Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Χρόνια Πολλά


Πώς ευχόμαστε «χρόνια πολλά» στην εποχή μας; Τηλεφωνώντας, στέλνοντας μηνύματα με το κινητό μας, γράφοντας στο facebook. Συνήθως οι ευχές δεν απευθύνονται σε έναν, αλλά σε όλους τους φίλους μας μαζί, μ’ έναν σμπάρο πολλά τρυγόνια!
Κάποτε οι άνθρωποι έστελναν κάρτες: τρυφερές, χαρούμενες, αστείες, μερικές χειροποίητες. Στη θεία, στον παππού, στον φίλο, που ήσαν μακριά και που τέτοιες ημέρες οι αγαπημένοι τους τούς αποζητούσαν.
Τέτοιες παλιές πασχαλινές κάρτες, που έχουν ως θέμα τους παιδιά και ζωάκια, θα σας δείξω σήμερα για να αναπολήσουμε και να νοσταλγήσουμε.

Μια ειδυλλιακή αγροτική εικόνα,


μια μπορντούρα με λουλούδια, στην οποία ξεχωρίζουν δυο μεγάλα ροζ τριαντάφυλλα,


δυο άτακτα λαγουδάκια μπροστά σε δύο έκπληκτα παιδιά που μαζεύουν λουλούδια στους αγρούς,


ένα χαριτωμένο ζευγαράκι λαγών με ένα μπουκέτο από άνθη,


δυο καλοντυμένα κοτοπουλάκια, έτοιμα για τη μεγάλη γιορτή,


πρωτάθλημα τένις με βαμμένα αυγά κάτω από μια λουλουδάτη αψίδα.


Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Το διήγημα του μήνα (Απρίλιος 2014)



Το πασχαλινό διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η κλασική μουσική


Το 1958 είδα από κοντά πώς ήταν ένα ραδιόφωνο. Σήμερα όλοι ξέρουν ότι είναι ένα φωτεινό κουτί με κουμπιά, όμως τότε κανείς δεν το ήξερε. Το έφερε ο πατέρας μου μια ανοιξιάτικη μέρα, λίγο πριν από το Πάσχα ήταν, και όλοι μαζευτήκαμε γύρω του. Το τοποθετήσαμε ψηλά στον τοίχο, σε μια μικρή εταζέρα ντυμένη με ένα κλαρωτό ύφασμα με σούρες. Με το ίδιο κλαρωτό ύφασμα του φτιάξαμε ένα κάλυμμα για να το προστατεύουμε από τις σκόνες. Ήταν ένα μικρό ραδιόφωνο μάρκας Philips


Ο πατέρας μου από εκείνη την ημέρα μόνο για ένα πράγμα στηνόταν μπροστά στο ραδιόφωνο: για να ακούσει τις ειδήσεις. Τότε έπρεπε όλοι να σιωπούμε. Οι αδελφές μου, όταν ήσαν στο σπίτι, άκουγαν τα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη και κάθε Τετάρτη, αργά το βράδυ, όταν όλοι οι άλλοι είχαμε πέσει στα κρεβάτια μας, έστηναν το αυτί τους για να ακούσουν τους ηθοποιούς να διαβάζουν κάποιο θεατρικό έργο. Τα μεγάλα μου αδέλφια γύριζαν πολύ αργά από τη δουλειά τους, όταν όλα μέσα στο σπίτι είχαν σιωπήσει. Μόνο τις Κυριακές στηνόντουσαν μπροστά στο μικρό ραδιόφωνο για να ακούσουν την αναμετάδοση από τα γήπεδα ποδοσφαίρου. Η μάνα μου δεν στηνόταν ποτέ μπροστά στο ραδιόφωνο. Δεν είχε χρόνο. Το άνοιγε καμιά φορά, για συντροφιά, όταν έραβε, σιδέρωνε ή μπάλωνε τα ρούχα. Ο κόσμος ήταν ακόμα χειροποίητος.


Σαν το τοποθετήσαμε πάνω στην εταζέρα, αρχίσαμε να ψάχνουμε τους σταθμούς. Μια στα μακρά, μια στα μεσαία, μια στα βραχέα. Οι ελληνικοί σταθμοί ήσαν ελάχιστοι, δυο ή τρεις αν θυμάμαι καλά, και εξαντλούνταν γρήγορα. Μετά αναζητούσαμε ξένους σταθμούς στα βραχέα όπου η φωνή του εκφωνητή ερχόταν σαν μέσα από σωλήνες, από πολύ μακριά, από τα έγκατα της γης ή από το υπερπέραν. Ακούγαμε να μιλούν σε άλλες γλώσσες, να τραγουδούν στα ευρωπαϊκά και στα αραβικά. Κάποιες φορές πιάναμε σταθμούς από τις κομμουνιστικές χώρες. Από εκεί μαθαίναμε πόσο άσχημα περνούσαμε.


Λίγες ημέρες αφότου φέραμε το ραδιόφωνο στο σπίτι, άρχισε η Μεγάλη Εβδομάδα. Τα τραγούδια στο ραδιόφωνο σταμάτησαν και για πρώτη φορά άκουσα αυτό το είδος που ονομάζουμε κλασική μουσική. Από το πρωί μέχρι το βράδυ εναλλασσόταν η κλασική μουσική με τους όρθρους, τους εσπερινούς και όλες τις λειτουργίες.
«Πένθιμη μουσική είναι αυτή, τι την ακούς;» μου έλεγε η μάνα μου.
Για κάποιο λόγο που δεν τον έχω καταλάβει ίσαμε σήμερα, αυτή η μουσική μου άρεσε και λυπήθηκα που οι ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας τελείωσαν γρήγορα.
«Του χρόνου πάλι», μου είπε η μάνα μου γελώντας.
Υπήρξα όμως τυχερός. Κάποιος σπουδαίος άνθρωπος πέθανε και για μια-δυο μέρες ακουγόταν πάλι κλασική μουσική. Και επειδή οι απώλειες των διάσημων προσώπων δεν απολείπουν, περίμενα να πεθάνει ο επόμενος. Έτσι πέρασαν τα χρόνια, πέθανε ο Κένεντι το 1963, δυο-τρεις ημέρες τον κλάψαμε, πέθανε κι ο βασιλιάς Παύλος τον Μάρτη του 1964, κι ευχαριστήθηκα κλασική μουσική, κάπου σαράντα ημέρες την έπαιζαν. Πέθαναν κι άλλοι πολλοί. Πέθανε και η δημοκρατία το 1967 κι ανάμεσα σε ένα Adagio και ένα Allegro έθαβαν κι από ένα άρθρο του συντάγματος.


Πέρασαν όμως τα χρόνια. Σπούδασα, έτσι από μεράκι, την κλασική μουσική στο τοπικό Ωδείο, εξοπλίστηκα και με ένα καλό στερεοφωνικό. Συγκέντρωσα με τον καιρό μια μεγάλη συλλογή από δίσκους κλασικής μουσικής και τα βράδια κάθομαι κι ακούω αφήνοντας τους διάσημους νεκρούς στην ησυχία τους, μ΄αφήνουν κι αυτοί στη δικιά μου, αφού δεν εξαρτάται πλέον η μουσική μου απόλαυση από θλιβερά γεγονότα. Οι νεκροί έκαναν το χρέος τους.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Η μπύρα και η ηθική: John Stuart Mill


Ποια σχέση μπορεί να έχει ο σπουδαίος Βρετανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα John Stuart Mill με την μπύρα; Σε πόσο δύσκολη θέση μπορεί να βρίσκεται, όταν καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δυο απολαυστικά μπουκάλια, με το περιεχόμενό τους έτοιμο να προσφέρει ηδονή στους ουρανίσκους που θα έρθουν σε επαφή μαζί του;


Η μεγιστοποίηση της ευτυχίας είναι το κριτήριο που θα καθορίσει την επιλογή ανάμεσα στις δύο μάρκες. Είναι το ίδιο κριτήριο που, σύμφωνα με τον Mill, μπορεί να αξιολογήσει την ανθρώπινη πράξη.
«Οι πράξεις είναι ορθές στο βαθμό που τείνουν να μεγιστοποιούν την ευτυχία και εσφαλμένες στο βαθμό που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτή», γράφει ο φιλόσοφος, συνεχιστής του κλασικού/ηδονιστικού ωφελιμισμού του Bentham, στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1861 με τον τίτλο Utilitarianism (Ωφελιμισμός). Διαφοροποιείται όμως από τον Bentham, επειδή ο Mill αντιλαμβάνεται πως μια καθαρά ποσοτική προσέγγιση της ηθικής δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική. Αυτός θέλει να θεμελιώσει μια ηθική κατάλληλη για ανθρώπους και όχι για γουρούνια.


Εισάγει, λοιπόν, και μια ποιοτική διάσταση, θεωρώντας ότι μόνον ένας ενήμερος άνθρωπος, για παράδειγμα ο Σωκράτης, είναι σε θέση να αποτιμήσει  την πραγματική ηδονή την οποία μπορεί να προσφέρει μια πράξη και, επομένως, μόνον αυτός είναι σε θέση να πάρει τη σωστή απόφαση όταν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές πράξεις.
 Μία χρονιά πριν, το 1860, ο Mill  είχε εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο με τίτλο On Liberty (Περί ελευθερίας). Σε αυτό, αναφερόμενος στην πλευρά εκείνη της ελευθερίας την οποία αποκαλούμε αρνητική και την οποία πολύ αργότερα θα αναλύσει διεξοδικά ο Isaiah Berlin, προτείνει την ελευθερία ως τον βέλτιστο τρόπο για τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης ευτυχίας. Σκέψη η οποία οδηγεί κατ’ ανάγκην στη σύνδεση της ελευθερίας με την ηθική πράξη. Αυτή η συνεπαγωγή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και νεωτεριστική, δεδομένου ότι τα πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής του ευνοούν την άποψη ότι η ηθική είναι ένα σύνολο κανόνων επιβεβλημένων από τον Θεό.
Αν, λοιπόν, βρίσκεστε σε δίλημμα ποια μπύρα να διαλέξετε, ο Mill είναι ο άνθρωπός σας. Τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστεί ο Immanuel Kant. Εκείνος καθόλου δεν συμπαθούσε την μπύρα. Η επιλογή της μπύρας ως ποτού, έλεγε ο Γερμανός φιλόσοφος είναι δείγμα κακού γούστου.

Πηγές:
Τζων Στιούαρτ Μιλ, Ωφελιμισμός, ελλ. μτφ. Φιλήμων Παιονίδης, Αθήνα: Πόλις, 2002.

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Ηθικά διλήμματα: Jeremy Bentham


Τι μας κάνει ηθικούς ή ανήθικους; Με ποια κριτήρια μπορεί κανείς να διακρίνει τις πράξεις σε καλές και φαύλες; Το ερώτημα γίνεται πιο πιεστικό όταν αντιμετωπίζουμε ένα ηθικό δίλημμα και πρέπει να αποφασίσουμε πώς θα ενεργήσουμε.
Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα την απάντηση ανέλαβε να δώσει ένας σπουδαίος Άγγλος φιλόσοφος, νομικός και μεταρρυθμιστής, ο Jeremy Bentham, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής του αγγλικού (κλασικού ή ηδονιστικού) ωφελιμισμού, μια ηθικής θεωρίας που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συνεπειοκρατίας.


Για τον Bentham, οι συνέπειες, το αποτέλεσμα μιας πράξης είναι που μετράει. Επομένως, καλό είναι ό,τι προκαλεί τις βέλτιστες συνέπειες, πράγμα που απλούστατα σημαίνει πως καλό είναι ό,τι παράγει πλεόνασμα ηδονής σε σχέση με τον πόνο. Η θεωρία του έχει μια απολύτως ρεαλιστική οπτική. Όλοι ξέρουμε τι είναι ηδονή και όλοι ξέρουμε τι είναι πόνος. Αυτοί είναι, σύμφωνα με τον Bentham, οι δύο παράγοντες που κυβερνάνε τον ανθρώπινο κόσμο. Αν θέλουμε, λοιπόν, να αξιολογήσουμε μια πράξη, δεν έχουμε παρά να κάνουμε μια αριθμητική πράξη. Αν το αποτέλεσμα μας δώσει περισσότερη ηδονή, τότε η πράξη είναι καλή. Αν μας δώσει περισσότερο πόνο, τότε η πράξη είναι φαύλη. Ή, στην περίπτωση που όλες οι εναλλακτικές πράξεις πρόκειται να μας προκαλέσουν πόνο, τότε δεν έχουμε παρά να προτιμήσουμε αυτήν που θα μας προκαλέσει τον μικρότερο πόνο. Η ποσότητα είναι το σημαντικό στοιχείο!
Μια ηθική κατάλληλη για γουρούνια και όχι για ανθρώπους, θα πουν ορισμένοι αντιδρώντας στη θεωρία του.
Όμως, για να μην αδικήσουμε τον Bentham, θα πρέπει να πούμε πως, όταν μιλάει για ποσότητες, δεν αναφέρεται στην ποσότητα της ηδονής ή του πόνου στην παρούσα στιγμή, αλλά προσθέτει και μια χρονική διάσταση, μια διάσταση μονιμότητας. Ίσως η ηδονή που μας προκαλεί μια πράξη τώρα αποδεχτεί ότι δεν έχει διάρκεια, αντίθετα με μια άλλη πράξη τις οποίας η ηδονή είναι μονιμότερη.  


Δοκιμάστε τώρα να εφαρμόσετε τη θεωρία του Bentham σε συγκεκριμένα ηθικά προβλήματα. Για παράδειγμα, είναι πάντοτε ανήθικο να βασανίζεται ένας άνθρωπος; Βεβαίως, είναι η προφανής απάντηση. Η αγωνία και ο πόνος που βιώνει αυτός που βασανίζεται συνηγορεί γι’ αυτό. Κι αν αυτός ο άνθρωπος είναι ένας τρομοκράτης που με τα βασανιστήρια μπορεί να μας αποκαλύψει πού έχει κρύψει μια βόμβα προορισμένη να εκραγεί σε κάποιο δημόσιο χώρο και να σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους; Αν μετρήσουμε τον πόνο, σε αυτήν την περίπτωση ο πόνος των χιλιάδων ανθρώπων που μπορεί να σκοτωθούν θα είναι πολύ μεγαλύτερος από τον πόνο του ενός ανθρώπου που βασανίζεται. Τι θα αποφασίσουμε;
Πρόκειται για το περίφημο Ticking Bomb Scenario που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν πως τα βασανιστήρια επιτρέπονται σε ορισμένες περιπτώσεις και εκείνων που τα απορρίπτουν σε κάθε περίπτωση. 
Ο Bentham μάλλον δεν θα ταλαντευόταν για να αποφασίσει.

Πηγές για τις εικόνες:
http://en.wikipedia.org/wiki/Jeremy_Bentham

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Claude Monet: παπαρούνες στο Giverny


Στη Νορμανδία, στο Giverny, όπου ο Claude Monet εγκαταστάθηκε το 1883 με την οικογένειά του, οι παπαρούνες τους καλοκαιρινούς μήνες γεμίζουν με τα κατακόκκινα κεφαλάκια τους τους αγρούς. Ο ζωγράφος ονειρεύεται να φτιάξει στο νέο του σπίτι έναν απαράμιλλο κήπο. Όμως μέχρι τότε, μαθαίνει να απολαμβάνει το τοπίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια του.
Όταν το 1873, στο Argenteuil, είχε ζωγραφίσει τον περίφημο πίνακά του με τίτλο Coquelicots (δες προηγούμενη ανάρτηση), o Émile Zola είχε γράψει: «Σαν αληθινός Παριζιάνος, κουβαλά το Παρίσι μαζί του στην εξοχή. Δεν μπορεί να ζωγραφίσει ένα τοπίο χωρίς να προσθέσει καλοντυμένες κυρίες και κομψούς κυρίους. Η φύση δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει, αν δεν έχει το αποτύπωμα του δικού μας τρόπου ζωής».
Μόλις μια δεκαετία αργότερα, αποδεικνύεται ότι ο Zola είχε άδικο. Ο Monet αφαιρεί τις ανθρώπινες φιγούρες από τα τοπία του και ο πολιτισμός αντικαθίσταται από την άμεση εντύπωση της φύσης. Οι αγροί που ζωγραφίζει στο Giverny δεν αναδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία, αν και την υπαινίσσονται.
Η αυστηρή κόκκινη γραμμή των λουλουδιών ισορροπεί με το πράσινο του χόρτου που αναπτύσσεται στα δεξιά και στα αριστερά. Πρόκειται για το έργο του Monet Champs de coquelicots, environs de Giverny (Αγρός με παπαρούνες, κοντά στο Giverny), που φιλοτεχνήθηκε το 1885 και σήμερα βρίσκεται στη Βοστώνη, στο Museum of Fine Arts.


Την ίδια χρονιά, ο Monet ζωγραφίζει και πάλι παπαρούνες, όμως αυτήν τη φορά μοιάζει σαν να τις βλέπει από κάποιο παράθυρο του σπιτιού του. Το έργο έχει τον τίτλο Champs de coquelicots à Giverny (Αγρός με παπαρούνες στο Giverny) και φυλάσσεται στο Ρίτσμοντ, στη συλλογή Mellon of French Art του Museum of the Fine Arts.


Και ένας τρίτος πίνακας με παπαρούνες μέσα στην ίδια χρονιά, όμως με πιο αχνά χρώματα. Με τον καθόλου πρωτότυπο τίτλο Champs de coquelicots à Giverny (Αγρός με παπαρούνες στο Giverny), βρίσκεται σήμερα στη Ρουέν, στο Musée des beaux Arts et de la Céramique. Σε αυτόν ο ζωγράφος βλέπει το τοπίο από τη νότια πλευρά του Giverny και γι’ αυτό αποτυπώνονται στο βάθος τα σπίτια του χωριού.


Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Παπαρούνες


Όλες οι αποχρώσεις του πράσινου στα τρία τέταρτα του πίνακα και κάπου στα αριστερά, στο τελευταίο τέταρτο, τα ζωηρά κόκκινα κεφαλάκια από τις καλοκαιρινές παπαρούνες, που γίνονται όλο και μεγαλύτερες προς τα εμπρός, όπως το επιβάλλουν οι κανόνες της προοπτικής. Ένα ολόκληρο άλικο μονοπάτι που το περπατάει μια νεαρή γυναίκα με κομψό καπέλο και την ομπρέλα της στο χέρι (έβρεξε μήπως;) και ένα παιδί φορώντας ψαθάκι, κι αυτό με κόκκινη κορδέλα γύρω από τον τεπέ του, και με μια ανθοδέσμη καμωμένη από τα εφήμερα άνθη που φυτρώνουν γύρω του. Το πράσινο του τοπίου χώνεται μέσα στις πτυχές του φορέματος της γυναίκας και τα ρούχα του παιδιού γίνονται σχεδόν αόρατα για τον ίδιο λόγο. Πίσω τους ένα άλλο ζευγάρι ακολουθεί τα βήματά τους. Δυσδιάκριτες οι μορφές, πιο σκοτεινά τα ρούχα τους. Στο βάθος, τα δέντρα, σκούρα μέσα στην ομίχλη του απόβροχου (τα σύννεφα ακόμα δεν έχουν διαλυθεί στον ζωγραφισμένο ουρανό), είναι η μόνη δυσοίωνη πινελιά, που ακυρώνεται καθώς κυριολεκτικά παραμερίζουν για να φανεί το καταφύγιο του σπιτιού. 
Αλλά είναι κυρίως οι κόκκινες πινελιές στο λιβάδι που τραβούν το μάτι. Τις βλέπω εγώ καθώς κοιτάζω τον πίνακα από τη θέση του θεατή, τις βλέπω όμως κι αν τοποθετήσω τον εαυτό μου μέσα στο σπίτι, πίσω από ένα παράθυρο που στο τζάμι του ακόμα σουρώνει η βροχή.


Ο πίνακας ζωγραφίστηκε από τον Claude Monet το 1873, δυο χρόνια μετά την επιστροφή του από την Αγγλία και ενώ είχε εγκατασταθεί στο Argenteuil. Σήμερα βρίσκεται στο Παρίσι, στο Musée dOrsay.


Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ο Bertrand Russell και η επαγωγίστρια γαλοπούλα


Υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και πάλι; Προφανώς όχι. Επειδή κάθε μέρα, ανελλιπώς, ο ήλιος ανατέλλει. Εφόσον δεν υπήρξε ως τώρα καμία εξαίρεση, ένας επαγωγιστής θεωρεί λογικό να συμπεράνει ότι ούτε αύριο θα υπάρξει εξαίρεση, κάνοντας έτσι μια πρόβλεψη για το μέλλον.
Ο Bertrand Russell, το 1912, στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του The Problems of Philosophy, με τίτλο «On Ιnduction», επανέρχεται σε ένα ζήτημα που είχε απασχολήσει τον σκεπτικιστή φιλόσοφο David Hume. Ο Hume, μιλώντας για την αιτιότητα στη φύση, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει αναγκαία σύνδεση στην εμφάνιση δύο συμβάντων Α και Β. Απλώς έχουμε τη «συνήθεια» να αναμένουμε ότι η εμφάνιση ενός γεγονότος Α θα οδηγήσει σε ένα γεγονός Β.
Ο Russell αποδεικνύει πως ο Hume έχει δίκιο: η επαγωγή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Όπως το θέτει ο Russell, πρέπει να προβληματιστούμε εάν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε ό,τι ονομάζουμε «ομοιομορφία της φύσης». Πρόκειται για την πίστη πως ό,τι συνέβη ή θα συμβεί είναι ένδειξη ενός γενικού νόμου στον οποίο δεν χωρούν εξαιρέσεις. Μπορούμε όμως να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια τέτοια «ομοιομορφία της φύσης»;
Κι εδώ εμφανίζεται η περίπτωση της επαγωγίστριας γαλοπούλας (στην πραγματικότητα ήταν κοτόπουλο!), την οποία χρησιμοποιεί παραδειγματικά ο Russell για να δείξει τους περιορισμούς της επαγωγής, και η οποία έχει ως εξής:
Όταν η γαλοπούλα μεταφέρθηκε στη φάρμα, διαπίστωσε ότι ο αγρότης τάιζε όλα τα πουλερικά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Επειδή ήταν μια πολύ προσεκτική επαγωγίστρια, δεν βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα, αλλά περίμενε να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία. Μετά από κάμποσο καιρό, μπορούσε πια να πει με βεβαιότητα ότι ο αγρότης, κάθε μέρα, με ζέστη ή με κρύο, με ήλιο ή με βροχή, τάιζε τα πουλερικά του την ίδια ώρα. Τα στοιχεία ήσαν, λοιπόν, αρκετά και πλέον ήταν σε θέση να προβλέψει τεκμηριωμένα πως την επόμενη ημέρα, τη συνηθισμένη ώρα, ο αγρότης θα ταΐσει και πάλι τα πουλερικά του. Συνέβη όμως, δυστυχώς, η επόμενη ημέρα να είναι η παραμονή των Χριστουγέννων. Εκείνη την ημέρα, ο αγρότης, αντί να φέρει φαγητό στα πουλερικά του, τους έκοψε τον λαιμό.


Επομένως, η επαγωγή μπορεί μόνο να μας πει το εξής: όταν βρεθεί  πως ένα πράγμα Α συνδέεται με ένα πράγμα Β, και δεν βρεθεί ποτέ να μην συνδέεται με το πράγμα Β, τότε, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των περιπτώσεων που το Α συνδέεται με το Β, τόσο μεγαλύτερες είναι πιθανότητες τα δύο πράγματα να συνδέονται και σε μια άλλη περίπτωση στην οποία να εμπλέκεται το ένα από τα δύο.
Η επαγωγή δεν μπορεί, λοιπόν, να εγγυηθεί την αλήθεια, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος για να βγάλουμε συμπεράσματα για τον κόσμο. Γιατί τότε θεωρούμε ότι η επαγωγή είναι αποτελεσματική; Επειδή ήταν αποτελεσματική στο παρελθόν. Όμως, έτσι, μπλεκόμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού προσπαθούμε να τεκμηριώσουμε την επαγωγή με την επαγωγή. Και αυτή η λογική πλάνη πρέπει να προβληματίσει όχι μόνον τους φιλοσόφους αλλά και όσους, σαν τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, ερευνούν το έγκλημα.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ο Sherlock Holmes και η επαγωγή (Μέρος Β΄)


Όταν ο γιατρός John Watson ξύπνησε, στις 4 Μαρτίου του 1878, βρήκε τον συγκάτοικό του, τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, να απολαμβάνει το πρόγευμά του. Η σπιτονοικοκυρά είχε καθυστερήσει να ετοιμάσει το δικό του πρόγευμα και, για να ξεπεράσει τη νευρικότητά του, στράφηκε στην ανάγνωση ενός άρθρου με τον φιλόδοξο τίτλο: «Το Βιβλίον της Ζωής».


Η εντύπωσή του για το άρθρο υπήρξε αμφίθυμη. Ένας αξιοσημείωτος συνδυασμός εξυπνάδας και παραλογισμού. Συλλογισμός προσεκτικός και δυνατός, αλλά παρατραβηγμένα και υπερβολικά συμπεράσματα. «Από μια σταγόνα νερού», έλεγε ο συγγραφέας, «ένας ορθολογιστής θα μπορούσε να συμπεράνει με βεβαιότητα πως αυτή προέρχεται από τον Ατλαντικό ή το Νιαγάρα χωρίς να έχει δει ή να έχει ακούσει ποτέ για τον ένα ή για τον άλλο». Αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα με το οποίο ο παράξενος συγγραφέας, που, όπως αργότερα αποκαλύφθηκε, δεν ήταν άλλος από τον Sherlock Holmes, υποστήριζε την επιστήμη της επαγωγής και της ανάλυσης.


Ο διάσημος ντετέκτιβ ισχυριζόταν πως από μια φευγαλέα έκφραση, από έναν στιγμιαίο μορφασμό, από μια σύσπαση στο πρόσωπο ή από μια λάμψη στο βλέμμα, μπορεί κανείς να κατανοήσει τις ενδόμυχες σκέψεις ενός ανθρώπου. Εφόσον κάποιος είναι εκπαιδευμένος στην παρατήρηση και στην ανάλυση, η εξαπάτηση είναι αδύνατη και τα συμπεράσματα εμφανίζονται αδιάψευστα όσο και πολλά από τα θεωρήματα του Ευκλείδη.
Ο John Watson, δόκτωρ της Ιατρικής, που τίποτα αξιοθαύμαστο δεν έχει κάνει στη ζωή του εκτός από το να έχει πληγωθεί σοβαρά υπηρετώντας ως βοηθός χειρουργού στο αφγανικό μέτωπο, αδυνατεί να εκτιμήσει την αξία του άρθρου αλλά και του συγγραφέα του, που μάλιστα τον φαντάζεται, ως κάποιον αργόσχολο, λάτρη της πολυθρόνας, απομονωμένο στο μελετητήριό του. Εντελώς ανυποψίαστος για τις αρχές της επαγωγής, βγάζει από τα διαθέσιμα στοιχεία ολωσδιόλου λανθασμένα συμπεράσματα. 
Απέναντί του ο δραστήριος Sherlock Holmes, ο οποίος έχει κάνει τις θεωρίες του επάγγελμα. Ένα επάγγελμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, γι’ αυτό και είναι ο μοναδικός στον κόσμο που το εξασκεί. Εργάζεται ως συμβουλευτικός ντετέκτιβ. Σε αυτόν απευθύνονται όσοι κυβερνητικοί ή ιδιωτικοί πράκτορες βρίσκονται σε λανθασμένη πορεία κι εκείνος καταφέρνει να διαλευκάνει τα πιο περίπλοκα προβλήματα. Η επαγωγή είναι η μέθοδός του. Ανεκτίμητη από πρακτικής απόψεως. Και η παρατήρηση, αυτή που τον προμηθεύει με στοιχεία, είναι η δεύτερη φύση του. Αθεράπευτος επαγωγιστής, λοιπόν, ο Holmes και στο έργο A Study in Scarlet (Σπουδή στο Κόκκινο), που γράφτηκε από τον Sir Arthur Conan Doyle το 1886 και εκδόθηκε τον αμέσως επόμενο χρόνο.


Πηγές:
Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, Σέρλοκ Χολμς. Σπουδή στο κόκκινο, ελλ. μτφ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Αθήνα: Ερατώ, 1984.