Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Φιλοσοφικοί διάλογοι: René Descartes, Μεταφυσικοί Στοχασμοί


Tο 1640 ο René Descartes έχει ολοκληρώσει το έργο του με τίτλο Meditationes de prima philosophia, πιο γνωστό με το όνομα Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Το έργο αυτό, γραμμένο στα λατινικά και άρα απευθυνόμενο σε λόγιους και διανοούμενους, είναι η δεύτερη, μετά το Discours de la methode (Λόγος περί της μεθόδου), «αφήγηση» στην οποία ο φιλόσοφος περιγράφει τη μεταφυσική του μάχη ενάντια στην αμφιβολία. 
Όμως, τον Descartes τον τρώει η ανησυχία ότι ένα τέτοιο έργο, στο οποίο εκτίθενται μεταξύ άλλων και οι αποδείξεις του για την ύπαρξη του Θεού, δεν θα γινόταν θετικά δεκτό, θέτοντας σε κίνδυνο και την προσωπική του ελευθερία. Γι’ αυτό, κοινοποιεί το χειρόγραφο σε διακεκριμένους σύγχρονούς του θεολόγους και φιλοσόφους, με σκοπό να δοκιμάσει την πειθώ των επιχειρημάτων του και να συγκεντρώσει τις αντιρρήσεις και τις υποδείξεις τους. Έτσι γεννιούνται οι Πρώτες Αντιρρήσεις, μερικές από τις οποίες αρκετά εκτεταμένες, τις οποίες ακολουθούν οι Πρώτες Απαντήσεις του Descartes. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ανοίγει έναν πρωτοφανή διάλογο στην ιστορία της Φιλοσοφίας.
Στη συνέχεια, ο Descartes, για να νιώσει ακόμα πιο ασφαλής –οι καταδίκες του Giordano Bruno και του Galileo Galilei είναι πολύ νωπές-, στέλνει το έργο του, μαζί με τις Πρώτες Αντιρρήσεις και τις Πρώτες Απαντήσεις, στον επιστήθιο φίλο του και ιερέα Marin Mersenne. Εκείνος αναζητεί για χάρη του κριτές και σε σύντομο χρονικό διάστημα συλλέγει επτά σειρές Αντιρρήσεων, οι οποίες διατυπώνονται κατά σειράν: από τον Δανό θεολόγο Johannes Caterus, από διάφορους θεολόγους μη κατονομαζόμενους, από τον Άγγλο φιλόσοφο και προτεστάντη στο θρήσκευμα Thomas Hobbes, από τον Γάλλο φιλόσοφο Antoine Arnauld, από τον Γάλλο φιλόσοφο και ιερέα Pierre Gassendi, από διάφορους μη κατονομαζόμενους φιλοσόφους, από τον Ιησουίτη Pierre Bourdin. Ο Descartes απαντά σε όλες αυτές με το ύφος που προσιδιάζει σε καθεμιά. Επιπλέον, ζητάει επίσημη επιδοκιμασία από τους θεολόγους της Σορβόννης, η οποία όμως δεν του δίνεται ποτέ.


Το έργο εκδίδεται για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1641 στο Παρίσι (και όχι στην Ολλανδία όπου κατοικεί ο φιλόσοφος) με τον πλήρη τίτλο Meditationes de prima philosophia, in qua Dei existentia et animae immortalitas demonstratur (Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού και η αθανασία της ψυχής). Σε αυτήν την έκδοση γίνεται ρητή αναφορά στις αντιλογίες και στις σχετικές απαντήσεις του Descartes, και μάλιστα με την παράκληση του φιλοσόφου προς τους αναγνώστες, στον πρόλογο της έκδοσης, να μελετήσουν και τις μεν και τις δε πριν βιαστούν να αξιολογήσουν το έργο του.
Το έργο είναι αφιερωμένο «στους Κυρίους Κοσμήτορες και Διδάκτορες της εκκλησιαστικής Σχολής Θεολογίας του Παρισιού»!

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Jack-O’-Lantern: μια κολοκύθα για το Halloween


Μια σκαμμένη μεγάλη πορτοκαλί κολοκύθα με φως στο εσωτερικό της: αυτό είναι το περίφημο Jack-O’-Lantern και η καταγωγή του πηγαίνει πολύ πίσω, σε έναν παλιό ιρλανδικό μύθο, στον οποίο μάλιστα η μεγαλοπρεπής κολοκύθα δεν ήταν παρά ένα ταπεινό ραπανάκι.


Ο Jack, άνθρωπος τσιγκούνης, μίζερος και μπαγαπόντης, κάλεσε για ποτό τον διάβολο. Όμως, μετά την οινοποσία, δεν ήθελε να βάλει το χέρι στην τσέπη και να πληρώσει. Γι’ αυτό έπεισε τον διάβολο να μεταμορφωθεί σε νόμισμα ώστε να πληρώσει μ’ αυτό. Και πάλι όμως, αντί να πληρώσει, έχωσε το νόμισμα στην τσέπη του πλάι σε έναν σταυρό, ο οποίος εμπόδιζε τον διάβολο να ξαναπάρει την κανονική του μορφή. Ο Jack απελευθέρωσε τελικά τον διάβολο, αφού πρώτα του απέσπασε την υπόσχεση ότι για έναν χρόνο δεν θα τον ενοχλήσει ούτε θα διεκδικήσει την ψυχή του μετά θάνατον. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά. Ο Jack, αυτήν τη φορά, παγίδευσε τον διάβολο σε ένα δέντρο και τον απελευθέρωσε μόνον αφού έλαβε την υπόσχεση ότι για δέκα χρόνια δεν θα τον ενοχλήσει. Τα χρόνια πέρασαν και ο Jack πέθανε. Ο παράδεισος, όμως, δεν τον δέχτηκε λόγω της τσιγκουνιάς και της κακίας του, δεν τον δέχτηκε όμως ούτε ο διάβολος, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να πάρει την εκδίκησή του για τα καψόνια που είχε υποστεί από αυτόν όσο ήταν ζωντανός. Του θύμισε, λοιπόν, ότι ήταν μέρος της συμφωνίας τους να μην διεκδικήσει την ψυχή του μετά θάνατον, και τον έδιωξε. Ήταν νύχτα και ο Jack φοβόταν να περπατήσει στο σκοτάδι. Ο διάβολος τότε του χάρισε ένα αναμμένο κάρβουνο που, για να μην του σβήσει, ο Jack έσκαψε ένα ραπανάκι που είχε στην τσέπη του και το έβαλε εκεί. Με αυτό το αυτοσχέδιο φανάρι ακόμα περιπλανιέται στον κόσμο χωρίς να μπορεί να ησυχάσει.



Και οι άνθρωποι, κάθε χρόνο, την παραμονή της γιορτής των Αγίων Πάντων (All Hallows Day), κατασκευάζουν Jack-O’-Lanterns, τα οποία έχουν αποτρεπτικές ιδιότητες και απομακρύνουν από τα σπίτια τους το γρουσούζικο φάντασμα του Jack. Προτιμούν, μάλιστα, τις κολοκύθες, για το λαμπερό πορτοκαλί τους, που έρχεται σε αντίθεση με το σκοτάδι των νεκρών και του θανάτου. Σιγά-σιγά, αυτή η παραμονή της γιορτής των Αγίων Πάντων καθιερώθηκε ως το γνωστό μας Halloween (All Hallows Evening), τη γιορτή που σημαδεύει το πέρασμα από το τέλος του καλοκαιριού στον χειμώνα που βρίσκεται προ των πυλών. Παιδιά, με τρομακτικές μεταμφιέσεις, μικροσκοπικά κακοποιά πνεύματα (μάγοι και μάγισσες καβάλα σε σκουπόξυλα και φαντασματάκια), τριγυρίζουν στα σπίτια δίνοντας στους ανθρώπους δύο επιλογές: trick or treat (φάρσα ή κέρασμα). Φυσικά, όλοι διαλέγουν το δεύτερο κι έτσι τα πιτσιρίκια αποχωρούν φορτωμένα γλυκίσματα και ζαχαρωτά.


Το Halloween έχει πολύ βαθύτερες ρίζες από τις κελτικές παγανιστικές παραδόσεις στις οποίες το αποδίδουν. Συνδέεται με τον πολύ ανθρώπινο φόβο του θανάτου και με την ανάγκη αυτός να αποτραπεί με το μέσο της φάρσας και της γελοιοποίησης. Τα τρομακτικά προσωπάκια που χαράζονται πάνω στις κολοκύθες έχουν πάντοτε ένα τεράστιο κοροϊδευτικό χαμόγελο.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κιβωτός του Sacha Guitry: Ceux de chez nous


Στις 22 Νοεμβρίου 1915 δημιουργήθηκε ένα φιλμάκι με τον παράξενο τίτλο: Ceux de chez nous, που είχε δημιουργό τον ιδιότυπο Sacha Guitry. Πώς να μεταφραστεί ο τίτλος στα ελληνικά; Ίσως: Οι δικοί μας άνθρωποι; Οι συμπατριώτες μας;
Ήταν ένα ντοκιμαντέρ. Καλύτερα … ήταν μια κινηματογραφική εγκυκλοπαίδεια.
Η ταινία ανοίγει με τον Guitry καθισμένο στο γραφείο του να εξηγεί πώς του ήρθε η ιδέα της ταινίας. Γύρω του, το δωμάτιο γεμίζει από τη συλλογή του με έργα τέχνης.
Ο Anatole France, η Sarah Bernhardt, ο Claude Monet, ο Octave Mirbeau, ο Edgar Degas, ο Edmond Rostand, ο Auguste Rodin, ο André Antoine, ο Camille Saint-Saens, o Pierre-Auguste Renoir, ο Henri Robert, όλοι τους στενοί φίλοι του Guitry και όλοι τους πια νεκροί. Όλοι αυτοί πρωταγωνιστούν σε ένα έργο με θέμα τον εαυτό τους και όχι μόνο ... Ο Sacha Guitry, μέσα στη φωτιά του πολέμου, «χαράζει εικόνες» για όλες τις μελλοντικές γενιές, δείχνοντας στον φακό αυτές τις προσωπικότητες στην οποίες η Γαλλία οφείλει τη λάμψη της. Μας ξεναγεί, διαβάζοντας τις σημειώσεις του, με τρόπο αποκαλυπτικό στον κόσμο αυτών των ανθρώπων, κινηματογραφώντας τους, επιπλέον, σε στιγμές οικείας καθημερινότητας: στο σπίτι, στο γραφείο, στο ατελιέ τους. Να κινούνται, να εργάζονται, να δημιουργούν, να απορούν τι θέλει αυτός ο περίεργος τύπος με την κάμερα μέσα στον ιδιωτικό τους χώρο.


Κρατάει κάτι από την στιβαρή προσωπικότητα του Rostand, την πάλη του Rodin με το μάρμαρο, την απλότητα και την αφοσίωση στην τέχνη του Monet, τη θεατρικότητα του νομικού Henri Robert, την ευφυΐα του Anatole France, τη χάρη του Degas, τη «συντηρητική καινοτομία» του Antoine, την τόλμη και την καυστικότητα του Octave Mirbeau, τη μυθική ιδιοφυΐα της Sarah Bernhardt, τη μουσική πρωτοτυπία του Saint-Saens, το πείσμα του Renoir για την τέχνη ενάντια στην ασθένεια και την αγάπη του για τα πιο καθημερινά θαύματα, τον ξεχωριστό χαρακτήρα του πατέρα του, του Lucien Guitry.
Ο Sacha Guitry επεξεργάστηκε αρκετά την ταινία. Χωρίς ήχο αρχικά και πιο σύντομη, της προσέθεσε ήχο στη συνέχεια και την έκανε εκτενέστερη. Το 1952 έγινε η τελική επεξεργασία με τη συνεργασία του Frédéric Rossif. Η ταινία έχει πια διάρκεια 55 λεπτών και είναι μια πραγματική κιβωτός που σώζει ό,τι έπρεπε να σωθεί από έναν κόσμο που αλλιώς μπορεί να άρχιζε να ξεθωριάζει.

Πηγή:

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Marcel Proust: Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς


Longtemps, je me suis couché de bonne heure. Τι να περιμένει κανείς από ένα λογοτεχνικό έργο του οποίου αυτή είναι η πρώτη φράση; Οπωσδήποτε, τίποτα δεν προδίδει ότι θα ακολουθήσουν 3.200 σελίδες. Κι όμως … θα έπρεπε, κυρίως εξαιτίας αυτού του «long» από το οποίο συντίθεται η πρώτη-πρώτη λέξη του μεγαλύτερου (με την έννοια όχι απλώς της μεγάλης έκτασης) μυθιστορήματος του 20ού αιώνα.
Ο Marcel Proust έκανε πολλαπλές δοκιμές για να καταλήξει στη σύντομη –τι πλάκα πρέπει να έσπασε!- και κοινότοπη –τι ειρωνεία!- εισαγωγική φράση του À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο). Το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου εύκολο: η έκτασή του, ο συνεπής με το πνεύμα του έργου μακροπερίοδος λόγος, οι τεράστιες παράγραφοι, οι λεπτομερείς καταγραφές του, οι μακρόσυρτες εσπερίδες τις οποίες αφηγείται, τα βαρυφορτωμένα μοδάτα φορέματα που περιγράφει, οι αναλυτικότατα διατυπωμένες σκέψεις του, οι ματαιωμένοι του έρωτες, ένα πέπλο πένθους για όσα γρήγορα περνούν. Όλα διογκωμένα και μεταφερμένα με ματιά καλειδοσκοπική και ηδονοβλεπτική.
Όλα αυτά στην αρχή σε τρομάζουν.
Ένας μεταιωρισμός σαν αυτόν που ένιωθε ο αφηγητής κάθε πρωί που ξύπναγε.
Και μετά βυθίζεσαι.
Περπατάς μαζί του στην εξοχή και χαζεύεις τις ασπραγκαθιές και τις πασχαλιές, κινείσαι στα παρισινά βουλεβάρτα και στα κατάφωτα σαλόνια, ξεχωρίζεις τους καθεδρικούς ναούς,  ακούς τους ψιθύρους και τα ευφυολογήματα των κοσμικών, απολαμβάνεις τη σονάτα του Vinteuil, ανασαίνεις μαζί με τα φουρφουρίσματα του μεταξιού, ψάχνεις στους ζωγραφικούς πίνακες πρόσωπα που τα έχεις συναντήσει στην αληθινή ζωή, προσμένεις τον αφόρητο πόνο της απουσίας, μαθαίνεις την τέχνη της ζήλειας και, κυρίως, αφήνεις τον χρόνο να τρέχει και να χάνεται.

Το σπίτι της θείας Leoni στο Illiers-Combray

Για να διαβάσεις τον Proust πρέπει να αποφασίσεις να του διαθέσεις τον χρόνο σου. Όχι αυτόν που έχεις, αλλά εκείνον που δεν έχεις, όμως ελπίζεις ότι θα τον βρεις επειδή στο τέλος –να είσαι βέβαιος- θα τον κερδίσεις.
Αποστολή: να σωθεί από τη λήθη ό,τι σώζεται, δυσάρεστο ή ευφρόσυνο, με τη βοήθεια της «ακούσιας μνήμης».   

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Για τη συμφωνία Sykes-Picot


Ο Sir Tatton Benvenuto Mark Sykes, 6ος βαρονέτος, είχε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη το 1914, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μέχρι τότε, είχε ήδη υπηρετήσει στη Νότια Αφρική κατά τον πόλεμο των Boers, είχε ταξιδέψει στην ασιατική Τουρκία για κάμποσα χρόνια, είχε εκδώσει τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια και ήταν εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου με το συντηρητικό κόμμα από το 1911. Επειδή είχε πολλές γνώσεις και μεγάλη εμπειρία για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, στην αρχή του μεγάλου πολέμου η κυβέρνηση του ανέθεσε να εργαστεί στο τμήμα πληροφοριών του Υπουργείου Πολέμου, το οποίο διηύθυνε ο λόρδος Kitchener. Ο Sykes έκανε τη δουλειά του τόσο καλά, που γρήγορα απέκτησε μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των αποφάσεων για ζητήματα της Ανατολής. Εξάλλου, αυτός ήταν που είχε από νωρίς προειδοποιήσει το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του για την πρόθεση της Τουρκίας να συνταχθεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις και όχι με τους Συμμάχους.
Ο Francois Marie Denis Georges-Picot σπούδασε νομικά και στη συνέχεια, το 1895, εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα. Υπηρέτησε στην Κοπεγχάγη, στο Πεκίνο και, λίγο πριν από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τοποθετήθηκε ως Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στη Βηρυτό. Με το ξέσπασμα του πολέμου πήγε στο Κάιρο, από όπου ανέπτυξε καλές σχέσεις με τους Μαρωνίτες του Λιβάνου.
Η διανομή των αραβικών εδαφών του «μεγάλου ασθενή», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε πονοκέφαλο για τις τρεις ενδιαφερόμενες δυνάμεις, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, καθεμιά από τις οποίες επιθυμούσε να διατηρήσει σφαίρες επιρροής, εφόσον βέβαια ο μεγάλος πόλεμος είχε γι’ αυτές αίσιο τέλος. Προς αυτήν την κατεύθυνση έγιναν εντατικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή, στις 3 Ιανουαρίου 1916, κι ενώ ο πόλεμος δεν είχε ακόμα κριθεί, μιας μυστικής συμφωνίας μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Η συμφωνία είχε και τη συγκατάθεση της Ρωσίας, ελήφθησαν δε υπ’  όψιν και οι αξιώσεις της Ιταλίας. Η μυστική αυτή συμφωνία είναι γνωστή ως συμφωνία Sykes-Picot από τα ονόματα των δύο διπλωματών που ανέλαβαν να την συντάξουν εκ μέρους της Βρετανίας και της Γαλλίας και επικυρώθηκε από τις δύο κυβερνήσεις στις 9 και 16 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.
Οι δύο διπλωμάτες φαίνεται να κατέληξαν εύκολα στη μοιρασιά. Ο τριανταεξάχρονος Sykes πήρε στα χέρια του έναν μαρκαδόρο και χάραξε πρόχειρα μια γραμμή πάνω στον χάρτη της Μέσης Ανατολής. Η γραμμή ξεκινούσε από την Άκρα του σημερινού Ισραήλ (στη βόρεια πλευρά του κόλπου της Χάιφα) και έφτανε στα βορειοανατολικά, μέχρι το Κιρκούκ του σημερινού Ιράκ. Όσες περιοχές βρίσκονταν στα νότια της γραμμής ετίθεντο υπό βρετανικό έλεγχο (ώστε η Βρετανία να έχει το απαραίτητο στρατηγικό βάθος που θα προστάτευε τη διώρυγα του Σουέζ) και όσες βρίσκονταν στα βόρεια υπό γαλλικό. Πρακτικά, η μεν Βρετανία προτίμησε το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα αποτελεί το Ιράκ μαζί με τα τεράστια πετρελαϊκά του αποθέματα, ενώ άφησε στους Γάλλους την περιοχή που σήμερα αποτελεί τη Συρία. Για τη Ρωσία κράτησαν τα αρμενικά βιλαέτια που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά τής είχαν ήδη παραχωρηθεί με προηγούμενη συμφωνία.


Φυλές, εθνότητες, θρησκείες, ιστορικές παραδόσεις δεν έπαιξαν κανέναν ρόλο στη διανομή και στη συμφωνία. Ούτε έπαιξαν ρόλο οι υποσχέσεις που είχαν προηγουμένως δοθεί: οι Βρετανοί είχαν, για παράδειγμα, υποσχεθεί τη Συρία στον Σαρίφ Χουσεΐν Μπιν Αλί που είχε ξεσηκωθεί κατά Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως η συμφωνία την παραχωρούσε στη Γαλλία.
Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, όταν τα σύνορα χαράζονται αυθαίρετα, τότε υπάρχει αιτία για βιαιότητα και εξτρεμισμό. 
Σήμερα, οι μεγάλες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εκδηλώνονται ακριβώς στην καρδιά των εδαφών που ρυθμίστηκαν με τη Sykes-Picot.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Ρασπούτιν ή -με το πλήρες όνομα- Grigori Yefimovich Rasputin


Ο τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας και η σύζυγός του Αλεξάνδρα το είχαν συνήθεια να συμβουλεύονται, για τις προσωπικές τους και για τις κρατικές υποθέσεις, διάφορους «πνευματικούς». Ο πιο επιφανής ανάμεσά τους, εκείνος που υποσκέλισε όλους τους άλλους και κυριολεκτικά κυριάρχησε στη ρωσική πολιτική σκηνή ήταν ο σχεδόν αμόρφωτος, αλλά από πολλές απόψεις εξόχως χαρισματικός, Grigori Yefimovich Rasputin.
Παρά την ταπεινή καταγωγή του, ο Rasputin κατάφερε να εισχωρήσει στους εκλεκτότερους κύκλους, συντροφεύοντας τους άντρες στα σαλόνια και τις γυναίκες στις κρεβατοκάμαρες. Ο μύθος έχει αναμιχθεί με την πραγματικότητα, ωστόσο φαίνεται ότι περνιόταν για άνθρωπος άγιος, με θεραπευτικές ικανότητες θαυματουργές, φήμη που στερεώθηκε κυρίως μετά τη θεραπεία του αιμορροφιλικού γιου του τσαρικού ζεύγους με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εμπνεύσεως. Εξάλλου, ο Rasputin, θεωρούμενος μοναχός αν και ουδέποτε χειροτονήθηκε, πρότεινε τις δικές του θεραπείες για διάφορα προβλήματα: για τα πολιτικά προβλήματα η θεραπεία που προτιμούσε ήταν η εξόντωση των αντιπάλων του, για τα προβλήματα της γυναικείας ψυχής πρότεινε τη σεξουαλική εξάντληση, με αχαλίνωτα βίτσια και διαστροφές, που θα οδηγούσε στη «θεία αταραξία».


Τόσο ο υστερικός πολιτικός του αμοραλισμός όσο και ο σκανδαλωδέστατος σεξουαλικός του βίος εξόργισαν πολλούς. Κυρίως, όμως, η ακολασία του Rasputin επιδείνωνε την ήδη επισφαλή θέση της ρωσικής μοναρχίας. Κάμποσες απόπειρες δολοφονίας οργανώθηκαν, οι οποίες όμως όλες απέτυχαν. Ώσπου, τη νύχτα της 29ης προς την 30ή  Δεκεμβρίου 1916, μια συνωμοσία εναντίον του στέφθηκε από επιτυχία, αν και αρκετά επεισοδιακά. Οι συνωμότες, με αρχηγό τον εξ αγχιστείας ανεψιό του τσάρου Felix Yusupov, τάισαν τον Rasputin με δηλητηριασμένα γλυκά και τον πότισαν με δηλητηριασμένο κρασί. Εκείνος, όμως, δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα δηλητηρίασης, γι’ αυτό ο Yusupov τον πυροβολεί στο στήθος. Πιστεύοντας ότι είναι νεκρός, τον εγκαταλείπει στο δωμάτιο προκειμένου να φροντίσει να καλύψει τη δολοφονία. Όμως, ο Rasputin όχι μόνο επιβιώνει αλλά και  επιτίθεται στον Yusupov, όταν αυτός επιστρέφει, ενώ καταφέρνει και να συρθεί κραυγάζοντας μέχρι την αυλή. Εκεί, ένας άλλος συνωμότης, ο Vladimir Purishkevich, αδειάζει πάνω του έναν γεμιστήρα. Κατόπιν, τυλίγουν το σώμα του σε χοντρό ύφασμα, του δένουν ένα βαρίδι και το πετούν στον ποταμό Nevka. Παραδόξως, ο  Rasputin ανασαίνει ακόμα. Πεθαίνει μόνον όταν το σώμα του έρχεται σε επαφή με τα παγωμένα νερά.
Τον Μάρτιο του 1917, κι ενώ τον προηγούμενο μήνα είχε σαρωθεί από την επανάσταση το τσαρικό καθεστώς, διατάζεται εκταφή και το νεκρό σώμα του Rasputin καίγεται στην πυρά, έτσι ώστε ο τάφος του να μην γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους υποστηρικτές του παλαιού καθεστώτος. Και τότε ακόμα, κάποιοι μάρτυρες είπαν ότι ο Rasputin δεν ήταν νεκρός και ότι τον είδαν μέσα από τις φλόγες να «ανακάθεται». Αργότερα, κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι στη δολοφονία του Rasputin αναμίχθηκαν και οι αγγλικές μυστικές υπηρεσίες, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζονται, αυτός ωθούσε τον τσάρο  να υπογράψει με τη Γερμανία χωριστή συμφωνία, πράγμα που θα της επέτρεπε να συγκεντρώσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της και να κάμψει το Δυτικό Μέτωπο.
Τα περιστατικά του θανάτου του τροφοδότησαν, εξίσου με τα έκφυλα περιστατικά της ζωής του, τον θρύλο του Rasputin τόσο ώστε οι χωρικοί να φοβούνται στο εξής το στοιχειωμένο πνεύμα του. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στη Ρωσία, υπήρξαν ορισμένοι που πρότειναν την αγιοποίησή του και άλλοι που πολέμησαν σφοδρά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πάντως, το γεγονός είναι ότι μέχρι σήμερα ο Rasputin αποτελεί πρόσωπο εξαιρετικά μυστηριώδες και αμφιλεγόμενο. Δανείζει, μάλιστα, το όνομά του σε συγκαιρινά μας πολιτικά πρόσωπα που πιστεύεται ότι ξεπατικώνουν τις δαιδαλώδεις μεθοδεύσεις του και τις πανούργες τακτικές του.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Jean-Paul Sartre, Ναυτία


Το 1938 κυκλοφορεί στη Γαλλία το μυθιστόρημα του Jean-Paul Sartre με τίτλο La Nausée (Η ναυτία)
Ο ήρωας του βιβλίου, ο τριανταπεντάχρονος Antoine Roquentin, μετά από πολλά χρόνια ταξιδιωτικών περιπετειών, εγκαθίσταται στη Bouville (μια φανταστική πόλη που το όνομά της θα μπορούσε στα ελληνικά να αποδοθεί ως Λασπούπολη) με σκοπό να συγγράψει τη βιογραφία του μαρκήσιου de Rollebon, ενός αριστοκράτη που έζησε στο τέλος του 18ου αιώνα. Καθώς, όμως, αναζητεί υλικό για το έργο του στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης, αντιλαμβάνεται ότι, όσο περνάει ο καιρός, το πρόσωπο του μαρκήσιου de Rollebon παύει να τον γοητεύει και η συγγραφή του βιβλίου του είναι έργο μάταιο. Η ύπαρξή του παύει να αποτελεί την ακίνδυνη μορφή μιας αφηρημένης κατηγορίας και γίνεται η ουσία των πραγμάτων. Αρχίζει, λοιπόν, να βιώνει μια υπαρξιακή πτώση, μια αηδία για το μη-εγώ, δηλαδή για τον κόσμο των πραγμάτων. Βιώνει une espece decoeurement douceatre (ένα είδος γλυκερής αηδίας), ακριβώς επειδή ό,τι ζει έρχεται σε αντίθεση με την αίσθηση της εσωτερικής του ελευθερίας και αυτοσυνείδησης. Η αηδία του στρέφεται κυρίως προς τους άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα προς αυτούς που χαρακτηρίζονται «αστοί» και που τα πρόσωπά τους λάμπουν από αρετή. Αυτοί, που είναι η επιτομή της κακής πίστης, ενσαρκώνουν την αληθινή άρνηση του εγώ, την ακύρωση της ελευθερίας, την απόδειξη της προδοσίας του εγώ. Ο Roquentin αποσύρεται από τον κόσμο, τον αποστρέφεται, επειδή τον νιώθει ανοίκειο, άλλον από τον εαυτό του. Τα πράγματα τον απωθούν και το νόημα αιωρείται. Όλα γίνονται γλοιώδη, σαν λάσπη, δικαιολογώντας το όνομα της πόλης στην οποία ζει.


Ο Roquentin αποδίδει μυθιστορηματικά αυτό το χάσμα της ύπαρξης, το κενό που χωρίζει το εγώ, το υποκείμενο που γνωρίζει, το pour-soi, από τον κόσμο των αντικειμένων. Για να θυμηθούμε τη βάση της σαρτρικής φιλοσοφίας: αντιστρέφοντας την αρχαιοελληνική και μεσαιωνική φιλοσοφία ότι η ουσία προηγείται της ύπαρξης (προσδιορίζοντας τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των πραγμάτων, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν), ο Sartre ισχυρίζεται ότι οι ουσίες εξαφανίζονται μαζί με τον μόνο ενδεχόμενο νου που θα τις συλλάμβανε, τον θεϊκό. Επομένως, μένει μόνη σταθερή μια περιοχή εκτός σύλληψης, η ύπαρξή μας, της οποίας πραγματικότητα είναι η ελευθερία. Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, υποστηρίζει ο Sartre. Η ουσία είναι κάτι που πρέπει να κατασκευαστεί. Στην καρδιά της σαρτρικής φιλοσοφίας βρίσκεται, λοιπόν, η αντίθεση ανάμεσα στο «καθεαυτό» (en-soi) και στο «δι’ εαυτό» (pour-soi). Το pour-soi είναι, όπως είπαμε, η συνείδηση, το υποκείμενο, το πράγμα που γνωρίζει και το οποίο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της ίδιας του της επίγνωσης. γι’ αυτό αυτομηδενίζεται, εκφράζεται ως μηδέν. Ο εαυτός, το ιστορικό εγώ, το en-soi, είναι ένα κατασκεύασμα εξωτερικό προς τη συνείδηση, το οποίο δεν διασώζει τη μηδενική του κατάσταση. 


Ανάμεσα στον κόσμο και στη συνείδηση δεν υπάρχει τίποτα. Και το τίποτα είναι αδιαπέραστο, είναι ο πιο ριζικός χωρισμός. Αυτή η ρωγμή συνδέεται με την υπαρξιακή πρόκληση να πληρωθεί το κενό ανάμεσα στο εγώ και στον κόσμο, καθώς και με την αγωνία αυτής της πλήρωσης που είναι απόδειξη ελευθερίας. Αυτός είναι ο λόγος της μεταφυσικής ναυτίας του Roquentin, της οποία την περιγραφή ολοκληρώνει ο Sartre στο LÊtre et le Néant (Το είναι και το μηδέν). Η λάσπη, το γλοιώδες, είναι το αποτέλεσμα της ελευθερίας που έχει εκπέσει στον κόσμο των αντικειμένων. Μια κάποια σωτηρία είναι ο άνθρωπος να δεχτεί έναν ρόλο που του έχει προκαθοριστεί, μια ηθική που έχει σχεδιαστεί από άλλους, να γίνω κι αυτός αντικείμενο ή, αλλιώς ένας «καθώς πρέπει» αστός, από αυτούς που ο Roquentin περιφρονεί. Η άλλη εναλλακτική είναι η ελεύθερη πράξη με την οποία το άτομο δημιουργεί τον εαυτό του και τον κόσμο, σε μια διαδικασία που παραμένει απερίγραπτη και την οποία ο Sartre ονομάζει στράτευση (engagement).


Στράτευση όμως σε τι; Στην εξαγνισμένη ολότητα μιας αφηρημένης ιδέας. Έτσι ο Sartre, έναντι των ανθρώπινων δεσμών της φιλίας, της αγάπης κ.ά., που στερεώνουν τις δυτικές κοινωνίες, επιλέγει τη μαρξιστική νοούμενη υπόσχεση (numenal) για ένα «βασίλειο των σκοπών», και μαζί της ό,τι καταστροφικό και δολοφονικό περιλαμβάνεται στη διαδρομή για την πραγμάτωσή της.

Πηγές για τις εικόνες: