Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Ο "κανόνας του χρυσού"


Βρισκόμαστε στο 1971. Πρόεδρος της Αμερικής είναι ο Richard Nixon.

Ο  Nixon είναι γνωστός κυρίως λόγω του σκανδάλου Watergate, που τον οδήγησε σε παραίτηση (είναι ο μοναδικός Αμερικανός Πρόεδρος που παραιτήθηκε ώστε να αποφύγει την καθαίρεση). Λιγότερο γνωστός είναι για το ότι, στις 15 Αυγούστου 1971, κατήργησε οριστικά τον λεγόμενο «κανόνα του χρυσού» (gold standard), με βάση τον οποίο οριζόταν μέχρι τότε η συναλλαγματική ισοτιμία.

Απλουστεύοντας, αυτό σημαίνει ότι τα νομίσματα είχαν μια κεντρική ισοτιμία έναντι του χρυσού, από την οποία προέκυπτε η διμερής ισοτιμία των νομισμάτων. Κάθε χώρα αναλάμβανε τη  υποχρέωση να διατηρεί σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία, με μέγιστη απόκλιση 1% σε σχέση με τον χρυσό.

Ο χρυσός ως βάση του συναλλαγματικού συστήματος προσέφερε μεγάλη σταθερότητα, αφού έκανε την τιμολόγηση προβλέψιμη και, άρα, μείωνε το κόστος των δοσοληψιών και συγκρατούσε τις πληθωριστικές τάσεις. Βεβαίως, αυτό το συναλλαγματικό σύστημα είχε και τους περιορισμούς του. Σε μια πιθανή συρρίκνωση της βάσης στήριξης, για λόγους που συνδέονται με αδυναμία αγοράς ή εξόρυξης μεγαλύτερης ποσότητας χρυσού, εμποδίζεται η αύξηση της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν, με αποτέλεσμα να γεννιούνται κρίσεις. Οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η μεγάλη ύφεση του 1929 ήταν μια τέτοια περίπτωση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προσχώρησαν στον «κανόνα του χρυσού» το 1879 και έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά. Κατόπιν, παρατηρήθηκαν σοβαρές διακυμάνσεις -κερδοσκοπικού τύπου- των νομισμάτων σε σχέση με τον χρυσό. Επιπλέον, η διαρκώς αυξανόμενη επιθυμία των κυβερνήσεων για χαλαρή δημοσιονομική πολιτική άρχισε να υπονομεύει τον «κανόνα του χρυσού».

Το 1944, με τη συμφωνία του Bretton-Woods, το σύστημα τροποποιήθηκε: όλες οι συμμαχικές χώρες αποδέχτηκαν το αμερικανικό δολάριο ως αποθεματικό και η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεσμεύτηκε να διατηρεί επαρκή ποσότητα χρυσού ώστε να υποστηρίζει τα δολάριά της. Επομένως, η Αμερική παρέμεινε η μοναδική χώρα της οποία το νόμισμα ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό. Όμως, το μέλλον του πολύτιμου μετάλλου στην ιστορία της οικονομίας αρχίζει να διαγράφεται δυσοίωνο.

Και φτάνουμε στο 1971. Όταν ο Nixon αναστέλλει μονομερώς τη συμφωνία του Bretton-Woods, ξεκινά μια νέα εποχή στην οικονομία: η εποχή της «αυθαίρετης ισοτιμίας» (fiat currency). Στο νέο σύστημα συναλλαγών η αξία του νομίσματος δεν βασίζεται σε κανένα φυσικό εμπόρευμα, αλλά μπορεί να κυμαίνεται έναντι άλλων νομισμάτων στις αγορές συναλλάγματος. Η αξία του νομίσματος στηρίζεται πια αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσόμενων, δηλαδή τα νομίσματα γίνονται αποδεκτά ως μέσο συναλλαγής και, άρα, ανταλλαγής με άλλα αγαθά.

Οι δεσμοί ανάμεσα στο χρήμα και στον χρυσό σπάζουν οριστικά. Ωστόσο, μια αμυδρή ανάμνηση εξακολουθεί να συγκρατείται: σε κάθε κρίση που ξεσπάει, όσοι διαθέτουν τα μέσα αγοράζουν χρυσό για να σώσουν τα χρήματά τους. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Ίσως στο εξής τα ανεξερεύνητα ακόμη μεταλλεία εξόρυξης κρυπτονομισμάτων να είναι πιο αποδοτικά.

 

Πηγή για την εικόνα:

Φωτογραφία από <a href="https://pixabay.com/el/users/stevebidmead-249424/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=513062">Steve Bidmead</a> από το <a href="https://pixabay.com/el/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=513062">Pixabay</a>

 

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022

Βασίλειος Φ. Δρόλιας, Ταξίδια με λάθος ανθρώπους


Ανήκω στη μικρή συνομοταξία ανθρώπων που σιχαίνονται τα ταξίδια και τις κάθε λογής -ακόμα και τις πιο μικρές- μετακινήσεις. Οπότε, πόσες πιθανότητες είχα να συναντηθώ με το βιβλίο του Βασίλειου Φ. Δρόλια, Ταξίδια με λάθος ανθρώπους (εκδόσεις Κέδρος, 2021); Και πόσες πιθανότητες είχα να αποφασίσω να το διαβάσω;

Τον συγγραφέα τον ήξερα. Είχα διαβάσει το δεύτερο βιβλίο του, με τίτλο Nyos (εκδόσεις Κέδρος, 2016). Τον ήξερα και από το blog του με το κομψό layout, τον ωραιότατο τίτλο: «ficciones» και την πολύ διεισδυτική κριτική του ματιά στη λογοτεχνία.

Το πρώτο μου κίνητρο να διαβάσω το βιβλίο ήταν το σατιρικό τραγουδάκι του Noël Coward που ως εισαγωγή στο βιβλίο λειτουργεί υπονομευτικά και που, όταν το πρωτοάκουσα στο youtube, πίστεψα ότι γράφτηκε για να με περιγράψει και για να με δικαιολογήσει: why do the wrong people travel,/when the right people -ανυπερθέτως εγώ- stay back home?

Και άρχισα με το Κεφάλαιο Check-in. Και τότε -surprise! surprise!- αμέσως κατάλαβα πως το βιβλίο γλυκά με ξεγέλασε. Δεν ήταν μυθιστόρημα (μυθιστοριογράφος δεν είναι ο Δρόλιας είπαμε;). Κι αν δεν είναι μυθιστόρημα, τι είναι; Μα, βέβαια. Είναι αυτοβιογραφία. Θα έχει πολλά να μας πει, σκέφτηκα, ο πολυταξιδεμένος συγγραφέας. Γιατί, μπορεί να μην μου αρέσει να ταξιδεύω, αλλά μου αρέσει να διαβάζω τους άλλους που περιγράφουν τα ταξίδια τους.

Όσο, όμως, προχωρούσα στην ανάγνωση, άρχισα και πάλι να νιώθω άβολα. Ο Δρόλιας δεν περιέγραφε απλώς τα ταξίδια του. Ούτε και ακριβώς αυτοβιογραφούνταν, παρόλο που συχνά-πυκνά τα βιβλία που προτιμάει, η μουσική που ακούει, οι ταινίες που βλέπει, οι μικροσυνήθειες της καθημερινότητάς του, έφερναν στην επιφάνεια το εξ ορισμού -ως αυτοβιογραφούμενο … έχω κάτι σημαντικό να σας πω για μένα- ναρκισιστικό εγώ του συγγραφέα.

Σελίδα 53, Κεφάλαιο «Μουσική και Βίντεο»: Η λογοτεχνία μας σήμερα φοβάται να μιλήσει για την πραγματικότητα και συνεχίζει -με εξαιρέσεις- να μιλά για το παρελθόν για μια ιδεατή εικόνα που λίγο έχει να κάνει με την αλήθεια […] και η λογοτεχνία, όπως και η μουσική λένε όλο και λιγότερα πράγματα σε όλο και λιγότερους ανθρώπους. Αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο σε άλλα μέσα να μιλήσουν με ειλικρίνεια για την κατάστασή μας.

Τώρα, τι είναι αυτή η δήλωση; Εντάξει, απαντώ αμέσως. Ο Δρόλιας αγαπάει τη λογοτεχνική κριτική, είναι κι αυτή κομμάτι της ταυτότητάς του. Άρα, κερδίζει τη θέση της σ’ αυτήν τη μυθιστορηματική βιογραφία (αμέσως καλμάρησα μόλις βρήκα τη νέα ετικέτα), μολονότι συνδέεται με την, κάπως ελιτίστικη (ναι, ναι ελιτίστικη: ποιος βλέπει σήμερα το Seinfeld του Larry David;) τρολιά που θέλει τον pop κωμικό να είναι ένας Τζόυς, ένας Καλβίνο, ένας Σβέβο, ένας Ροθ, ένας Ράικλερ και μια Βιρτζίνια Γουλφ. Και, αλήθεια, ο David είναι όλοι αυτοί,  μέσα σε ένα πλαίσιο που ορίζεται από ένα σωρό «μετα»: μετα-νεωτερικότητα κυρίως, αλλά και μετα-λογοτεχνία, μετα- αλήθεια, μετα-κωμωδία -αυτό το τελευταίο δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά γιατί όχι;

10 σελίδες πιο κάτω, Κεφάλαιο «Δόκτωρ Ύπνος»: Το σώμα στο οποίο ξύπνησα ύστερα απ’ τις πέντε ώρες ύπνο και πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ αυτό που άφησα όταν κοιμήθηκα, γιατί να είναι το ίδιο; Γιατί να είμαι το εγώ που υπήρχε πέντε ώρες πριν; Δεν θα μπορούσε το καινούργιο μου εγώ να πιστέψει τίποτε διαφορετικό: είμαι το ίδιο εγώ, η ίδια ύπαρξη […] Όμως δεν μπορώ να μην υποψιάζομαι κάθε φορά ότι εκεί πάνω, μετά από κάθε ξύπνημα, ανήκω σε κάτι άλλο και ότι η παρουσία μου στην πτήση είναι εντελώς πλαστή.

Πώς εισέδυσε ανεπαίσθητα μέσα στα σχεδόν ανέμελα ταξίδια του Δρόλια -ανέμελα δεν φαντασιωνόμαστε όλα τα ταξίδια, ακόμα κι όταν γίνονται για δουλειές;- ο John Locke; Και μάλιστα χεράκι-χεράκι με τον Thomas Reid; Και με τον Gregor Samsa να ξεφυτρώνει από το πουθενά; Και τον Descartes να κλείνει το μάτι; Συνεχίζω την ανάγνωση του κεφαλαίου και αιφνίδια διαφωτίζομαι: Επιστρέφω στη συνείδησή μου και αναρωτιέμαι αν κοιμάμαι ακόμη, αν βρίσκομαι στη θέση μου, αν πλησιάζει το τέλος του κόσμου ή το τέλος του ύπνου. Επιτέλους, κατάλαβα.


Στη γνωσιακή γλωσσολογία (κυρίως χάρη στους George Lakoff and Mark Johnson), εννοιακή μεταφορά (conceptual metaphor) είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει την πρόσβαση σε ένα αφηρημένο πεδίο της εμπειρίας με τους όρους ενός άλλου, συγκεκριμένου πεδίου. Το αφηρημένο πεδίο της εμπειρίας έχει συμφωνηθεί να ονομάζεται πεδίο-στόχος (target domain) και το συγκεκριμένο πεδίο-πηγή (source domain). Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ. Αυτή είναι μία από τις πιο κοινές εννοιακές μεταφορές. Η γνωσιακή γλωσσολογία υποστηρίζει ότι η αντίληψή μας για το αφηρημένο πεδίο-στόχο (ζωή) διευκολύνεται με τη βοήθεια του συγκεκριμένου, εμπειρικού, απτού πεδίου-πηγή (ταξίδι).

Αυτό ήταν, λοιπόν. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει εις βάθος αντιληφθεί τι είναι η ζωή; Θραύσματα αντίληψης ναι, πλήρης κατανόηση όχι. Ένα ή πολλά ταξίδια, όμως; Εδώ υπάρχει μια ρουτίνα, κάποια συστατικά στοιχεία, που μπορούν να καταγραφούν και να περιγραφούν: το όχημα (ένα αεροπλάνο με όλα του τα συμπαρομαρτούντα: γευστικά, ακουστικά, οπτικά …), οι ταξιδιώτες (ο εαυτός, οι λάθος άνθρωποι και οι σωστοί άνθρωποι), η διαδρομή (στη γη ή στα σύννεφα ή ανάμεσα στα δύο), η απόσταση (ένα μακρύ εμπρός και ένα ατελείωτο πίσω), τα εμπόδια (αναταράξεις, σχέσεις που αφήνω) και ο προορισμός (πού φτάνω; εκεί που πάω; εκεί απ’ όπου ξεκίνησα; και, όταν φτάνω, είμαι ο ίδιος άνθρωπος; είμαι άλλος άνθρωπος;).

Αυτό ήταν, λοιπόν. Ο Δρόλιας ξεκίνησε να γράφει ένα αυτοβιογραφικό something και κατέληξε σε ένα είδος φιλοσοφίας για αρχάριους ή, ακόμα-ακόμα, σε ένα είδος οδηγίες χρήσης για τη ζωή (μου θύμισε κάπως τον Georges Perec). Πριν η ζωή αποδοθεί ως ταξίδι έμοιαζε πιο θολή. Είναι υπερβολή να πω ότι η έννοια του ταξιδιού «δημιούργησε» την έννοια της ζωής στην ανθρώπινή της διάσταση;

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ.

Σελίδα 157, Κεφάλαιο «Είμαστε επτά». Όλοι οι συγγραφείς είμαστε ψεύτες […] Η διαφοροποίηση μεταξύ μας είναι πως κάποιοι είναι πρωτότυποι ψεύτες, ενώ κάποιοι άλλοι απλώς μιμητές […] Σε μια απ’ αυτές τις κατηγορίες ανήκω κι εγώ και δεν έχω κανένα λόγο να το αρνούμαι πλέον. Αν υπάρχει κάτι πραγματικό στην όλη προηγούμενη αφήγηση, όπως και σε όλο το βιβλίο, είναι τελικά αυτή η αβεβαιότητα πάνω στην οποία στηρίζεται το παρελθόν μας και η αβεβαιότητα της μυθοπλασίας που αγγίζει το κάθε μας κείμενο.

Τότε μας το αποκαλύπτει ή τότε το κατάλαβε κι ο ίδιος (περίπου 30 σελίδες πριν από το τέλος); Ο Δρόλιας είναι, για να θυμηθούμε τον Alasdair MacIntyre, ένα story-telling animal, ένας απ’ αυτούς που στο ερώτημα: «ποιος είμαι» μπορεί να απαντήσει μόνον αφού προηγουμένως έχει σκεφτεί: «ποιας ιστορίας κομμάτι είμαι».

Κι έτσι συνδυάζονται οι δύο προτάσεις: Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ και Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ. Ο Δρόλιας, αφηγούμενος τα ταξίδια του, ανακαλύπτει τη ζωή του. Οι λάθος άνθρωποι -αλλά και οι σωστοί- είναι οι ηθοποιοί που «σαπορτάρουν» τον πρωταγωνιστικό εαυτό του. Αυτός -αλλά και όλοι μας- όσο και να ταξιδέψει παραμένει το ίδιο ατάραχο, απροσπέλαστο εγώ (Εσύ και στη Σελήνη να ήσουν, ίδιος θα ήσουν), σε μια αφηγηματική ενότητα που κρατάει μια ζωή.

Λοιπόν, ακόμα κι εγώ, που σιχαίνομαι τα ταξίδια, είχα πολλούς λόγους να διαβάσω το βιβλίο (βλέπετε, τη ζωή μου δεν την σιχαίνομαι -τουλάχιστον όχι τόσο πολύ). Είναι μάταια, αχ, τα ταξίδια!/Δεν το μάθατε ήδη νωρίς;/Του Εγώ τη μεθόριο κρατήστε/απροσπέλαστη, ατάραχη εσείς. Είναι το ποίημα με το οποίο κλείνει η αφήγηση, ένα επιβεβαιωτικό τελικό συμπέρασμα που έρχεται να συναντήσει την αρχική ποιητική υπόθεση.

Μου άρεσε το βιβλίο. Μου άρεσε πολύ. Όχι όπως μου αρέσουν τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα ή τα αγαπημένα μου φιλοσοφικά κείμενα. Μου άρεσε αλλιώς. Σαν κάτ ανάλαφρο, αλλά βαθύ. Κάτι εύθυμο, αλλά μελαγχολικό. Κάτι διασκεδαστικό, αλλά ύπουλα ανησυχητικό. Μου άρεσε όχι επειδή μιλάει για αλλοτριωμένες σχέσεις και αποξένωση (όπως γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου), αλλά επειδή δεν μιλάει γι' αυτά. Μιλάει για το αιώνιο αίνιγμα του «ποιος είμαι», άσχετα με το ποιος θέλω να δείξω ότι είμαι ή θέλουν οι άλλοι να δουν ότι είμαι.

        

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Ίριδες

 

Ο Albrecht Dürer, εκτός από τον εαυτό του, λατρεύει να ζωγραφίζει και φυτά. Ίριδες ανάμεσα στα άλλα. Στην εποχή του, τα ανθισμένα λουλούδια εμφανίζονται συχνά σε πίνακες αγίων, της Παναγίας και του Ιησού, αφού συμβολίζουν τη λύτρωση. Μάλιστα, οι ίριδες συμβολίζουν την άφεση αμαρτιών. Ο Dürer τις ζωγραφίζει με μεγάλη επιδεξιότητα και με όλες τις βοτανολογικές τους λεπτομέρειες.

Ζωγραφίστηκε το 1503
Βρίσκεται σήμερα στη Βρέμη, στην
Kunsthalle Bremen

Ίριδες ζωγραφίζει και ο Claude Monet σε διάφορες εκδοχές. Μονοπάτια, λιβάδια, μπουκέτα από χρωματιστές ίριδες. Από τα αγαπημένα του λουλούδια που ο ίδιος φύτεψε στο Giverny φέρνοντας τους βολβούς τους από τα πιο μακρινά και εξωτικά μέρη του κόσμου, για να δημιουργήσει έναν παραδεισένιο κήπο.

Ζωγραφίστηκε το 1900
Βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι, στο
Musée dOrsay

Ζωγραφίστηκε το 1900
Βρίσκεται σήμερα στο Κοννέκτικατ, στη
Yale University Art Gallery

Ζωγραφίστηκε μεταξύ 1914 και 1917
Βρίσκεται σήμερα στο Τόκιο, στο
Metropolitan Museum of Art

Ζωγραφίστηκε μεταξύ 1914 και 1917
Βρίσκεται σήμερα στο Τόκιο, στο
National Museum of Western Arts

Ο Vincent Van Gogh αρχίζει να ζωγραφίζει ίριδες όταν φτάνει στο άσυλο Saint Paul-de-Mausole στη Γαλλία το 1889. Έντονα περιγράμματα, ασυνήθιστες γωνίες, ζωηρά χρώματα. Την επόμενη χρονιά ο Van Gogh πεθαίνει. Όμως, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού του, ο πρώτος από τους δύο πίνακες που σας δείχνω εδώ θα μπει στη λίστα με τα πιο ακριβοπληρωμένα ζωγραφικά έργα.

Ζωγραφίστηκε το 1889
Βρίσκεται σήμερα στο Λος Άντζελες, στο Getty
Genter

Ζωγραφίστηκε το 1890
Βρίσκεται σήμερα στη Νέα Υόρκη, στο
Metropolitan Museum of Art

Πηγές για τις εικόνες:

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/e/e3/Albrecht_D%C3%BCrer_-_Iris_-_WGA07364.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Monet_-_Monets_Garten_in_Giverny.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Claude_Monet_056.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:WLA_metmuseum_The_Path_through_the_Irises_by_Claude_Monet.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Claude_Monet_-_Yellow_Irises_-_Google_Art_Project.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Irises-Vincent_van_Gogh.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Vincent_van_Gogh_-_Irises_(1890).jpg


Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Robert Burton ή, αλλιώς, Δημόκριτος ο Νεότερος


Στα τέλη της Αναγέννησης, και πιο συγκεκριμένα το 1621, κυκλοφορεί μια περιβόητη, ογκωδέστατη (900 σελίδες στην πρώτη έκδοση) πραγματεία με τον περιγραφικότατο και εντελώς αντιεμπορικό τίτλο (κρατήστε την ανάσα σας!) The Anatomy of Melancholy, What it is: with all the Kinds, Causes, Symptomes, Prognostickes, and Several Cures of it. In Three Maine Partitions with their several Sections, Members, and Subsections. Philosophically, Medicinally, Historically, Opened and Cut Up (Η ανατομία της μελαγχολίας, τι είναι: με όλα τα είδη, αίτια, συμπτώματα, προγνώσεις, και αρκετές θεραπείες της. Τρεις κύριες διαμερίσεις με αρκετές ενότητες, τμήματα, και υποενότητες, φιλοσοφικά, ιατρικά, ιστορικά, ανοιγμένα και τετμημένα).

Συγγραφέας της είναι ο Robert Burton, σπουδαίος λόγιος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και εκκλησιαστικός αξιωματούχος. Πρόκειται, όπως το λέει και ο τίτλος, για ιατρική πραγματεία. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, ιδιότυπο λογοτεχνικό έργο, φιλοσοφικό δοκίμιο, όλα αυτά μαζί. Εκτός από το βασικό του θέμα, που είναι η μελαγχολία (θρησκευτική, ερωτική κ.λπ.), αντιμετωπίζει και θέματα όπως: η χώνεψη, οι καλικάντζαροι, η γεωγραφία της Αμερικής κ.ά.. Ψυχολογία, φυσιολογία, αστρονομία, μετεωρολογία, θεολογία, αστρονομία, μέχρι και δαιμονολογία, είναι οι επιστήμες που αξιοποιούνται. Επίσης, αποφθέγματα και εξαντλητικές αναφορές σε παλαιότερους φιλοσόφους είναι συχνά στο έργο. Σοβαρότητα και αστεϊσμοί εναλλάσσονται

Το αστείο ξεκινά ήδη από πρόλογο, όπου ο Burton χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Democritus Junior (Δημόκριτος ο Νεότερος), και συνεχίζεται στην εισαγωγή όπου υπάρχει σημείωμα του συγγραφέα με τίτλο: “Democritus Junior to the Reader” («Ο Δημόκριτος ο Νεότερος προς τον αναγνώστη»), ένα ποίημα στα λατινικά με τίτλο: “Democritus Junior to his Book” («Ο Δημόκριτος ο Νεότερος προς το βιβλίο του») και μια προειδοποίηση προς “The Reader who Employs his Leisure Ill” («Τον αναγνώστη που χρησιμοποιεί τον χρόνο του απερίσκεπτα»).

Πού βρίσκεται, όμως, το αστείο; Στο γεγονός ότι ο συγγραφέας ενός βιβλίου για τη μελαγχολία, ο οποίος μάλιστα εξομολογείται ότι επιλέγει το θέμα για να αποφύγει να νιώθει ο ίδιος μελαγχολικός, προτιμά ως ψευδώνυμο το Democritus Junior (Δημόκριτος ο Νεότερος. Σκεφτείτε ότι ο αρχαίος Δημόκριτος, από την εποχή του Κικέρωνα και του Ορατίου, είχε το προσωνύμιο «Γελαστός Φιλόσοφος» για να διακρίνεται έτσι από τον «κλαψιάρη» Ηράκλειτο!

Ο Robert Burton έγραψε ο ίδιος το επίγραμμα που θα κοσμούσε τον τάφο του: “Paucis notus, paucioribus ignotus, hic jacet Democritus Junior, cui vitam dedit et mortem Melancholia” («Ελάχιστα γνωστός, λιγότερο άγνωστος, εδώ κείτεται ο Δημόκριτος ο Νεότερος, ο οποίος αφιέρωσε την ζωή και τον θάνατό του στη μελαγχολία»). 

Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 1640.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Anatomy_of_Melancholy#/media/File:Robert_Burton's_Anatomy_of_Melancholy,_1626,_2nd_edition.jpg


Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Η καρέκλα του Van Gogh και ένα οντολογικό ερώτημα

 

Τι είναι ένα αντικείμενο; Να ένα ερώτημα που έχει πολύ απασχολήσει τη Φιλοσοφία.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την καρέκλα που υπήρχε στο λιτό δωμάτιο του Vincent Van Gogh, στην Arles της Νότιας Γαλλίας. Έχει τέσσερα πόδια, είναι ξύλινη, ρουστίκ και κίτρινη.

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η καρέκλα; Είναι ένα αντικείμενο με τέσσερα πόδια, ξύλινο, ρουστίκ και κίτρινο; Είναι, δηλαδή, το άθροισμα των ιδιοτήτων του; Ναι, αλλά πώς οι ιδιότητες συγκροτούν κάτι, αν δεν υπάρχει κάτι που να τις έχει; Και μετά, ας πούμε ότι αφαιρούμε μία από αυτές; Ας πούμε ότι αφαιρούμε το κίτρινο χρώμα. Το αντικείμενο εξακολουθεί να είναι η ίδια καρέκλα του Van Gogh που τόσο παραστατικά ζωγράφισε ή αλλάζει; Με άλλα λόγια, η ιδιότητα του κίτρινου είναι για το αντικείμενο «καρέκλα» (βεβαίως αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι το συγκεκριμένο αντικείμενο, αλλά το αντικείμενο «καρέκλα» γενικότερα) αναγκαία ή όχι; Το αντικείμενο παύει να είναι καρέκλα αν δεν είναι χρωματισμένο κίτρινο. Δηλαδή, μια κόκκινη καρέκλα δεν είναι καρέκλα; Νομίζω ότι συμφωνούμε πως πρόκειται για προφανή παραλογισμό.

Επομένως, μήπως είναι καλύτερα να πούμε ότι υπάρχει κάτι που από μόνο του δεν έχει ιδιότητες και στο οποίο αυτές οι παραπάνω ιδιότητες ενσωματώνονται; Υπάρχει, με άλλα λόγια, ένα αντικείμενο που το θεωρούμε και το ονομάζουμε καρέκλα και που μπορεί να έχει τέσσερα ή τρία πόδια, να είναι ξύλινο ή μεταλλικό, ρουστίκ ή μοντέρνο, κίτρινο ή φούξια. Αλλά και από την άλλη, αν υπήρχε και μια δεύτερη καρέκλα με τις ίδιες ακριβώς ιδιότητες (τέσσερα πόδια, από ξύλο, ρουστίκ και σε κίτρινο χρώμα) θα ήταν η ίδια καρέκλα του Van Gogh ή θα είχαμε δύο καρέκλες; Και για να συνεχίσουμε τη σκέψη μας, αυτή η υποκείμενη υπόσταση δεν θα έπρεπε να είναι αυτή που θα είχε την ιδιότητα να έχει όλες τις ιδιότητες; Κι αν ήταν έτσι, δεν θα έπρεπε να υπάρχει και γι’ αυτήν μία άλλη υποκείμενη υπόσταση με το σύνολο των ιδιοτήτων της προηγούμενης συν τον εαυτό της; Και πού θα μας οδηγήσει η συνεχής αναγωγή;

Μήπως ίσως η λύση θα ήταν να υποθέσουμε ότι οι ιδιότητες, το κίτρινο χρώμα για παράδειγμα, υπάρχουν από μόνες τους, καθεαυτές; Υπάρχει, δηλαδή, η κιτρινότητα ανεξάρτητα από τα αντικείμενα αναφοράς της; Φοβάμαι ότι έτσι θα πολλαπλασιάζονταν, χωρίς να είναι αναγκαίες, οι πιθανές οντότητες και αυτό είναι κάτι που το κόβει σύριζα το ξυράφι του Ockham.

Η καρέκλα του Van Gogh ζωγραφίστηκε το 1888 και σήμερα βρίσκεται στο Λονδίνο, στη National Gallery.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Van_Gogh%27s_Chair#/media/File:Vincent_Willem_van_Gogh_138.jpg


Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Ανάμεσα στην ποίηση και στην πολιτική: John Cab Hobhouse

 

Ο John Cab Hobhouse, αργότερα 1ος Βαρόνος του Broughton, γεννήθηκε το 1786 κοντά στο Bristol και δύο είναι τα σημαντικότερα πράγματα που γνωρίζουμε γι’ αυτόν.

Το πρώτο είναι ότι ήταν σύντροφος του Lord Bayron, μαζί με τον οποίο ταξίδεψε στην Ισπανία, στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Στη Αθήνα έφτασαν τα Χριστούγεννα του 1809 κι ενώ είχε προηγηθεί η επίσκεψή τους στην αυλή του Αλή Πασά στην Ήπειρο, στο Μεσολόγγι και στους Δελφούς. Ο Hobhouse αγαπούσε τα αρχαία μνημεία, γι’ αυτό και γοητεύτηκε από τα ίχνη του αρχαίου κόσμου που ανακάλυψε στην κατά τα άλλα ρημαγμένη Αθήνα, αλλά περιφρονούσε τους Έλληνες. Ο Bayron μετά βίας άντεχε την αερολογία και την ανούσια αρχαιοπληξία του Hobhouse, που και τα δύο τα σατίρισε στο ποίημά του με τίτλο My boy Hobby O! Ειρωνευόταν μάλιστα τη συνήθειά του να κρατάει ημερολόγιο, ειρωνεία που ευτυχώς δεν επηρέασε τον νεαρό Άγγλο, αφού εκείνος συνέχισε τις καταγραφές παραδίδοντάς μας μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για συμβάντα και πρόσωπα της εποχής.

Όταν ο Hobhouse επέστρεψε στην Αγγλία, αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του αριστοκράτη σωτήρα της πατρίδας του και αναμείχθηκε με την πολιτική. Το 1820 εισήλθε στο Κοινοβούλιο ως εκπρόσωπος του Westminster και από το 1830 και μετά, όταν στην εξουσία εκλέχτηκαν οι Whigs, ανέλαβε διάφορα υψηλά καθήκοντα. Μεταξύ των άλλων, έγινε μέλος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και δραστηριοποιήθηκε για την υποστήριξη του ελληνικού αγώνα. Ωστόσο, στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Η ανάμιξή του στην πολιτική σχετίζεται με τον δεύτερο σημαντικό λόγο για τον οποίο τον γνωρίζουμε . Το 1826, σε μια αντιπαράθεσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων με τον Υπουργό Εξωτερικών George Canning, ο Hobhouse χρησιμοποίησε τη φράση “His Majesty's (Loyal) Opposition” (=η νομιμόφρων αντιπολίτευση της Aυτού Μεγαλειότητας), που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «αξιωματική αντιπολίτευση» και που έκτοτε καθιερώθηκε στο πολιτικό μας λεξιλόγιο.

Η λαμπρή σταδιοδρομία του Hobhouse συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια συνοδευόμενη και από πολλές τιμές. Η μεγαλύτερη, όμως, τιμή τού είχε ήδη αποδοθεί από τον φίλο των νεανικών του χρόνων, τον μεγάλο Ρομαντικό ποιητή Lord Bayron, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι στις 7 Απριλίου 1824. Ο Bayron του αφιέρωσε το 4ο canto από το έργο του Childe Harolds Pilgrimage (Το προσκύνημα του Childe Harold), που κυκλοφόρησε το 1818.

Ο  Hobhouse πέθανε στις 3 Ιουνίου του 1869.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:John_Cam_Hobhouse.jpg


Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Οὐδέν κακόν ἀμιγές κακοῦ: μιλώντας για τους αρχαίους Σκεπτικούς

 

Οδέν κακόν μιγές κακο, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Αυτή η φράση, που κι εμείς την επαναλαμβάνουμε σήμερα, περιγράφει σε έναν βαθμό τις θεωρίες των Σκεπτικών.

Ως γνωστόν, οι Σκεπτικοί ονομάστηκαν έτσι επειδή ήσαν Σκεπτικιστές. Οι νεότεροι Σκεπτικιστές, από διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας και με διαφορετικά παραγόμενα αποτελέσματα, ισχυρίζονται ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε. Αντιμετωπίζουν, δηλαδή, τον σκεπτικισμό ως ένα θεωρητικό ζήτημα που σχετίζεται κυρίως με την αμφισβήτηση της ύπαρξης του υλικού κόσμου. Οι αρχαίοι Σκεπτικοί, αντίθετα, έβλεπαν τον Σκεπτικισμό στην εφαρμοσμένη του ηθική διάσταση και τον συνέδεαν με την επιδίωξη για καλή ζωή. Γι’ αυτούς, λοιπόν, ο Σκεπτικισμός ήταν τρόπος βίου.

Σύμφωνα με την άποψή τους, οι άνθρωποι δεν ευτυχούν επειδή ανησυχούν για όσα είναι ενδεχόμενο να συμβούν. Μήπως οι στόχοι μας είναι εσφαλμένοι; Μήπως είναι ανέφικτοι; Μήπως χάσουμε όσα επιθυμούμε; Μήπως χάσουμε κι αυτά που έχουμε; Όλες αυτές οι σκέψεις και οι έγνοιες μας επιβαρύνουν τόσο πολύ που μας κάνουν να υποφέρουμε. Πώς θα απαλλαγούμε από τη θλίψη; Απλούστατα, απέχοντας (ποχή είναι η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Σκεπτικοί) πλήρως από τις κρίσεις. Αφού κανένας δεν ξέρει αν στο μέλλον θα προκύψει κάτι καλό ή κάτι κακό, αφού ένα κακό μπορεί να αποδειχθεί καλό, και το αντίθετο, γιατί να ανησυχούμε; Με απλά λόγια, οι αρχαίοι Σκεπτικοί ούτε αποδέχονται ούτε αρνούνται, αλλά παραμένουν σιωπηλοί, σε θέση αναμονής, χωρίς να παίρνουν θέση. Οδηγούνται έτσι σε αυτό που  ονόμαζαν «αταραξία».

Ο σημαντικότερος ανάμεσα στους Σκεπτικούς, ο Πύρρων, επιβάτης σε ένα πλοίο που παραλίγο να το καταπιεί η φουρτουνιασμένη θάλασσα, ενώ όλοι οι άλλοι ήσαν τρομοκρατημένοι, τους έδειξε ένα γουρούνι που έτρωγε αμέριμνο πάνω στο κατάστρωμα και ισχυρίστηκε ότι έτσι έπρεπε να συμπεριφέρονται και οι άνθρωποι. Τρόμαξε λιγάκι μόνον όταν ένα αγριόσκυλο τον δάγκωσε άγρια, αλλά δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είναι αδύνατο ένας άνθρωπος να αποβάλει καθετί ανθρώπινο.  

Διατηρώ το δικαίωμα του Σκεπτικισμού αναφορικά με το εάν ο αρχαίος Σκεπτικισμός μπορεί πράγματι να σώσει τον άνθρωπο από τη δυστυχία. Το βέβαιο είναι ότι Πύρρων πέθαινε στα 90 του χρόνια! Είναι άραγε αυτό μια ένδειξη;

 

Πηγή για την εικόνα:

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/aa/Pyrrho_in_Thomas_Stanley_History_of_Philosophy.jpg


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Το τρίλημμα του Münchhausen

 

Μία από τις πολλές εξωφρενικές ιστορίες που διηγήθηκε ο Münchhausen είναι εκείνη στην οποία ο επινοητικός βαρόνος σώζεται από ένα τέλμα, όπου έχει πέσει μαζί με το άλογό του, τραβώντας τον εαυτό του από τα μαλλιά.

Το όνομα του περίφημου βαρόνου έδωσε ο Γερμανός φιλόσοφος Hans Albert σε ένα τρίλημμα που αλλιώς είναι γνωστό ως «τρίλημμα του Αγρίππα» και συνδέεται με τους λογικά δυνατούς τρόπους δικαιολόγησης/τεκμηρίωσης των πεποιθήσεών μας. Θα θυμάστε, εξάλλου, από προηγούμενη ανάρτηση ότι η δικαιολόγηση είναι μία από τις αναγκαίες συνθήκες της γνώσης. Από τον Πλάτωνα κιόλας ο ορισμός της γνώσης είναι ο εξής: ληθής δόξα μετά λόγου.

Πώς, λοιπόν, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας; Υπάρχουν, σύμφωνα με τους φιλοσόφους, τρεις δυνατότητες. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει και μια τέταρτη: η παρατήρηση, η οποία, όμως, έπαψε να απασχολεί τη φιλοσοφία μετά την κατάρρευση του λογικού θετικισμού. Οι τρεις αυτές δυνατότητες προϋποθέτουν δικαιολόγηση των προτάσεων με βάση άλλες προτάσεις και όχι με βάση γεγονότα, επειδή αυτά ανήκουν στην πραγματικότητα και όχι στο οντολογικό επίπεδο των προτάσεων.

Η πρώτη δυνατότητα είναι να δικαιολογούμε κάθε λόγο αναζητώντας έναν νέο λόγο, «αναδρομή στο άπειρο» δημιουργώντας ένα επιχείρημα το οποίο ονομάζεται «παλινδρομικό» (regressive argument). Η μορφή του είναι: μια πρόταση Α μπορεί να στηριχτεί σε μια πρόταση Β, η οποία να στηριχτεί σε μια Γ, η οποία σε μια Δ ... επ' άπειρον (ad infinitum).

Η δεύτερη είναι, δικαιολογώντας, να οδηγηθούμε κάποια στιγμή στον λόγο από τον οποίο ξεκινήσαμε, επιχειρηματολογώντας όπως λέμε «κυκλικά» (circular argument). Η μορφή αυτού του επιχειρήματος είναι: μια πρόταση Α να στηριχτεί σε μια πρόταση Β η οποία με τη σειρά της να στηριχτεί σε μια πρόταση Γ η οποία να στηριχτεί πάλι στην πρόταση Α.

Η τρίτη είναι, κάποια στιγμή, αναζητώντας λόγους, να φτάσουμε σε έναν τελευταίο λόγο τον οποίο δεν δικαιολογούμε, οδηγούμενοι συνεπώς στον δογματισμό (dogmatic argument). Η μορφή του επιχειρήματος είναι: η πρόταση Α ισχύει επειδή ισχύει η πρόταση Β, η οποία ισχύει επειδή ισχύει η πρόταση Γ κ.λπ. μέχρι να φτάσουμε σε μια πρόταση Ν η οποία ισχύει επειδή έχει τεθεί αξιωματικά.

Στο τρίλημμα του Münchhausen οι δύο πρώτες περιπτώσεις δεν μοιάζουν ικανοποιητικές. Περισσότερες εφαρμογές έχει το δογματικό επιχείρημα, παρότι πρέπει να ομολογήσουμε ότι η επίκληση της αυθεντίας ή της κοινής αίσθησης, περιορίζει την αξίωση για επαρκή τεκμηρίωση.

Καταλήγουμε, επομένως, ότι και οι τρεις δυνατότητες δεν μας λύνουν το πρόβλημα της δικαιολόγησης. Συνεπώς, η έννοια της γνώσης παραμένει ασαφής.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/M%C3%BCnchhausen_trilemma#/media/File:Muenchhausen_Herrfurth_7_500x789.jpg