Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Το διήγημα του μήνα (Φεβρουάριος 2014)


Το διήγημα του Φεβρουαρίου από τον Βλάσση Τρεχλή.


Ο δρόμος του ταύρου


Η πόλη μου είναι χτισμένη σε τρία επίπεδα. Στο επάνω βρίσκεται η κυρίως πόλη, στο μεσαίο, που ονομάζεται Ληξουριώτικα, κυριαρχεί η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, και στο κάτω είναι το λιμάνι, ο μόλος και ο σιδηροδρομικός σταθμός. Το πέρασμα από την επάνω πόλη στην κάτω είχε για εμάς τα παιδιά όλα τα στοιχεία της περιπέτειας, αφού υπήρχαν πολλοί δρόμοι που έβγαζαν κάτω στη θάλασσα. Ένας λαβύρινθος, κατασκευασμένος όχι μόνον από πέτρες, σίδερα και γρανίτες, αλλά και από μικρές ιστορίες.

              Taureau (1963). Λάδι σε καμβά.
             Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Για να πάω στο σπίτι μου, έπαιρνα συνήθως τον δρόμο που οδηγούσε στα Σταφιδάλωνα, αυτόν που πολύ αργότερα έμαθα πως λέγεται Ομαγυρίου Διός. Στο μέσον της διαδρομής, στο εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, έκοβα αριστερά και έφτανα στις γραμμές του τραίνου όπου ήταν το σπίτι μου. Όταν βιαζόμουν, έπαιρνα το καλντερίμι μετά την εκκλησία των Εισοδίων, δίπλα στα γύφτικα καλύβια. Ήταν ο πιο σύντομος δρόμος. Τα σκαλάκια ήταν το πιο διάσημο πέρασμα από την επάνω στην κάτω πόλη. Πέρασμα πολυσύχναστο -είχαν λιώσει οι μαρμαρόπετρες κοντά στις σιδεριές-, μα συγχρόνως και στίβος για όλα τα αγόρια. Εκεί γινόταν αγώνας δρόμου μεταξύ μας: ποιος θα ανέβει και ποιος θα κατέβει πρώτος. Από τον γρανιτόδρομο που οδηγούσε στο λιμάνι, την Τεμπελόραχη, λίγες φορές περνούσα. Ήταν έξω από τα γεωγραφικά μου όρια. Όταν, λοιπόν, κατέβαινα από τον δρόμο της ψαραγοράς, δεν συνέχιζα στην Τεμπελόραχη, αλλά, μόλις συναντούσα το κτήριο του ΟΤΕ, έκοβα δεξιά και έπεφτα πάνω σε ένα διχαλωτό καλντερίμι. Από τα δεξιά έβγαινα στα σκαλάκια. Από τα αριστερά έφτανα στον μόλο, στις δώδεκα βρύσες και στον πλάτανο του Παυσανία.

Taureau XVI (1958). Λάδι σε καμβά
Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Στην αρχή του αριστερού καλντεριμιού βρίσκονταν τα σφαγεία. Ήταν ένα παλιό πέτρινο κτήριο με τσίγκινη σκεπή. Κοπάδια προβάτων συνωστίζονταν στη μικρή αυλή του. Τα χώριζαν σε ομάδες των δέκα και τα πήγαιναν στον σφαγέα. Κοπριά και αίμα μύριζε όλη η γειτονιά. Πολλές φορές είχα περάσει έξω από τα σφαγεία, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να διαβώ την πύλη τους. Είχα την περιέργεια να δω τι γινόταν μέσα, αλλά ο φόβος με κρατούσε. Ώσπου κάποια μέρα το πήρα απόφαση.
Ήμουν στην έκτη τάξη του δημοτικού κι εκείνη την ημέρα ήμουν μόνος ή το επεδίωξα να είμαι μόνος –δεν θυμάμαι καλά. Άφησα τις φοβίες μου στο καλντερίμι και δειλά-δειλά πέρασα σε έναν χώρο που τον γέμιζαν οι φωνές και τα βελάσματα των ζώων. Στους τοίχους γύρω βρίσκονταν δεμένα πρόβατα, κατσίκια και ένα-δυο μοσχάρια. Σε μια άκρη οι εκδορείς αφαιρούσαν με τα κοφτερά μαχαίρια τους και με δεξιοτεχνικό τρόπο το δέρμα από το σώμα των ζώων που κρέμονταν στα τσιγκέλια. Μετά, αφαιρούσαν στομάχια, αντεριές και ποδαράκια, ενώ άφηναν τις συκωταριές στη θέση τους. Κάποιοι άλλοι έπλεναν τις πατσές σε μεγάλες τσιμεντένιες γούρνες και τύλιγαν με επιδεξιότητα τις αντεριές. Νερά έτρεχαν παντού. Όλοι δούλευαν πυρετωδώς. Καθόμουν και κοιτούσα εκστασιασμένος. 

                       Taureau XIII (1956). Λάδι σε καμβά.
Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Τη στιγμή εκείνη δυο σφαγείς έφεραν έναν ταύρο. Έναν ταύρο με ολοκόκκινο τρίχωμα. Ήταν ένα τεράστιο, περήφανο και ατίθασο ζώο, γεμάτο μυς. Είχαν δεμένο ένα σκοινί στον λαιμό του και άλλο ένα από το πόδι στον λαιμό. Πέρασαν την άκρη του σκοινιού που κρεμόταν στον λαιμό του σε έναν σιδερένιο κρίκο στερεωμένο στο πάτωμα και το τράβηξαν με δύναμη. Ο ταύρος αντιστάθηκε για λίγο, μα στο τέλος λύγισε τα μπροστινά του πόδια και γονάτισε. Το κεφάλι του ακούμπησε στο δάπεδο. Ο τορέρο τον πλησίασε, έβγαλε το μαχαίρι από τη θήκη της ζώνης του και με μια κίνηση το βύθισε στο κεφάλι του ταύρου, κάπου ανάμεσα στα κέρατα. Το χτύπημα ήταν ακαριαίο. Ο ταύρος τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και σωριάστηκε ολόκληρος στο έδαφος. Ο τορέρο τράβηξε το μαχαίρι από το κεφάλι του ζώου και με αργές κινήσεις στάθηκε πάνω από το σωριασμένο ζωντανό. Αναζήτησε με τη ματιά του αυτό που ακόμα παλλόταν και με μια σίγουρη κίνηση έσκυψε και βύθισε το μαχαίρι στο στήθος του ταύρου, εκεί όπου γνώριζε πως βρισκόταν η καρδιά του. Σέρνοντας προς τα έξω το μαχαίρι, πετάχτηκε ένα ποτάμι αίμα, που έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε..., χωρίς σταματημό.

Taureau IX (1954). Λάδι σε καμβά.
Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Είχα δει να σφάζουν αρνιά και κατσίκια στις αυλές των σπιτιών της γειτονιάς μου, μα σε θυσία ταύρου πρώτη φορά γινόμουν θεατής. Φοβισμένος, βγήκα από τη βορινή έξοδο που οδηγούσε στη θάλασσα. Ένιωσα το αίμα του ταύρου, ίδιο ξεχειλισμένο ποτάμι, να κυλάει πίσω μου. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, μα, όσο κι αν έτρεχα, ο κόκκινος ταύρος μ’ ακολουθούσε απειλητικά.
Έφτασα στο σπίτι με μιαν ανάσα. Πήγα αμέσως και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα, μα το κόκκινο ποτάμι δεν έλεγε να χαθεί. Ήταν πάντα πίσω μου. Έριξα δυο κουβέρτες πάνω μου. Τίποτα. Έριξα τα στρωσίδια του χρόνου. Του κάκου. Φαίνεται πως τίποτα δεν ήταν αρκετό να σταματήσει την άλικη εικόνα.
Πενήντα χρόνια τώρα, το αίμα του ταύρου ακόμα με ακολουθεί.

Πηγή για τις εικόνες:

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Man Ray: μαύρο και λευκό, ή μήπως γκρι;


Tην 1η Μαΐου του 1926, στην παριζιάνικη έκδοση του περιοδικού Vogue, o Man Ray δημοσιεύει μια φωτογραφία που την ονομάζει «Visage de nacre et masque d’ébène» («Μαργαριταρένιο πρόσωπο και εβένινη μάσκα»). Σε αυτήν ποζάρει η μούσα του, η Kiki de Montparnasse, η οποία κρατάει στα χέρια της μια αφρικανική μάσκα. Αναφορά στον Ρωμαίο θεό Ιανό; Πολιτικο-κοινωνικό σχόλιο για τον αμερικανικό ρατσισμό της εποχής του;  Συμμόρφωση του καλλιτέχνη με τη συνήθεια των μοντερνιστών να προσθέτουν μια αφρικανική πινελιά στα έργα τους;


Ό,τι και να είναι, ο Man Ray δεν αρκέστηκε σε μια φωτογραφία, αλλά δημοσίευσε μια σειρά με παραλλαγές του ίδιου θέματος, δίνοντας σε όλες τον ίδιο τίτλο «Noire et Blanche» («Μαύρο και Λευκό»):




Πηγή για τις εικόνες:

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Από το Παρίσι με αγάπη


Τον Ιούλιο του 1921 στον σταθμό Saint-Lazare στο Παρίσι καταφθάνει ένας νεαρός Αμερικανός καλλιτέχνης με το δυσκολοπρόφερτο όνομα Emmanuel Rudzitsky. Έχει εγκαταλείψει την πατρίδα του, την Αμερική, επειδή, κατά τη γνώμη του, το Dada, το οποίο υπηρετούσε, δεν μπορούσε να ζήσει στη Νέα Υόρκη.
Στον σταθμό τον περιμένει ο εκκεντρικός Marcel Duchamp, ο οποίος το ίδιο βράδυ τον φέρνει σε επαφή με τους υπερρεαλιστές φίλους του, τον Louis Aragon, τον André Breton, τον Paul Éluard και την Gala, τον Philippe Soupault. Ο νεαρός σύντομα εγκλιματίζεται στην παριζιάνικη ατμόσφαιρα. Εγκαθίσταται στο καρτιέ του Montparnasse, ερωτεύεται μια Γαλλίδα τραγουδίστρια και αρχίζει να δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά: ζωγραφίζει, σκηνοθετεί και, κυρίως, φωτογραφίζει. Φωτογραφίες για περιοδικά μόδας, φωτογραφίες υπερρεαλιστικές και φωτογραφίες-πορτραίτα πολλών διάσημων καλλιτεχνών. 
Ο Tristan Tzara (1921)


o Francis Picabia (1922) 


o Jean Cocteau (1922) 


o André Breton (1922) 


o Salvador Dali και η Gala (1936) 


είναι μερικοί από αυτούς που ποζάρουν μπροστά στον φακό του.
Το 1921 γεννιέται φωτογραφικά και η Prose Sélavy (όνομα που ηχεί όπως η γαλλική φράση Éros, cest la vie = Ο έρωτας είναι η ζωή), ένα από τα προσωπεία του Marcel Duchamp.


Ο Emmanuel Rudzitsky έμεινε στην ιστορία με το όνομα Man Ray και οι φωτογραφίες του έχουν το δικό του ιδιαίτερο ύφος και μια εντελώς προσωπική τεχνική.

Πηγή για τις εικόνες:

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Όταν η λογοτεχνία μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο


Τον Μάρτιο του 1861 ο ρεπουμπλικανός Abraham Lincoln αναγορεύτηκε 16ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, την ίδια στιγμή που ορισμένες Νότιες Πολιτείες διακήρυξαν την απόσχισή τους και σχημάτισαν δική τους κυβέρνηση στο Richmond της VirginiaTον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς ξέσπασε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μεταξύ των Βόρειων και των Νότιων Πολιτειών ήσαν πολύ διαφορετικές και με αυτές σχετιζόταν και η βασική αιτία του πολέμου που ήταν το ζήτημα της δουλείας. Οι δούλοι ήσαν το απαραίτητο εργαλείο των Νοτίων, των οποίων η οικονομία στηριζόταν στις μεγάλες φυτείες, και ιδιαίτερα στην παραγωγή βαμβακιού. Ο Lincoln, υποστηρίζουν οι περισσότεροι μελετητές, αν και εν όψει της εκλογής του διατύπωσε πιο μετροπαθείς θέσεις, είχε τοποθετηθεί με σαφήνεια επί του θέματος από το 1854. Ήταν κατά της δουλείας, και μάλιστα είχε πολλές φορές εκφωνήσει πύρινους λόγους εναντίον της.



Κι ενώ ο πόλεμος μαινόταν, μία κυρία πενήντα ενός ετών ταξίδεψε στην Washington D.C., τον Νοέμβριο του 1862. Στις 25 του μήνα είχε ραντεβού με τον Πρόεδρο Lincoln αυτοπροσώπως. Επρόκειτο για τη Harriet Beecher Stowe, μια συγγραφέα, μια πασίγνωστη Αμερικανίδα συγγραφέα. Eκείνη που έγραψε το δεύτερο πιο δημοφιλές βιβλίο του 19ου αιώνα μετά τη Βίβλο: Uncles Tom Cabin or, The Life Among the Lowly (Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά).


Το βιβλίο είχε εκδοθεί το 1852 και αναφερόταν στην ιστορία ενός πολύ ικανού, τίμιου και έξυπνου νέγρου δούλου, του Θωμά, ο οποίος υπέφερε στα χέρια του απάνθρωπου αφέντη του και στο τέλος πέθανε από την κακομεταχείριση και την ταλαιπωρία. Το βιβλίο, την πρώτη χρονιά της κυκλοφορίας του, πούλησε στην Αμερική 300.000 αντίτυπα. Πολλοί λευκοί Αμερικανοί συγκινήθηκαν τόσο από το μυθιστόρημα της Stowe ώστε άρχισαν να μεταστρέφονται στο ζήτημα της δουλείας, ενώ οι Νότιοι οργίστηκαν και αγανάκτησαν.


Η Stowe, όταν έγραφε το βιβλίο της, δεν είχε την πρόθεση να αλλάξει τον κόσμο. Ούτε το βιβλίο, όταν γράφτηκε, προκάλεσε την αλλαγή. Η λογοτεχνία δεν έχει –δυστυχώς- αυτήν τη δύναμη. Απλώς, ο λογοτέχνης έχει το χάρισμα να αφουγκράζεται τους καιρούς και καλλιεργεί το κλίμα έτσι ώστε οι πολιτικές και οι κοινωνικές αλλαγές να βρίσκουν γόνιμο έδαφος. 
Τι ειπώθηκε μεταξύ του Lincoln και της Stowe στη συνάντηση τους παρέμεινε μυστικό. Αργότερα, ο γιος της ανέφερε ότι ο Πρόεδρος χαιρέτισε τη μητέρα του με τη φράση: «So you are the little woman who wrote the book that started this great war» (ώστε εσείς είστε η μικρή κυρία που έγραψε το βιβλίο το οποίο άρχισε αυτόν τον μεγάλο πόλεμο).

Από την ταινία του Stan Lathan (1987).
   Μπαρμπα-Θωμάς ο Avery Brooks

Πηγές για τις εικόνες:
  

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Για τον Λεβιάθαν του Hobbes (Μέρος Β΄)


Είναι αναγκαία η ύπαρξη πολιτικής εξουσίας; Ποιος νομιμοποιείται να την κατέχει; Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει; Αυτά είναι τα τρία βασικά ερωτήματα που απασχολούν τον Thomas Hobbes, τον Άγγλο πολιτικό φιλόσοφο του 17ου αιώνα.
Για να απαντήσει, επινοεί μια υποθετική κατάσταση, τη φυσική κατάσταση, δηλαδή μια μορφή συμβίωσης των ανθρώπων στην οποία δεν υφίσταται πολιτική εξουσία. Σε αυτήν δεν υπάρχουν νόμοι και, κατ’ επέκταση, δεν προβλέπονται ποινές σε περιπτώσεις αδικίας. Πώς ζουν οι άνθρωποι στη φυσική κατάσταση; Ζουν μέσα στη διαμάχη, σε έναν συνεχή πόλεμο όλων εναντίον όλων (Bellum omnium contra omnes). Τρεις είναι οι βασικές αιτίες αυτού του αλληλοσπαραγμού. Ο ανταγωνισμός, που ενισχύεται λόγω της σπανιότητας των αγαθών, η δυσπιστία, που εξαναγκάζει τους ανθρώπους να δρουν βίαια για λόγους προληπτικούς, καθώς δεν μπορούν να είναι σίγουροι για τις προθέσεις των άλλων, και η δόξα, η επιθυμία των ανθρώπων να αποκρούσουν την περιφρόνηση και την υποτίμηση εκ μέρους των άλλων.
«Και μόνο το υπέρτατο κακό έχει θέση, δηλαδή ο διαρκής φόβος κι ο κίνδυνος του βίαιου θανάτου. Ο ανθρώπινος βίος είναι μοναχικός, ενδεής, βρωμερός, κτηνώδης και βραχύς», διαπιστώνει ο Hobbes στον Λεβιάθαν σε σχέση με τη φυσική κατάσταση (κεφ. ΧΙΙΙ).


Ο Hobbes είναι οπωσδήποτε απαισιοδόξος. Θεωρεί τους ανθρώπους αδίστακτους και σκληρούς, σε αντίθεση με τον Rousseau που, στη φυσική κατάσταση, νομίζει πως οι άνθρωποι είναι ευγενείς και πως η διαφθορά τους οφείλεται στον πολιτισμό. Και οι δυο όμως καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η πολιτική εξουσία είναι αναγκαία.
Αυτός ο φοβερός και τρομερός μονάρχης, ο οποίος εικονίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου του, είναι αναγκαίος. Η πολιτική εξουσία, η οποία περιγράφεται με το όνομα του βιβλικού Λεβιάθαν, είναι αναγκαία. Αυτό ισχυρίζεται ο Hobbes. Είναι η απάντηση που ο φιλόσοφος δίνει στο πρώτο από τα τρία ερωτήματα τα οποία διατυπώθηκαν στην αρχή. Έχοντας απαντήσει θετικά σε αυτό, του μένει, στη συνέχεια, να βρει τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει όποιος νομιμοποιείται να κατέχει την πολιτική εξουσία και με με ποιον τρόπο επέρχεται αυτή η νομιμοποίηση.


Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Για τον Λεβιάθαν του Hobbes (Μέρος Α΄)


Πόσα πολλά πράγματα μπορεί να μας πει το εξώφυλλο ενός βιβλίου; 
Εδώ πρόκειται για το διασημότερο ίσως βιβλίο στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας: Thomas Hobbes, Leviathan or The Matter, Form and Power of a Common-Wealth Ecclesiasticall and Civil (Λεβιάθαν. Η ύλη, μορφή και εξουσία μιας εκκλησιαστικής και λαϊκής πολιτικής κοινότητας).


Εκδόθηκε το 1651 και το όνομά του αποτελεί αναφορά στον βιβλικό Λεβιάθαν, ένα φοβερό θαλάσσιο κήτος που τρέπει σε φυγή όσους το αντικρίζουν. Στην επιγραφή, στην κορυφή της εικόνας, αναγράφονται οι στίχοι από τον Ιώβ: Non est potestas super terram qua comparetur ei (καμιά δύναμη στη γη δεν συγκρίνεται μαζί του). Με αυτό το τέρας, με το οποίο καμιά δύναμη δεν παραβγαίνει, συγκρίνει την κυρίαρχη πολιτική εξουσία ο Hobbes. Προσωποποίησή της είναι ο μονάρχης.
Στο εξώφυλλο, λοιπόν, του βιβλίου εικονίζεται ο αρχηγός του κράτους, φοβερός και τρομερός, τεράστιος σε διαστάσεις, με κορόνα στο κεφάλι και με τα σύμβολα της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας στα δυο του χέρια. Υψώνεται πάνω από τη γη που του ανήκει, προστατευτικός αλλά και απειλητικός συνάμα. Το κορμί του το αποτελούν οι υπήκοοι. Μικροσκοπικά, ανίσχυρα ανθρωπάκια που δεν κοιτάζουν τον αναγνώστη, αλλά έχουν το βλέμμα τους στραμμένο προς τον αρχηγό του κράτους. Δεν υπάρχουν χωρίς αυτόν, αλλά κι εκείνος τους έχει ανάγκη για να νομιμοποιεί την ισχύ και την εξουσία του. Κάτω από τον μονάρχη εκτείνεται η περιοχή στην οποία ηγείται: ένας οικισμός και, στο βάθος, μια περιτειχισμένη πόλη με την εκκλησία και το φρούριό της. 


Πιο κάτω, ο τίτλος του βιβλίου μαζί με το όνομα του συγγραφέα χωρίζουν την εικόνα στα δυο: τα σύμβολα της πολιτικής και της στρατιωτικής εξουσίας στη μία πλευρά, τα σύμβολα της εκκλησιαστικής εξουσίας στην άλλη. Στο κάστρο αντιστοιχεί η εκκλησία, στο στέμμα αντιστοιχεί η επισκοπική μίτρα, το κανόνι σχετίζεται με τους κεραυνούς. Τα τρόπαια του πολέμου έχουν απέναντί τους μια σύνθετη εικόνα που αποτελείται από ένα ζευγάρι κέρατα, που φέρει την επιγραφή Dilemma, τρία δικράνια που στα δόντια τους έχουν γραμμένα κατά ζεύγη Spiritual (Πνευματικό)/Temporal (Χρονικό), Real (Πραγματικό)/Intentional (Σκόπιμο), Direct (Άμεσο)/Indirect (Έμμεσο), και μία τρίαινα με την επιγραφή Syllogisme. Στο κατώτατο σημείο, το πεδίο της μάχης αντιστοιχεί sε μια εκκλησιαστική σύνοδο στην οποία φαίνεται να συζητείται κάποιο θεολογικό ζήτημα.


Πηγές:
Thomas Hobbes, Λεβιάθαν. Η ύλη, μορφή και εξουσία μιας εκκλησιαστικής και λαϊκής πολιτικής κοινότητας, ελλ. μτφ. Γρηγόρης Πασχαλίδης-Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Αθήνα, Γνώση, 2006.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Το διήγημα του μήνα (Ιανουάριος 2014)


Το πρώτο διήγημα του 2014 από τον Βλάσση Τρεχλή.


Το καινούργιο αστέρι


Στα σκοτεινά χρόνια, ο Λεόντιος, ο ηγεμόνας του πριγκηπάτου της Νίκαιας, αφού πήρε με δόλο τον θρόνο από τον πρίγκηπα Νικήτα, τον ετεροθαλή αδελφό του και νόμιμο κληρονόμο, και μην θέλοντας να βάψει τα χέρια του με το αίμα του, επειδή η παράδοση του τόπου έλεγε πως όποιος δολοφονεί τον πρώτο άρχοντα και παίρνει τη θέση του αργά ή γρήγορα θα έχει την ίδια μοίρα, τον εξόρισε σε ένα άγνωστο για τους κοινούς ανθρώπους ξερονήσι, από του οποίου τους ορίζοντες δεν περνούσε ποτέ καράβι.


Το νησί, χαμένο κάπου στο πέλαγος, ήταν σπαρμένο με κοφτερά βράχια γεμάτα σχισμές, ξασπρισμένα με τα χρόνια από την αλμύρα. Χώμα δεν υπήρχε σ’ αυτό το νησί, καθώς ο δυνατός άνεμος παρέσυρε ό,τι δεν ήταν γαντζωμένο γερά πάνω στις πέτρες. Μόνο στις σχισμές των βράχων υπήρχαν κάποια υπολείμματα από χώμα και μόνο σε κάποια βαθουλώματα κατακαθόταν λίγο νερό από τις βροχές του χειμώνα.
Σ’ αυτό το ξερονήσι, η μόνη τροφή που έβρισκε ο εξόριστος πρίγκηπας ήταν πεταλίδες κολλημένες στα βράχια. Και πιο ψηλά, εκεί που η αλμύρα λιγόστευε, γύρω από τη σπηλιά που χρησιμοποιούσε για κατοικία, υπήρχαν πετροράδικα και βραχοσαλίγκαρα.
Ο φυλακισμένος πρίγκηπας δεν γνώριζε πως το νησί ήταν έξω από τους χάρτες των ναυτικών και τις αναζητήσεις των τυχοδιωκτών, και προσδοκούσε πως μια μέρα κάποιο πλοίο θα φανεί στον ορίζοντα. Αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Μόνο τα κύματα ερχόντουσαν και έφευγαν και ο ίδιος πάντα άνεμος τα έσπρωχνε.
Δεν γνώριζε ο εξόριστος πρίγκηπας πως πίσω από αυτά τα παράξενα φαινόμενα κρυβόταν ο ηγεμόνας του πριγκηπάτου της Νίκαιας και ετεροθαλής αδελφός του, στο προσκεφάλι του οποίου είχε εγκατασταθεί εδώ και χρόνια ο φόβος, αφού είναι γνωστό πως όσοι κάνουν το κακό περιμένουν κάποια ημέρα την ανταπόδοση.


Ήταν τέτοιος ο φόβος του Λεόντιου που έκανε μεγάλη προσπάθεια να βγάλει από τον νου του τον πρίγκηπα Νικήτα. Απομάκρυνε από το παλάτι καθετί που θα μπορούσε να τον θυμίζει. Μια ερωμένη του την έκλεισε στο μοναστήρι των Ξεχασμένων Πόθων. Έστειλε τους φίλους του αδελφού του στις επικίνδυνες φρουρές των συνόρων. Το πορτραίτο του, σκαλισμένο πάνω σε ένα διάφανο κεχριμπάρι από τον πιο έντιμο χαράκτης της αυλής, το έκανε χίλια κομμάτια και πέταξε τα θρύψαλα στη θάλασσα. Έλιωσε τα δαχτυλίδια του, τα διαδήματά του και καθετί μεταλλικό που είχε αγγίξει και έφτιαξε με όλα αυτά έναν σταυρό στολισμένο με πετράδια.


Αλλά δεν έκανε μόνον αυτά. Άλλαξε τους χάρτες και την πορεία των καραβιών, έσβησε από τη μνήμη των θαλάσσιων μονοπατιών τα χνάρια των πλοίων που περνούσαν από το ξεχασμένο νησί, αναζήτησε το κλειδί των ανέμων και απαγόρευσε στα σύννεφα να περιπλανιούνται στους ορίζοντές του. Ο ηγεμόνας του πριγκηπάτου ανησυχούσε μήπως ο εξόριστος πρίγκηπας ανακαλύψει κάποια εικόνα καραβιού μέσα στα σχήματα των σύννεφων και δραπετεύσει ο νους του. 
Πέρασαν πολλοί χειμώνες και πολλά καλοκαίρια και η μονοτονία έφερνε σιγά-σιγά την τρέλα στον νου του εξόριστου πρίγκηπα. Όταν τίποτα δεν κινείται γύρω σου, σβήνουν και οι τελευταίες ελπίδες. Όταν τίποτα δεν περιμένεις να περάσει μπροστά από τα μάτια σου, τότε η μοναξιά έχει το ίδιο ζύγι με την ανυπαρξία.
Αλλά όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Μέσα στην απόγνωσή του, ο εξόριστος πρίγκηπας σκέφτηκε να αλλάξει ρυθμό στη ζωή του. Αφού δεν προσδοκούσε τίποτα από το φως του ήλιου, άρχισε να κοιμάται την ημέρα και να κοιτάζει τον έναστρο ουρανό τη νύχτα. Και αν ο ηγεμόνας αδελφός του, στο όνομα της εξουσίας που του έδινε η άμετρη φιλοδοξία του, κατόρθωσε να υποτάξει στη θέλησή του την πορεία των πλοίων και των ανέμων, δεν κατόρθωσε εντούτοις να αλλάξει την πορεία των αστεριών. Γιατί εκεί, όπως είναι γνωστό, άλλος αφέντης κάνει κουμάντο. 


Έτσι, ο εξόριστος πρίγκηπας άρχισε να παρακολουθεί την πορεία της σελήνης και το ταξίδι των αστερισμών μέσα στις εποχές. Επειδή δεν γνώριζε την αστρονομία και τα ονόματα των αστερισμών, έδωσε σε κάποια σχήματα τα ονόματα των αγαπημένων του φίλων. Σε άλλους αστερισμούς έδωσε ονόματα από παλιές ιστορίες, άλλους τους στόλισε με συναισθήματα και επιθυμίες και σε κάποιους άλλους, προκειμένου να κολακέψει τον αφέντη τ’ ουρανού, έδωσε ονόματα λουλουδιών με μεθυστικά αρώματα. Αυτό όμως που τον ξεκούραζε περισσότερο, και τον βοηθούσε να περνά τα βράδια του ευχάριστα, ήταν η πτώση των αστεριών. Περίμενε με ανυπομονησία ένα μεγάλο αστέρι να εμφανιστεί μπροστά στα μάτια του και παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα την πορεία του. Στην αρχή η πορεία του πεφταστεριού φαινόταν να είναι υπερβολικά σύντομη και δεν προλάβαινε, καθώς το έβλεπε να πέφτει, ούτε μια ευχή να ψιθυρίσει. Έμαθε όμως, με τον καιρό, να στολίζει το ταξίδι των χαμένων αστεριών με μεγάλα πανιά, πανηγυρικές σημαίες και χαρούμενους ναύτες. Το ταξίδι αυτό, τις περισσότερες φορές, κρατούσε ολόκληρη τη νύχτα και έσβηνε όταν έσβηνε και το τελευαταίο αστέρι. Η ημέρα που ακολουθούσε έκανε τον ύπνο του ευτυχισμένο και αφηνόταν με χαρά στην παιχνιδιάρικη ηδονή των ονείρων.
Αν και ο χρόνος είναι εχθρός της μνήμης, εντούτοις είναι και ελευθερωτής της.
Είχαν πραγματοποιήσει οι αστερισμοί κοντά δέκα ετήσιους κύκλους, όταν ο ηγεμόνας αδελφός του αποφάσισε να στείλει στο χαμένο νησί τον γερο-στρατηγό και πιο καλό φίλο του εξόριστου πρίγκηπα, ο οποίος επέστρεψε σώος από την τελευταία μάχη. Ξεθάρρεψε ο γερο-στρατηγός από τη δύναμη του σπαθιού του και άθελά του ανέφερε το όνομα του πρίγκηπα Νικήτα. Όμως το όνομα του εξόριστου ήχησε σαν απειλή στ’ αυτιά του ηγεμόνα.


Ο ηγεμόνας Λεόντιος πίστευε πως μετά από δέκα χρόνια μόνο τα κόκαλα του εξόριστου Νικήτα θα έχουν απομείνει να ξασπρίζουν από την αλμύρα και τον ήλιο. Πέταξε, λοιπόν, αλυσοδεμένο πάνω σε ένα καράβι τον γερο-στρατηγό. Έβγαλε από το τριπλοκλειδωμένο σεντούκι τον χάρτη που έδειχνε τον μυστικό δρόμο για το νησί, τον έδωσε στον έμπιστο καπετάνιο του και, αφού γέμισε το καράβι με προμήθειες για το ταξίδι, τους αποχαιρέτησε ο ίδιος κάτω στο λιμάνι.
Ήταν πολύ πρωί όταν το καράβι φάνηκε στον ορίζοντα. Ήταν η ώρα που η νύχτα άλλαζε βάρδια με την ημέρα και ο εξόριστος πρίγκηπας πήγαινε ευτυχισμένος για ύπνο. Στάθηκε και κοίταξε το σημάδι στην άκρη της θάλασσας. Ένα ξεχασμένο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. Τη βραδιά που πέρασε του είχε μιλήσει ο ουρανός και του είχε αποκαλύψει ένα καινούργιο αστέρι στον αστερισμό της Εκδίκησης.

Πηγές για τις εικόνες: