Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Tin Pan Alley


Μεταξύ της Πέμπτης και της Έκτης λεωφόρου στο Μανχάταν υπάρχει ένας δρόμος που είναι γνωστός με το όνομα Tin Pan Alley. Τι σημαίνει το όνομά του κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι προέρχεται από μια παλιά συνήθεια των Αμερικανών να χρησιμοποιούν τενεκεδένια δοχεία για να κάνουν θόρυβο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.  Άλλοι λένε ότι πρόκειται για μια έκφραση που χρονολογείται στον 19ο αιώνα και περιγράφει τον ήχο (την κακοφωνία, στην πραγματικότητα) που βγάζει το πιάνο όταν προσπαθεί να παίξει σ’ αυτό κάποιος μετριότατος πιανίστας. Κάπως σαν να χτυπάνε κατσαρολικά. Και κάποιο άλλοι λένε ότι προέρχεται από τη συνήθεια των μουσικών εκδοτών που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή να προσλαμβάνουν πιανίστες για δοκιμαστικά τραγουδιών, έτσι ώστε να μπορούν να πουλήσουν τις παρτιτούρες τους στους επίδοξους αγοραστές. Έτσι κι αλλιώς, εκείνη την εποχή πνευματικά δικαιώματα δεν υπήρχαν και κάθε εκδότης προσπαθούσε να πουλήσει τη δική του εκδοχή κάθε δημοφιλούς τραγουδιού. Ο «θόρυβος» από τα πιάνα που ταξίδευε από τα παράθυρα των κτηρίων και πλημμύριζε τον δρόμο τού έδωσε, λοιπόν, αυτό το όνομα.


Όποια όμως και να είναι η προέλευση του ονόματος, ένα είναι βέβαιο: ότι η περιοχή ταυτίστηκε με την αμερικανική μουσική των αρχών του 20ού αιώνα. Πολλοί διάσημοι καλλιτέχνες άρχισαν την καριέρα τους σ’ εκείνον τον δρόμο. Συγχρόνως, η περιοχή ήταν ο τόπος γέννησης της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας. Η μουσική που εκεί παραγόταν, αποτυπωνόταν στις παρτιτούρες και διετίθετο στην αγορά ως εμπόρευμα για μαζική κατανάλωση. Ήταν μια μουσική που προοριζόταν για τα λαϊκά στρώματα, τα οποία, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές της, δεν διέθεταν ούτε την παιδεία ούτε τους πόρους για να απολαμβάνουν αυτήν που εθεωρείτο «υψηλή» τέχνη. Τούτη η μουσική από τα μισοξεκούρδιστα πιάνα είναι μία από τις εκφάνσεις αυτού του καλλιτεχνικού φαινομένου που αργότερα θα ονομαστεί «pop art». 


Η Tin Pan Alley γνώρισε μεγάλη δόξα για δύο δεκαετίες, μέχρι περίπου το 1910. Έπειτα, οι μεγάλοι μουσικοί εκδότες άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν την περιοχή για το πιο ελκυστικό εμπορικά Broadway. Πάντως, γύρω στο 1930, την εποχή της μεγάλης ύφεσης, ο φωνόγραφος και το ραδιόφωνο αντικατέστησαν τη διάδοση της μουσικής μέσα από την κυκλοφορία παρτιτούρας και η  Tin Pan Alley άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Μόνο τα κτήρια που εξακολουθούν να διατηρούνται θυμίζουν την παλιά της ακμή, κομμάτι της αμερικανικής πολιτιστικής ιστορίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι V


Ένα ναυτάκι ήταν, πανέμορφο, λεβεντάκι με τα όλα του. Αμούστακο αγόρι ήταν όταν πρωτοπάτησε το πόδι του στα μέρη της Φοινίκης, κι εγώ μικρό κορίτσι. Μα μέσα σε δυο καλοκαίρια το χνούδι φούντωσε στο πρόσωπό του. Ήρθε και με βρήκε στο ιερό της Αστάρτης
«Έλα μαζί μου», είπε.                                              
«Βασίλισσα θα μ’ έχεις», του είπα πειραχτικά. «Αυτό λένε τ’ αγόρια».  
«Όχι», μου απάντησε σοβαρά. «Βασίλισσες στον κόσμο υπάρχουν πολλές και όλες ζουν στη σκιά του βασιλιά τους, εσύ θα είσαι κάτι παραπάνω».
«Μου κρύβεις τα καλύτερα και θες να σε πιστέψω;»
«Τίποτα δεν σου κρύβω. Να με αγαπήσεις, μόνο αυτό ζητώ».
«Μα είσαι νέος ακόμη. Μόλις φύτρωσε το χνούδι στο πηγούνι σου». 
«Τη θέληση που κρύβεται από κάτω θέλω να δεις».
«Και πού θα με πάει το πλοίο; Σε ποιο λιμάνι θα πιάσουμε; Πού μένουν οι δικοί σου;»
«Στο θεϊκό βουνό θα μας πάει. Εκεί όπου μεγάλωσε ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών».
«Καράβι σε βουνό; Δεν ακούς συχνά τέτοιες παραδοξότητες. Μα πάλι σκέφτομαι: κι αν μείνω εδώ;»
«Το ξέρεις πως η πατρίδα σου θα χαθεί».
«Πώς το ξέρεις; Είσαι μάντης;»
«Είμαι ό,τι φαίνομαι στα μάτια σου».
«Δεν μπορώ να πω, ασκείς πάνω μου μια γοητεία μοναδική, μα από την άλλη σκέφτομαι κιόλας».
«Αυτή είναι η προίκα που σου έδωσαν οι θεοί, μεγαλομάτα μου».
«Κι αν έρθω μαζί σου;»
«Θα μπορούσα να σου πω πως θα σε κάνω αθάνατη, μα ποιος πιστεύει έναν ναύτη».
«Έχεις δίκιο. Θέλω να σε πιστέψω και θα το κάνω, όχι γιατί με έπεισες αλλά γιατί χθες το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο».
«Πες μου τι είδες».
«Είδα τον αδελφό μου Κάδμο, που λείπει στο κυνήγι, μαζί με τον ποιητή Μουσαίο που μαντεύει του κόσμου τα δεινά, να μου λένε πως ένα πλοίο με περιμένει στο λιμάνι. Δικό σου πλοίο είναι;»
«Τρία καλοκαίρια πιάνω σκάλα στο λιμάνι της Βύβλου».
«Μου είπε ακόμη πως ένας άρχοντας από την Περσία με χιλιάδες πολεμιστές έρχεται να με κλέψει».
«Τα είπε όλα ο Μουσαίος. Τι άλλο μένει να πω εγώ;»
«Παρά την απειλή σε δίλημμα βρίσκομαι».
«Σκέψου πως ίσως γεννήθηκες για να βλέπεις όλο τον κόσμο και όχι ένα μικρό μέρος του».
«Ας γίνει τότε το θέλημα των θεών».
«Τώρα μιλάς σωστά. Βρες ένα λόγο να φθάσεις ως τη θάλασσα».
«Οι φίλες μου θα με συνοδεύουν. Καμιά δεν θα ξέρει τι πάω να κάνω».
«Έτοιμο θα έχω το καράβι».



Έτσι έγινε. Κατέβηκα στη θάλασσα με μια γιρλάντα στο λαιμό. Με τη βοήθεια του ναύτη μου πάτησα πάνω στο ξύλο. Το ακρόπρωρο τράβηξε τη ματιά μου. Ένας κατάλευκος ταύρος με χρυσά κέρατα στόλιζε το καράβι. Πήγα κοντά στο θεϊκό στολίδι. Του χάιδεψα την πονηρή μουσούδα και αφού ανέβηκα πάνω του πέρασα τη γιρλάντα στα χρυσά του κέρατα. Αμέσως το πλοίο άφησε πίσω τη στεριά. Τρίτωνες μας συνόδευαν και πανέμορφες Νηρηίδες έψελναν τον Υμέναιο. Τρομαγμένες έσυραν φωνή οι φίλες μου.
«Ευρώπη! Ευρώπη!» φώναζαν και τα χέρια τους μια ικέτευαν στον ουρανό και μια χτυπούσαν τα μηνίγγια τους.
«Μην φοβάστε», τους φώναξα. «Κανείς δεν χάνεται αν τον πιάσουν στο στόμα τους οι ποιητές».

Σημείωση: Η στάμνος είναι μεγάλο ανοιχτό αγγείο, με χαμηλό λαιμό και δύο μικρές οριζόντιες λαβές στο επάνω μέρος του σώματος, που προοριζόταν για την αποθήκευση υγρών. Η ερυθρόμορφη στάμνος που παρουσιάζεται εδώ, με διακοσμητικό θέμα την αρπαγή της Ευρώπης από τον ταύρο, κατασκευάστηκε πιθανόν το 480 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται στο Museo Archeologico Nazionale Tarquiniense..
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/Europa_(mythology)

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Το χιόνι έπεφτε ...


Κι ενώ η νέα χρονιά κάνει τα πρώτα της βήματα, το χιόνι αρχίζει να υποχωρεί σταδιακά κι εμείς εξακολουθούμε να είμαστε κουλουριασμένοι δίπλα στη φωτιά, δύο ζωγραφικά έργα βρίσκω πως είναι πολύ κοντά στην ατμόσφαιρα των ημερών.
Το πρώτο ένας πίνακας του Γάλλου Claude Monet με τίτλο Boulevard Saint-Denis, Argenteuil, in hiver (Το μπουλβάρ Σαιντ Ντενί, στην Αρτζεντίλ, τον χειμώνα), που ζωγραφίστηκε το 1875 και τώρα βρίσκεται στη Βοστόνη, στο Museum of Fine Arts. Το πυκνό χιόνι που σκεπάζει τους δρόμους και τα κτήρια της Argenteuil, δίνει την ευκαιρία στον ιμπρεσιονιστή ζωγράφο να μελετήσει την εντύπωση που δίνει και τα εικαστικά προβλήματα που δημιουργεί το εκτυφλωτικό λευκό. Οι πινελιές του δημιουργούν την ψευδαίσθηση των νιφάδων, ενώ ο χλωμός ήλιος αγωνίζεται να νικήσει τη χιονοθύελλα και οι κάτοικοι βιάζονται να επιστρέψουν στη θαλπωρή της εστίας τους.


Στον αντίποδα, ο Αμερικανός Barnett Newman, από τους αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, ζωγραφίζει το 1967 ένα τεράστιο σε διαστάσεις έργο με τίτλο Voice of Fire (Η φωνή της φωτιάς)


Είκοσι χρόνια αργότερα το έργο αγοράζεται από τη National Gallery of Canada της Οτάβα έναντι 1,76 εκατομμυρίων δολαρίων. Κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν είχε ασχοληθεί με αυτό, η αγορά του από το καναδικό μουσείο προκαλεί πραγματικό σεισμό. Ορισμένοι το θεωρούν απόκτημα πολύτιμο, ενώ άλλοι, φορώντας μπλουζάκια με το έργο σταμπαρισμένο πάνω τους, αντιδρούν στην αγορά και αμφισβητούν την αξία του. Τρεις ίδιου μεγέθους κάθετες λωρίδες, μπλε οι εξωτερικές και κόκκινη η εσωτερική, πώς στο καλό μπορεί να αξίζουν ένα τέτοιο ποσό ή, ακόμα χειρότερα, πώς μπορεί να θεωρούνται τέχνη, αναρωτιούνται οι επικριτές του. Δεν είναι να απορεί κανείς. Το ερώτημα για το αν είναι πραγματικά τέχνη συνοδεύει το ρεύμα του μοντερνισμού από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση. Πάντως, προς κακοφανισμό των αντιπάλων του, προσφάτως η αξία του έργου αποτιμήθηκε στα 40 εκατομμύρια δολάρια. Ο Newman και η «τέχνη» του μάλλον πήραν την εκδίκησή τους.

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Εορταστικά pin-up girls


Σ’ εκείνες τις τρελές δεκαετίες, τη δεκαετία του ’50 και του ’60, τα ημερολόγια, αναπόσπαστο κομμάτι του ανδρικού κόσμου των γκαράζ και των στρατώνων, στολίζονταν με εικόνες κοριτσιών που φιλοτεχνούσαν καλλιτέχνες όπως ο Αμερικανός Bill Randall.
O Randall δεν ζωγράφιζε πάντοτε pin-up girls. Στη διάρκεια του δεύτερου μεγάλου πολέμου, ενταγμένος στη γαλλική ομάδα προπαγάνδας, δημιουργούσε έργα με αντιναζιστικό περιεχόμενο. Όμως, η διασημότητα ήρθε όταν, το 1946, το περιοδικό Esquire τον επέλεξε για να εικονογραφήσει τις σελίδες του. Χαριτωμένα, προκλητικά μουτράκια και κορμιά σχεδόν πλήρως εκτεθειμένα στα βλέμματα με τα εσώρουχα ή με διάφανα ενδύματα τραβούν την προσοχή και ανάβουν τον πόθο των ανδρών. Συγχρόνως, ο Randall κερδίζει χρήματα από τις διαφημίσεις. Η General Motors, η εξορυκτική και μεταποιητική εταιρεία της Minnesota και τα σαπούνια Palmolive είναι μερικές μόνον επιχειρήσεις που ανεβάζουν τις πωλήσεις τους χάρη στα ζωγραφισμένα κορίτσια του Randall. Τη δεκαετία του ’50 ο Randall φιλοτεχνεί εξώφυλλα για μερικά από τα πλέον ευρείας κυκλοφορίας αμερικανικά περιοδικά, όπως το Colliers και το American Weekly, ενώ το 1953 εκδίδεται στο Ohio το πρώτο ημερολόγιο με δικές του εικόνες και ένα από τα πιο επιτυχημένα της εταιρείας Kemper-Thomas.
Σήμερα θυμήθηκα τον Bill Randall επειδή έχει ζωγραφίσει μερικά ιδιαιτέρως ζουμερά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα pin-ups ανάμεσα στο 1954 και στο 1957:






Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι IV


Πλούσια είναι η Μεγίστη. Το νησί μου. Οι καπεταναίοι γύριζαν με τα ελαφρά πλοιάρια από τα λιμάνια της Μεγάλης Θάλασσας και έφερναν του κόσμου τα καλούδια. Αρχόντισσες είχαν τις γυναίκες τους, πριγκίπισσες τις κόρες τους. Στις γιορτές του Σεπτέμβρη, όταν όλα τα πλοιάρια επέστρεφαν στο νησί, οι άρχοντες μετρούσαν τον πλούτο του κάθε καπετάνιου και έδιναν το πρώτο βραβείο. Εκείνη τη χρονιά όλοι οι καπεταναίοι έφεραν πλούτο στο νησί, μα άφθαστος, όπως πάντα, ήταν ο Ίστωρ, που πρώτος αυτός έφτασε μέχρι τη χώρα του μεγάλου ποταμού, τη μακρινή Κεμέτ.
Οι άρχοντες ήρθαν στο εργαστήρι μου, ένα ταπεινό εργαστήρι όπου έφτιαχνα κοσμήματα για τις αρχοντοπούλες, και παράγγειλαν ένα χρυσό στεφάνι που θα δινόταν στον πρωτοκαπετάνιο. Μου έδωσαν το χρυσάφι και διορία λίγων ημερών για να το ετοιμάσω.
Σε μένα έλαχε να φτιάξω το αριστείο. Σε μένα που ήμουν στα νιάτα μου στο ίδιο καράβι με τον Ίστωρα. Παιδιά δυνατά ήμασταν που παίζαμε πάνω στο σκάφος με τον άνεμο και τα κύματα, μόνο που εμένα παραφύλαγε το μεγάλο ψάρι και έφαγε το πόδι μου κάτω από τον αστράγαλο και έληξαν τα παιχνίδια με τον άνεμο και τα κύματα. Έτσι, σακάτης, έμαθα κοντά σε έναν παλιότερο την τέχνη της φωτιάς και των πολύτιμων μετάλλων.
Και τώρα εγώ θα στόλιζα με την τέχνη μου το κεφάλι του φίλου μου. Η δόξα θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και το όνομά του αθάνατο θα ήταν. Η ατυχία, όπως λένε οι σοφοί, γίνεται πολλές φορές πόνος ψυχής, γίνεται ζήλεια και κακία. Σπάνια γίνεται ομορφιά. Η ψυχή μου μού είπε πως θα ήθελε αυτό το στεφάνι να στολίζει το δικό μου κεφάλι. Όλοι έλεγαν πως ήμουν το ίδιο άξιος με τον Ίστωρα, αν όχι καλύτερος.
Μα τώρα ήμουν μόνος στο εργαστήρι με μισή χούφτα χρυσάφι φερμένο από τη μακρινή Κεμέτ. Στο καμίνι τα κάρβουνα είχαν κοκκινίσει. Τα σφυριά χτυπούσαν το ζεστό χρυσάφι μέχρι να γίνει λεπτό έλασμα. Το έκοψα σε φύλα κισσού. Το σύρμα, ευλύγιστο σαν νευρώνας μικρού ζώου, θα έδενε τους μίσχους των φύλλων πάνω στον ολόχρυσο σκελετό. Ένα τσαμπί από χάντρες κισσού θα στόλιζαν το πάνω μέρος που στο μέτωπο του νικητή θα ακουμπούσε. Σαν τελείωσα την κατασκευή, το πέρασα με υγρά για να γίνει ακόμη πιο γυαλιστερό και να προστατευθεί από την αλμύρα που μαζί με τον αέρα νοστίμευε τον νου και την καρδιά μας.


Και έφτασε η μέρα. Όλο το νησί κατέβηκε στο λιμάνι. Ο άναξ απόθεσε το χρυσό στεφάνι στο κεφάλι του Ίστωρα. Ο κόσμος ζητωκραύγασε. Κανείς δεν μίλησε για μένα. Μα δεν μ’ ένοιαζε. Μόνον εγώ ήξερα πως. όταν όλα αυτά τα πρόσωπα θα έχαναν τη μορφή τους και το όνομά τους θα ξεχνιόταν μέσα στο χρόνο, αυτό που θα ζούσε πιο πολύ, αυτό που θα δοξαζόταν πιο πολύ, θα ήταν το στεφάνι, το φτιαγμένο από τα δικά μου ανώνυμα χέρια.

Σημείωση: Το χρυσό στεφάνι από τη νήσο Μεγίστη (το σημερινό Καστελλόριζο) κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.. Το στεφάνι έφεραν οι κάτοικοι του Καστελλόριζου ως δώρο στην Αθήνα το 1913 ζητώντας την ένωσή τους με τη μητέρα-πατρίδα. Σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.  
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι ΙΙΙ


Είχε τα χρονάκια του ο δάσκαλος, κι αυτός μικρό παιδί. Τον μύησε, απ’ όταν άρχισε να περπατάει, στη γλώσσα των ουράνιων ήχων. Του μίλησε πολλές φορές για τ’ αστέρια και για τους θεούς που απλόχερα προσφέρουν στους θνητούς τα μυστικά του ουρανού.
«Λίγοι στήνουν αυτί για να τ’ ακούσουν», έλεγε ο δάσκαλος.
Γλυκόλαλη ήταν η φωνή του και τα νευρώδη δάχτυλα, όταν έπιανε την άρπα στα χέρια του, έτρεχαν πάνω στις χορδές, μαγεύοντας τα δελφίνια που έπαιζαν στα ήρεμα νερά της Κέρειας. Άρεσε στα χαριτωμένα αφρόψαρα να τον ακούνε να ψέλνει στους γάμους των νέων παιδιών, στις γιορτές της άνοιξης, στις συνάξεις του νησιού.
Και, κάποια στιγμή, έτσι όπως ανερμήνευτα γίνονται κάποια πράγματα, μια θλίψη έφερε η ομορφιά των ήχων στο νέο αγόρι. Χωρίς να καταλάβει το γιατί, πήγε στην ακτή με τις σπαρμένες μαρμαρόπετρες και ξεχώρισε το πιο καθαρό κομμάτι. Ένα τόσο δα κομμάτι μάρμαρο διάλεξε, ίσα με μια ανοιχτή παλάμη. Το έψαξε κοντά κοντά. Καμιά αράχνη δεν είχε βρει καταφύγιο στα σωθικά του. Κανένα όστρακο δεν φώλιασε πάνω του. Κάτασπρο σαν το γάλα ήταν.
Πήρε τη μικρή του σμίλη και άρχισε να το σκαλίζει. Πρώτα σμίλεψε τον θρόνο.
«Κάθε θεός έχει τον θρόνο του», έλεγε ο δάσκαλος, κι ας μην είχε δει ποτέ του θρόνο και ποτέ του θεό.
Μετά τον έβαλε να καθίσει στη σωστή θέση. Πάνω στο δεξί του πόδι έπρεπε να ακουμπήσει με σιγουριά η άρπα. Εκεί όμως που στάθηκε πιο πολύ ήταν τα χέρια του. Αφαίρεσε με τη σμίλη ό,τι περίσσευε από το μάρμαρο μέχρι να σχηματιστούν τα λεπτά και ευλύγιστα δάχτυλά του, και μετά τα έτριψε με ψιλή άμμο μέχρι να αποκτήσουν βελούδινη όψη. Τελευταίο σκάλισε το κεφάλι. Το έβαλε να «βλέπει» ψηλά, στον ουρανό.
«Μ’ αυτόν τον ουρανό συνομιλούν τα εξαίσια πνεύματα», έλεγε ο δάσκαλος.
Τέλος, βύθισε το γλυπτό στη θάλασσα. Βάφτηκε ολόκληρο με ένα διάφανο μπλεδί.
Στο μνήμα που άνοιξαν κάτω στον όρμο ακούμπησαν το αγαπημένο λείψανο του αρπιστή. Στα ενωμένα χέρια του απάνω ακούμπησε ο νέος το υπέροχο ειδώλιο.
Εκεί που έσβηνε ο φλοίσβος έκλαιγαν τα δελφίνια.

Σημείωση: Ο μαρμάρινος αρπιστής της Κέρου είναι από τα πιο γνωστά ειδώλια του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού (2700-2300 π.Χ.). Έχει ύψος 0.225 μέτρα και βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι ΙΙ


Η Μελίτη, κόρη του δαδοποιού Φιλάρετου, κεντούσε το πέπλο του Υμέναιου καιρό τώρα. Ήταν παιδούλα ακόμη, μα μεγαλύτερη έδειχνε. Ήταν όμορφη και τρυφερή. Το δέρμα της ήταν λευκό, πιο λευκό από το γάλα, και η φωνή της πιο γλυκιά από της λύρας. Ήταν περήφανη η Μελίτη, περήφανη σαν ατίθασο άλογο.
Είδε τον νέο να περνάει μπροστά από το παραθύρι της, ημίγυμνο, νευρώδη, με τετράγωνους ώμους. Έλαμπε το στενόμακρο πρόσωπό του, ενώ από το κεφάλι του έτρεχαν, όμοιοι με φλόγες, οι καλοπλεγμένοι βόστρυχοι. Ίδιος θεός ήταν ο αγαθός νέος της Βολομάνδρας με το μοναδικό χαμόγελο. Πήγαινε στην αγορά. Ένας ποιητής είχε φθάσει στην πόλη. Ένας σοφός ποιητής, είπε κάποιος. Όλοι οι πολίτες εκεί θα ήταν μαζεμένοι. Χαρούμενοι θα ήταν και θα χαμογελούσαν με ψυχή ανάλαφρη. Θα πείραζαν ο ένας τον άλλον και θα χαίρονταν, γιατί είχαν μάθει από τους ποιητές πως κανείς δεν γίνεται να ελπίζει σ’ ολάκερη την ευτυχία. ένα μικρό μερίδιο μπορεί να προσδοκά μονάχα  κει που δεν το περιμένει.
Έτσι έγινε. Η ζωή του νέου δεν κράτησε πολύ. Αφήνιασε το άλογο ένα πρωί. Πιάστηκε το πόδι του στα γκέμια. Ξωπίσω του τον τράβηξε το άτι. Σφηνώθηκε ανάμεσα σε δυο δέντρα. Εκεί χωρίστηκε από το κορμί η χαμογελαστή ψυχή του.
Το άγαλμα που στήσανε μπροστά στο ιερό δεν προκαλούσε θλίψη. Ίσα ίσα, γλύκαινε την ψυχή των προσκυνητών.


Λίγο καιρό μετά, μια φεγγαρόφωτη νύχτα,  η Μελίτη βγαίνει κρυφά από το σπίτι της και πάει στο ιερό. Αστράφτει η χαμογελαστή πέτρα στο σκοτάδι. Η παιδούλα κρατάει στο χέρι της ένα μπακιρένιο δοχείο γεμάτο με πυρίκαυστο υγρό. Ανεβαίνει στο μαρμάρινο βάθρο του αγάλματος και απλώνει το εύφλεκτο υγρό πάνω στο κορμί του νέου. Σαν τελειώνει, βγάζει από τον κόρφο της το δαντελένιο πέπλο, αυτό που έπλεκε για την ημέρα του γάμου της,  και τυλίγει το λατρεμένο κορμί.
«Πού νάξερες», του λέει και τον χαϊδεύει τρυφερά, «έτοιμη ήμουν να σε δεχτώ».
Το χάδι αυτό, το τελευταίο, το τόσο θερμό, δίνει φωτιά στο μάρμαρο. Φουντώνει στη στιγμή το πυρίκαυστο υγρό και καίγεται μαζί του η παρθενική δαντέλα.
«Το χνάρι της Αφροδίτης», είπαν εκστασιασμένοι οι περαστικοί, όταν στο φως του ήλιου είδαν ανάγλυφα πάνω στο υπέροχο γλυπτό τα ανεξίτηλα  στολίδια της θεάς.

Σημείωση: Ο επιτύμβιος κούρος της Βολομάνδρας, που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει ύψος 1,79 μέτρα, κατασκευάστηκε μεταξύ 570 και 550 π.Χ. και είναι από τους αντιπροσωπευτικότερους της μέσης αρχαϊκής περιόδου.  Η διακοσμητική του απόδοση έχει γίνει με μεγάλη επιτηδειότητα και οι λεπτομέρειες του σώματος είναι πολύ στρογγυλεμένες.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι Ι


Μια φορά κι έναν καιρό, στο Σούνιο, ένας νεαρός αθλητής κερδίζει την πρώτη νίκη του σε ναυτικούς αγώνες που έγιναν προς τιμήν του Ποσειδώνα. Είναι περήφανος, όπως κάθε αθλητής που αριστεύει, όπως κάθε πολεμιστής που βγαίνει νικητής. Η αμοιβή του, ένα στεφάνι ελιάς. Ο ένδοξος νέος, γνωρίζοντας πως έχει κερδίσει την αθανασία, περπατάει περήφανος προς τον ναό του Ποσειδώνα, ο οποίος δεσπόζει σε όλο το Αιγαίο, μπαίνει στο ναό και στέκεται ταπεινά μπροστά στο άγαλμα του θεού των θαλασσών. Με τελετουργικές κινήσεις βγάζει το στεφάνι από το κεφάλι του και το εναποθέτει στα πόδια του αγάλματος. Βγαίνοντας από το ναό το πλήθος τον αποθεώνει.
Λίγο καιρό αργότερα ο νεαρός αθλητής πεθαίνει. Οι γονείς του κλαίνε πάνω στο δοξασμένο λείψανο, μα ξέρουν πως στα σπίτια των δοξασμένων νικητών ο θρήνος δεν πρέπει να παρατραβά. Καλούν τότε τον πιο διάσημο γλύπτη της Αθήνας και του παραγγέλνουν να σμιλέψει την εικόνα του ένδοξου παιδιού τους στο μάρμαρο. Λίγες ημέρες αργότερα, ο γλύπτης,  τοποθετεί την επιτύμβια στήλη στον τάφο του.


Οι περαστικοί περνούν μπροστά από τη μαρμάρινη στήλη μνημονεύοντας κάθε φορά το δοξασμένο όνομά του, τα νιάτα του και τον άδικο χαμό του. Ο νεαρός αθλητής εικονίζεται  με γερτό το κεφάλι. Σκεφτικός. Ίσως και λίγο θλιμμένος.  Ο σοφός -και ανώνυμος- γλύπτης έχει αποτυπώσει πάνω στην ανάγλυφη στήλη τα δικά τους συναισθήματα και τις δικές τους σκέψεις. Για τη δόξα και τη μοίρα των ανθρώπων. Για τη ζωή -σε όλο της το μεγαλείο- και για το θάνατο.

Σημείωση: Ο Αυτοστεφανούμενος είναι αναθηματικό ανάγλυφο αθλητή. Βρέθηκε στο Σούνιο, κοντά στον ναό της θεάς Αθηνάς, και κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο. Έχει ύψος 0,48 μέτρα και πλάτος 0.49 μέτρα. Το έργο χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα: