ασυλίας. Ο Miranda υπογράφει, επίσης, ότι κατανοεί πως οποιαδήποτε δήλωσή του θα μπορούσε αργότερα να χρησιμοποιηθεί εναντίον του και βεβαιώνει ότι έχει πλήρη γνώση των νομικών δικαιωμάτων του.
Ωστόσο, λίγο μετά, ισχυρίζεται πως δεν είχε ενημερωθεί για το δικαίωμά του να ζητήσει δικηγόρο, καθώς και για το δικαίωμά του να παραμείνει σιωπηλός. Δικηγόρος του αναλαμβάνει κατ’ ανάθεση ο 73χρονος Alvin Moore. Η υπόθεση του  Miranda οδηγείται την ίδια χρονιά στο δικαστήριο της κομητείας Maricopa, από το οποίο καταδικάζεται σε 20 χρόνια φυλάκισης με βασικό στοιχείο την ομολογία του. Η έφεση την οποία υπoβάλλει ο δικηγόρος του απορρίπτεται.
Το 1965 ο Miranda ζητάει επανεξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από την Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών δικηγόρος του άνευ πληρωμής ορίζεται ο John J. Flynn και η ομάδα του: ο John P. Frank, ο Paul G. Ulrich και ο Robert A. Jensen. Αυτοί συντάσσουν ένα κείμενο 2500 λέξεων, υποστηρίζοντας ότι τα δικαιώματα του Miranda σύμφωνα με την 5η και 6η Τροπολογία παραβιάστηκαν, και το στέλνουν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο επανεισάγει την υπόθεση σε δίκη (Miranda v. Arizona), μαζί με άλλες τρεις παρόμοιες περιπτώσεις. Η δίκη διαρκεί δύο ημέρες και η απόφαση δικαιώνει τον Miranda.
Η απόφαση δημοσιεύεται στις 13 Ιουνίου 1966 και έκτοτε όλα τα αστυνομικά τμήματα μοιράζουν στο προσωπικό τους κάρτες με το γνωστό κατεβατό, για να το διαβάζουν μεγαλόφωνα σε όλους τους υπόπτους κατά τη στιγμή της σύλληψής τους.

Το κείμενο αυτό αναφέρει τα εξής:
You have the right to remain silent. Anything you say can be used against you in court. You have the right to talk to a lawyer for advice before we ask you any questions. You have the right to have a lawyer with you during questioning. If you cannot afford a lawyer, one will be appointed for you before any questioning if you wish. If you decide to answer questions now without a lawyer present, you have the right to stop answering at any time.

Και η μετάφρασή του:
Έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός. Οτιδήποτε πεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου στο δικαστήριο. Έχεις το δικαίωμα να μιλήσεις με δικηγόρο για να σε συμβουλεύσει πριν σου υποβάλουμε ερωτήσεις. Έχεις το δικαίωμα ο δικηγόρος να είναι παρών κατά την ανάκριση. Εάν δεν μπορείς να πληρώσεις δικηγόρο, θα οριστεί δικηγόρος πριν από την ανάκριση εφόσον το επιθυμείς. Εάν αποφασίσεις να απαντήσεις σε ερωτήσεις τώρα χωρίς την παρουσία δικηγόρου, έχεις το δικαίωμα να διακόψεις ανά πάσα στιγμή.


Μετά την αποδοχή ότι τα δικαιώματά του παραβιάστηκαν κατά τη σύλληψη και, άρα, η ομολογία του δεν μπορεί να αποτελέσει καταδικαστική βάση, το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνει την προηγούμενη καταδίκη του Miranda και τον εισάγει σε νέα δίκη για τα παλιά του αδικήματα. Αυτήν τη φορά εξαιρείται από τη διαδικασία η ομολογία του. Ωστόσο, η απόφαση είναι εκ νέου καταδικαστική.
Ο Miranda αποφυλακίζεται το 1972 και βγάζει τα προς το ζην πουλώντας αυτόγραφα στα οποία έχει τυπώσει τη Miranda Warning. Ξαναμπαίνει στη φυλακή για μικροαδικήματα και τελικά σκοτώνεται σε μια συμπλοκή σε μπαρ.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

O Willard Van Orman Quine και το κυνήγι του gavagai


Στο έργο του Two Dogmas of Empiricism (Τα δύο δόγματα του Εμπειρισμού), που κυκλοφόρησε το 1951, ο Αμερικανός αναλυτικός φιλόσοφος Willard Van Orman Quine επικρίνει τη διάκριση μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών δηλώσεων, υποστηρίζοντας ότι μια σαφής αντίληψη της αναλυτικότητας είναι ανέφικτη, και προτείνει μια μορφή σημασιολογικού ολισμού.
Αυτή η θέση αποτέλεσε τη βάση για ένα μεταγενέστερο έργο του ίδιου φιλοσόφου με τίτλο Word and Object (Λέξη και αντικείμενο), το οποίο κυκλοφόρησε το 1960. Σε αυτό, ο Quine διατυπώνει την άποψή του περί του «απροσδιόριστου της μετάφρασης» (indeterminacy of translation), την οποία ο Crispin Wright και ο Hilary Putnam θεωρούν ως μία από τις πιο συζητημένες –και αμφιλεγόμενες- απόψεις στη μοντέρνα αναλυτική φιλοσοφία.
Ο Quine βλέπει τρία πεδία απροσδιοριστίας. Το πρώτο είναι ο «υποπροσδιορισμός της επιστημονικής θεωρίας» (underdetermination of scientific theory), δηλαδή  η αντίληψη ότι σε εμπειρικό έλεγχο πρέπει να υποβάλλονται όχι μεμονωμένες υποθέσεις, καθώς αυτές δεν έχουν εμπειρικά συνεπακόλουθα, αλλά ολόκληρη η θεωρία, ολόκληρο το σύστημα της γνώσης μας. Τα άλλα δύο πεδία, τα οποία συνδέονται περισσότερο με τη μετάφραση, είναι: α) το «ανεξιχνίαστο της αναφοράς» (inscrutability of reference) των γλωσσικών εκφράσεων, δηλαδή η απροσδιοριστία στην ερμηνεία μεμονωμένων λέξεων, που προκύπτει από το γεγονός ότι ο τρόπος που μιλάμε για τα αντικείμενα σχετίζεται με το γλωσσικό μας σύστημα και δεν προϋποτίθενται κάποια αρχέτυπα αντικειμένων και β) η «ολοφραστική απροσδιοριστία» (holophrastic indeterminacy), δηλαδή η απροσδιοριστία στη μετάφραση πιο εκτεταμένων τμημάτων λόγου.


Στην ουσία, ο Quine υποβάλλει σε κριτική τις παραδοσιακές έννοιες του νοήματος και της συνωνυμίας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στη δυτική παράδοση από τον Πλάτωνα, τον Gottlob Frege και τον Edmund Husserl. Κατά την άποψή του, η μετάφραση δεν αποτελεί μια διαδικασία απεικόνισης της ιδέας και, άρα, τα νοήματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως απόλυτα κριτήρια συνωνυμίας. Ο Quine, θεωρώντας την έννοια της συνωνυμίας πλασματική, ισχυρίζεται ότι παραμένει απροσδιόριστο με ποια έννοια διαφορετικά σημεία πρέπει να είναι συνώνυμα ή ακόμη με ποια έννοια το ίδιο σημείο πρέπει να έχει το ίδιο νόημα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές χρήσης του.
Μπορεί να καταλάβει κανείς τι σημαίνει η θεωρία του Quine για το «απροσδιόριστο της μετάφρασης» παρακολουθώντας το νοητικό του πείραμα της «ριζικής μετάφρασης» (radical translation). Στο πείραμά του, ο Quine υποθέτει ότι υπάρχει μια άγνωστη γλώσσα, την οποία ονομάζει jungle και για την οποία θέλει να δημιουργήσει ένα εγχειρίδιο προκειμένου να αποδώσει τη μετάφρασή της στη δική του γλώσσα.
Σκοπός του πειράματός του είναι να δείξει ότι η συμπεριφοριστική περιγραφή της σημασίας (δηλαδή η παρατηρήσιμη συμπεριφορά και τα ερεθίσματα, που είναι τα μόνα δεδομένα στα οποία μπορεί να βασίζεται ένας μεταφραστής) δεν επιτρέπει τη δημιουργία ενός και μοναδικού σωστού εγχειριδίου για τη μετάφραση μιας γλώσσας σε άλλη, καθώς δεν υπάρχει τέτοιο εγχειρίδιο μεμονωμένης μετάφρασης και, άρα, το ιδεώδες της καθολικής γλώσσας δεν υπάρχει. Υπ’ αυτήν την έννοια, δύο μεταφραστές που θα συντάξουν δύο εντελώς διαφορετικά εγχειρίδια για τη γλώσσα jungle είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τη γλωσσική συμπεριφορά όλων των ομιλητών, χωρίς ωστόσο στο τέλος να μπορούμε να πούμε ποιο από τα δύο είναι το ορθό.
Στο πλαίσιο του πειράματός του, μία από τις λέξεις που πρέπει να μεταφραστεί, όπως περιγράφεται σε μια πολύ χαριτωμένη ιστορία, είναι η λέξη gavagai,.
Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν, ένας γλωσσολόγος πηγαίνει για κυνήγι μαζί με κάποιον ιθαγενή. Ξαφνικά ξεπηδάει μπροστά τους ένας λαγός. Ο ιθαγενής ξεφωνίζει gavagai. Είναι σωστό ο γλωσσολόγος να συμπεράνει ότι gavagai σημαίνει λαγός; Ο Quine απαντά αρνητικά. Άμεσες συγκρίσεις δεν μπορούν να γίνουν. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος ο γλωσσολόγος είναι ότι μόλις είδε κάτι που στη δική του γλώσσα ονομάζεται λαγός. Δεν μπορεί όμως να ξέρει αν η λέξη gavagai, την οποία χρησιμοποίησε ο ιθαγενής, αναφέρεται σε ολόκληρο το ζώο ή –ας πούμε- στα αυτιά του. Ούτε μπορεί να ξέρει αν η λέξη αναφέρεται στο γεγονός της εμφάνισης του λαγού ή –γιατί όχι;- σε μια γενική οντότητα. Τα συμπεριφοριστικά δεδομένα που ο γλωσσολόγος μπορεί να συλλέξει από τον ιθαγενή θα ήταν τα ίδια σε κάθε περίπτωση ή, αλλιώς, πολλές μεταφραστικές υποθέσεις θα μπορούσαν να βασιστούν στα ίδια αισθητήρια ερεθίσματα.
Υπάρχει, όμως, και ένα απώτερο συμπέρασμα από αυτήν την ιστορία. Ότι η γλωσσική απροσδιοριστία δεν είναι ζήτημα απλώς γνωστικό, αλλά οντολογικό. Το εννοιολογικό σύστημα που συνδέεται με τη γλώσσα εν τέλει καθορίζει την οντολογία μας.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Σκόρπιες σκέψεις για τον Επιτάφιο


Μερικές σκέψεις και απορίες που μας γεννάει ο Επιτάφιος. Έτσι σκόρπιες και αταξινόμητες.
Του Περικλή ή του Θουκυδίδη; Έχει άραγε τόση σημασία;
Έμφαση στους ζωντανούς (στη ζωή) αντί για τους νεκρούς. Γιατί;
Έμφαση στους πολίτες αντί για την ατομική περίπτωση. Γιατί;
Ο Επιτάφιος αυτονομήθηκε από το υπόλοιπο κείμενο των Ιστοριών του Θουκυδίδη, αποκτώντας ξεχωριστή οντότητα. Γιατί;
Αν και πρόκειται για κείμενο ρητορικό το οποίο, άρα, εκφράζει προσωπικές εκτιμήσεις του ρήτορα (ή του ιστορικού), εντούτοις το περιεχόμενό του ταυτίζεται στη συνείδηση των περισσοτέρων με την ιστορική αλήθεια. Δημιουργεί κάτι τέτοιο στρεβλώσεις;
Υπάρχουν τρόποι να ελεγχθεί η επιχειρηματολογία του Περικλή για την ανωτερότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας;
Πώς, μετά τον έπαινο, δικαιολογείται η εξιστόρηση του λοιμού από τον Θουκυδίδη; Ήταν πράγματι η Αθήνα μια ιδεώδης δημοκρατία;
Η altera pars δεν εκπροσωπείται από τον Θουκυδίδη. Μήπως μπορούμε κάπου να αφουγκραστούμε τη φωνή της;


Κλέος (ατομικό και συλλογικό), ελευθερία, αυτάρκεια, ισότητα (ισηγορία, ισονομία, ισομοιρία), αξιοκρατία, σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, ενεργητική συμμετοχή στα κοινά, σεβασμός της αισθητικής, σεβασμός της φιλοσοφίας, μέτρο, και υστεροφημία, είναι οι βασικές έννοιες που τέμνονται στο κείμενο.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Ο Θαλής και η πρακτική φιλοσοφία


Για τον φιλόσοφο Θαλή από τη Μίλητο, που γεννήθηκε περίπου το 630 π.Χ., παραδίδονται διάφορες ιστορίες.
Η πρώτη από αυτές εξιστορείται από τον ιστορικό Ηρόδοτο ο οποίος έζησε δύο αιώνες αργότερα. Ο Θαλής, λοιπόν, λέει ο Ηρόδοτος, προέβλεψε με επιτυχία την έκλειψη ηλίου του 585 π.Χ.  Την ημέρα της έκλειψης δύο τρομεροί στρατοί είχαν παραταχθεί ο ένας απέναντι από τον άλλο: ο στρατός της Λυδίας και ο στρατός της Μηδίας. Η έκλειψη τους κατατρόμαξε, επειδή την θεώρησαν ως θεϊκή προειδοποίηση. Οι στρατιώτες εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης. Στα νεότερα χρόνια οι αστρονόμοι κατέληξαν ότι αυτή η έκλειψη έλαβε χώρα στις 28 Μαΐου. Και τι παράξενο! Μπορούμε με ακρίβεια να χρονολογήσουμε μια μάχη που δεν έγινε! Ο Θαλής, πάντως, σε αυτήν του την πρόβλεψη αξιοποίησε τις γνώσεις αστρονομίας που μόλις είχε αποκτήσει από το εκπαιδευτικό ταξίδι του στην Αίγυπτο.
Τη δεύτερη ιστορία την εξιστορεί ο Πλάτων στον Θεαίτητο. Ο Θαλής περπατούσε ένα όμορφο έναστρο βράδυ μελετώντας τα αστέρια. Απορροφημένος όπως ήταν, έπεσε σε ένα πηγάδι! Μια νεαρή Θρακιώτισσα δούλη, που τον άκουσε να φωνάζει, παρατήρησε κοροϊδευτικά ότι ο φιλόσοφος ήταν ικανός να μελετάει τα αστέρια, αγνοούσε όμως τι γίνεται κάτω από τα πόδια του!


Η τρίτη ιστορία, που την αφηγείται ο Αριστοτέλης, έρχεται να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ο Θαλής δεν ήταν κανένας ονειροπαρμένος, αλλά ένας πολύ πρακτικός άνθρωπος. Η ίδια η φιλοσοφία έχει μια απολύτως πρακτική διάσταση, γι’ αυτό καλό είναι οι άνθρωποι να την μελετούν. Όταν, λοιπόν, έφτασαν στα αυτιά του Θαλή οι κατηγορίες των συμπολιτών του ότι η φιλοσοφία είναι μια άχρηστη γνώση κι αυτός ένας άχρηστος φτωχός, εκείνος πείσμωσε. Εντάξει, οι φιλόσοφοι δεν παραενδιαφέρονται για το χρήμα και τα υλικά αγαθά, αλλά ανόητοι δεν είναι. Αν ήθελαν, θα μπορούσαν να γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Έτσι, αξιοποιώντας όσα ήξερε, προέβλεψε ότι την επόμενη χρονιά η παραγωγή λαδιού θα ήταν άφθονη. Η πρόβλεψή του επαληθεύτηκε και ο Θαλής πλούτισε, αφού είχε προηγουμένως  είχε φροντίσει να αγοράσει κοψοχρονιά όλα τα ελαιοτριβεία της Μιλήτου.
Ο φιλόσοφος, που έχει τιμηθεί με την κατάταξή του στον κατάλογο των Επτά Σοφών και έχει θεωρηθεί ιδρυτής της επιστήμης και της δυτικής φιλοσοφίας, ανάγει την αρχή του κόσμου σε ένα μοναδικό στοιχείο, στο νερό. Τουλάχιστον έτσι αναφέρει ο Αριστοτέλης στις περίφημες τρεις επιγραμματικότατες θέσεις που τις αποδίδει στον Θαλή (αν και καθόλου δεν είμαστε βέβαιοι ότι πράγματι αυτός τις διατύπωσε έτσι): α) τα πάντα γεννιούνται από το νερό, β) το νερό είναι αρχή των πάντων και γ) η γη επιπλέει πάνω στο νερό.  
Ο Θαλής πέθανε στα 78 του χρόνια από θερμοπληξία την ώρα που παρακολουθούσε έναν αθλητικό αγώνα.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Francis Bacon: Για τα δόντια του αλόγου

Το σωτήριον έτος 1432 μια οδυνηρή διαμάχη συντάραξε μια ομάδα μοναχών. Το πρόβλημα ήταν ο αριθμός των δοντιών στο στόμα ενός αλόγου. Για δεκατρείς μέρες η διαφωνία μαινόταν. Κατέφυγαν στα αρχαία βιβλία και στα χρονικά. Το έργο του Αριστοτέλη μελετήθηκε εξονυχιστικά. Η απάντηση, όμως, δεν βρέθηκε. Τότε, τη δέκατη τέταρτη ημέρα, ένας νεότερος και πιο αφελής μοναχός ζήτησε από τους ανωτέρους του την άδεια να πάει στους στάβλους, να ανοίξει το στόμα ενός αλόγου και να μετρήσει τα δόντια του! Η αξιοπρέπεια των υπολοίπων πληγώθηκε σοβαρά. Έπεσαν πάνω του και τον χτύπησαν. Στη συνέχεια, τον απέβαλαν από το μοναστήρι, επειδή θεώρησαν ότι σίγουρα ο Σατανάς είχε πειράξει τον νου του, βάζοντάς τον να κηρύσσει ανίερους και ανυπόφορους τρόπους εύρεσης αλήθειας που έρχονταν σε αντίθεση με όλες τις διδασκαλίες των Πατέρων. Κατόπιν τούτου, η διαμάχη κηρύχθηκε περαιωθείσα, αφού οι μοναχοί συμφώνησαν πως το πρόβλημα θα παραμείνει ένα αιώνιο μυστήριο λόγω έλλειψης ιστορικών και θεολογικών αποδείξεων!΄


Αυτή η μικρή ιστορία αποδίδεται –αν και χωρίς βεβαιότητα- στον ελισαβετιανό φιλόσοφο Francis Bacon, ο οποίος πίστευε ότι η αφηρημένη εικοτολογία του Αριστοτέλη δεν ήταν κατάλληλη για να αποκαταστήσει την κυριαρχία του ανθρώπου στη φύση. Βάλθηκε, λοιπόν, να την επεκτείνει και να την διορθώσει. Ο Bacon απέρριπτε τις δογματικές υποθέσεις και τις βιαστικές γενικεύσεις. Υποστήριζε ότι οι γενικές αλήθειες πρέπει να προσδιορίζονται με μια σταδιακή άνοδο από τον μικρότερο στον μεγαλύτερο βαθμό καθολικότητας. Και τόνιζε ότι απαιτείται προσεκτική παρατήρηση της φύσης και των τρόπων της. Μάλιστα, ο ίδιος συνέταξε πίνακες των παρατηρήσεών του, χρησιμοποιώντας μια διαδικασία διαγραφής, ώστε να ανακαλύψει ποιες από τις ιδιότητες που συνοδεύουν μια δεδομένη κατάσταση είναι μόνιμες και ποιες είναι τυχαίες. Όπως ο νεοφώτιστος καλόγερος, έτσι και ο Bacon ανέπτυξε μια μέθοδο ριζωμένη στον κόσμο που μπορούμε να εποπτεύσουμε, που μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε.
Κάποιους αιώνες αργότερα ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume ανέδειξε τα μειονεκτήματα της επαγωγικής μεθόδου του Bacon και άλλων με την εξής φράση: «Αντιπαραβάλλω το ένα θαύμα με το άλλο … και πάντοτε απορρίπτω το μεγαλύτερο».
Ο Francis Bacon ήταν θύμα της μεθόδου του. Το 1626, όταν, επιχειρώντας να ανακαλύψει τα μυστικά της κατάψυξης, γέμισε μια χήνα με χιόνι, άρπαξε ένα κρύωμα που τον οδήγησε στον θάνατο!

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Το όνειρο του Dickens


Στο Μουσείο Charles Dickens, που βρίσκεται σε ένα από τα σπίτια όπου κατοίκησε ο συγγραφέας μαζί με τη σύζυγό του Catherine, στον αριθμό 48 της οδού Daughty στο Holborn του Λονδίνου, εκτίθεται μια μισοτελειωμένη ακουαρέλα του βικτωριανού καλλιτέχνη Robert William Buss. Ένας πίνακας που είναι γνωστός ως DickensDream (Το όνειρο του Dickens).
Ο Buss είχε προσληφθεί από τους εκδότες του συγγραφέα να εικονογραφήσει τα Pickwick Papers (Τα χαρτιά του Pickwick). Ήταν ένα project που προτάθηκε στον εκδοτικό οίκο Chapman & Hall από τον εικονογράφο Robert Seymour, ο οποίος είχε δημιουργήσει μια σειρά εξαιρετικών σκίτσων. Όμως, έλειπε το κείμενο. Ο εικοσιπεντάχρονος Dickens κρίθηκε ο πιο κατάλληλος να αναλάβει αυτήν την ιδιαίτερη δουλειά. Ανάμεσα στον Μάρτιο του 1836 και στον Οκτώβριο του 1837 ο Dickens έγραψε ένα έξυπνο κείμενο με πολλούς σπουδαίους χαρακτήρες που τον καθιέρωσε ως συγγραφέα. Όμως, ο Seymour εν τω μεταξύ αυτοκτόνησε και οι εκδότες στράφηκαν στον Buss για να ολοκληρώσει το project. Η δουλειά του τους απογοήτευσε και τον απέλυσαν. Αυτή η ιστορία είχε δύο ακόμα συνέπειες, εκτός από το θορυβώδες λογοτεχνικό ντεμπούτο του Dickens. Πρώτα-πρώτα, ο Buss γνώρισε τον Dickens και στο εξής έγινε ενθουσιώδης θαυμαστής του. Κι έπειτα, ο εικονογράφος που προτιμήθηκε, ο Hablot Browne, έκανε πολύ καλή δουλειά, έτσι ώστε το πρώιμο αυτό λογοτεχνικό κόμικ γνώρισε τεράστια καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία.
Στην ακουαρέλα, ο Dickens κάθεται μπροστά από το γραφείο του, στη βιβλιοθήκη του πατρικού του σπιτιού στο Gads Hill, το οποίο αγόρασε το 1856 εύπορος πια από τη δουλειά του (εκεί μάλιστα τον βρήκε ο θάνατος to 1870). Το σκηνικό θυμίζει έντονα το χαρακτικό του Samuel Luke Fieldes με τίτλο The Empty Chair (Η άδεια καρέκλα), που χρονολογείται στα 1860 και βλέπετε πιο κάτω. Σε αυτό ο συγγραφέας είναι ηχηρά παρών μέσω της απουσίας του.


Η μορφή του συγγραφέα είναι αντιγραφή της φωτογραφίας που βλέπετε και η οποία είχε τραβηχτεί επίσης το 1860 από τους διάσημους αδελφούς φωτογράφους John και Octavious Charles Watkins.


Στο έργο του Buss, o  Dickens είναι άνετα καθισμένος, φορώντας τις παντόφλες του και ακουμπώντας τα πόδια του σε ένα χαμηλό υποπόδιο. Το δεξί χέρι του ακουμπάει στο μπράτσο της διάσημης καρέκλας του. Στο αριστερό του χέρι κρατάει ένα αναμμένο πούρο. Οι καπνοί από το πούρο δημιουργούν ένα σύννεφο σκέψεων που στροβιλίζονται πάνω από το κεφάλι του και γεμίζουν τους τοίχους του δωματίου με τα όνειρά του, με τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες των έργων του. Όλοι, μα όλοι, είναι εκεί. Από τον γεροανόητο κύριο Samuel Pickwick μέχρι τον κακομοίρη Edwin Drood.


Ο Buss άρχισε να ζωγραφίζει τον πίνακα μετά τον θάνατο του Dickens, αλλά πέθανε χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του.

Πηγές για τις εικόνες: