Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Γκαλερί 291


Το 1902, ένας Αμερικανός φωτογράφος ονόματι Alfred Stieglitz ιδρύει, μαζί με άλλους φωτογράφους, μια ομάδα με το όνομα Photo-Secession. Σκοπός τους είναι να προβάλουν τις μάλλον αιρετικές απόψεις τους για τη φωτογραφία, αποσπώντας την από την υποταγή της στη ζωγραφική και επιδιώκοντας να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον στην απόδοση της λεπτότητας λόγω της επενέργειας τους φωτός. Δουλεύοντας πάνω στην άμεση φωτογραφία και στην αρετουσάριστη εικόνα, αυτή η παρέα των φωτογράφων σπάζει, λοιπόν, τους δεσμούς με την παραδοσιακή φωτογραφική αντίληψη.


Αναζητώντας έναν χώρο προκειμένου να εκτεθούν τα έργα της ομάδας, ο Stieglitz καταλήγει σε τρία μικρά δωμάτια που βρίσκονταν απέναντι από το διαμέρισμα όπου έμενε ο καλός του φίλος, επίσης φωτογράφος, Edward Steichen. Εκεί, δημιουργείται ένας χώρος με το όνομα The Little Galleries of the Photo-Secession,  o οποίος ανοίγει τις πόρτες του στις 24 Νοεμβρίου του 1905 και κερδίζει γρήγορα μεγάλη φήμη, καθώς σε αυτόν εκθέτουν τα έργα τους πρωτοπόροι φωτογράφοι, όπως ο Edward Steichen, ο Alvin Langdon Coburn, η Gertrude Käsebier και ο Clarence H. White, αποκτώντας αναγνώριση από το κοινό και από τους κριτικούς. Όμως, το 1907 φτάνει το τέλος για τον χώρο που δημιούργησε ο Stieglitz. Ο ιδιοκτήτης διπλασιάζει το ενοίκιο, το οποίο η ομάδα δεν είναι σε θέση να πληρώσει. Και τότε, ξαφνικά, εμφανίζεται ένας από μηχανής θεός.


Ο εύπορος φωτογράφος Paul Haviland, μέλος της ομάδας, βάζει τα χρήματα και υπογράφει ένα τριετές συμβόλαιο για έναν μικρό χώρο απέναντι ακριβώς από τις προηγούμενες αίθουσες, στον αριθμό 293 της νεοϋορκέζικης 5ης Λεωφόρου. Αλλά, καθώς σε μια πρόσφατη ανακαίνιση ο τοίχος ανάμεσα στα δύο κτήρια είχε μετακινηθεί, η νέα γκαλερί φαίνεται να βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση με την προηγούμενη, δηλαδή στον αριθμό 291. Ο Stieglitz, παρά τις αντιρρήσεις των συνεργατών του, επιβάλλει το όνομα 291 ως όνομα της νέας γκαλερί, της οποίας η φήμη πολύ γρήγορα απογειώνεται.
Ο Stieglitz αρχίζει να συνεργάζεται με μερικούς από τους διασημότερους Ευρωπαίους ζωγράφους της Avant-Garde. Ο Henri Matisse, ο Paul Cézanne, o Auguste Rodin, ο Henri Rousseau και ο Pablo Picasso είναι μερικοί από αυτούς οι οποίοι εκθέτουν τα έργα τους στην γκαλερί 291. Η παρουσία τέτοιων έργων στην αμερικανική πρωτεύουσα, σε συνδυασμό με τα έργα των ντανταϊστών Marcel Duchamp και Francis Picabia, ανοίγει τον δρόμο για την ανάδυση της αμερικανικής Avant-Garde.


Η γκαλερί 291 κλείνει οριστικά τον Ιούνιο του 1917, δυο μήνες μετά την είσοδο της Αμερικής στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Ο Stieglitz φωτογραφίζει έναν νεαρό οπλισμένο στρατιώτη, ο οποίος στέκεται μπροστά από τα έργα τέχνης ως φύλακας και προστάτης τους. Πλάι του, ένας μεγαλύτερης ηλικίας στρατιώτης είναι πληγωμένος. Άραγε, ο πληγωμένος στρατιώτης είναι ο Stieglitz, θύμα στη μάχη για την υπεράσπιση της τέχνης, που τώρα πρέπει να προστατευθεί από κάποιον νεότερο;


Η φωτογραφία έχει τον τίτλο The Last Days of 291 (Οι τελευταίες ημέρες της 291) και βρίσκεται σήμερα στη National Gallery of Art.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ο μοντερνισμός στην Αμερική


Το 1913 είναι μια σημαντική χρονιά για την τέχνη.
Είναι η χρονιά κατά την οποία ο Marcel Proust αρχίζει να εκδίδει το μνημειώδες έργο του που τιτλοφορείται À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), ενώ ο Marcel Duchamp εφαρμόζει σε ένα σκαμνί έναν τροχό ποδηλάτου, ονομάζει το έργο Roue de bicyclette (Τροχός ποδηλάτου) και προκαλεί το κοινό να αναρωτηθεί: είναι αυτό τέχνη; Ο Guillaume Apollinaire εκδίδει το δοκίμιό του Les peintres cubists (Οι κυβιστές ζωγράφοι) και στη Ρωσία ο Sergei Pavlovich Diaghilev χορογραφεί για τα ρωσικά μπαλέτα το έργο του Igor Stravinsky The Rite of Spring (Η ιεροτελεστία της άνοιξης).


Την ίδια χρονιά, από τις 17 Φεβρουαρίου έως  τις 15 Μαρτίου 1913, στον αριθμό 68 της Lexington Avenue στη Νέα Υόρκη, από την Εταιρεία Αμερικανών Ζωγράφων και Γλυπτών οργανώνεται η Διεθνής Έκθεση Μοντέρνας Τέχνης, γνωστή και ως Armory Show, επειδή ως χώρος για την έκθεση χρησιμοποιήθηκε η αποθήκη εφοδιασμού του 69ου συντάγματος πεζικού.


Σε αυτήν την έκθεση, το κοινό, εκτός από τα έργα των Αμερικανών καλλιτεχνών, έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει και έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Δύο από τους οργανωτές, ο Arthur B. Davies και ο Walter Kuhn, ταξιδεύουν στην Ευρώπη συγκεντρώνοντας έργα αντιπροσωπευτικά όλων των πρωτοποριακών τάσεων. 1300 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και διακοσμητικής τέχνης εκτίθενται συνολικά, περισσότερων από 300 Ευρωπαίους και Αμερικανούς καλλιτέχνες.


Στόχος της έκθεσης είναι να παρουσιάσει την εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης από τον Γάλλο ζωγράφο του 19ου αιώνα Jean-August Ingres, στους Paul Cézanne, Paul Gauguin, Vincent Van Gogh, μέχρι τους σύγχρονους Pablo Picasso, Georges Braque, Henri Matisse, Wassily Kandinski και Marcel Duchamp. Λείπει ο ιταλικός φουτουρισμός, καθώς οι Ιταλοί αρνήθηκαν να δανείσουν τα έργα τους για την έκθεση. Οι Αμερικανοί καλλιτέχνες αντιπροσωπεύονται, μεταξύ άλλων, από τον Childe Hassam, τον John Sloan και τον Joseph Stella.


Το αποτέλεσμα είναι εξόχως ενδιαφέρον και οπωσδήποτε πολύ μακριά από την ακαδημαϊκή αισθητική του παρελθόντος. Άρθρα και κριτικές εμφανίζονται στον τύπο κατηγορώντας τους οργανωτές και τους καλλιτέχνες για αγυρτεία, παραφροσύνη, ανηθικότητα και αναρχία. 
Και όμως… Παρά τις κριτικές, αυτό το πρώτο Armory Show είχε τεράστια επιτυχία και είναι η επιτυχία του που άλλαξε ριζικά την αμερικανική αγορά της τέχνης και υπήρξε ο καταλύτης και η αφετηρία της εποχής του μοντερνισμού στην Αμερική.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Ατομικά δικαιώματα


«Ο άνθρωπος πρέπει να πράττει έτσι ώστε να μεταχειρίζεται πάντοτε όλους τους άλλους ανθρώπους –όπως και τον εαυτό του- ως σκοπούς και όχι μόνον ως μέσα για την επίτευξη των πράξεών του»: αυτή είναι η βασική αρχή της ηθικής φιλοσοφίας του Immanuel Kant και αυτήν έχουν ως βάση οι θεωρίες του Αμερικανοεβραίου φιλοσόφου και καθηγητή στο Harvard Robert Nozick.
Ο Nozick, στο σημαντικό έργο του Anarchy, State and Utopia (Αναρχία, κράτος και ουτοπία) που εκδόθηκε το 1974, περιγράφει τα άτομα ως ιδιοκτήτες του εαυτού τους (self-owners), μια έννοια που παραπέμπει στη φιλοσοφία του John Locke. Πρόκειται για την αντίληψη που θέλει τα άτομα να έχουν την ιδιοκτησία του εαυτού τους, πιο συγκεκριμένα του σώματος, των ταλέντων, των ικανοτήτων και της εργασίας τους και, κατά συνέπεια των προϊόντων που προκύπτουν από τα ταλέντα, τις ικανότητες και την εργασία τους. Κάθε άτομο έχει πάνω στον εαυτό του όλα τα προνόμια που ένας αφέντης έχει πάνω στον δούλο του. Και βέβαια, η ίδια αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο δούλο του εαυτού του είναι τελείως αντίθετη με την υποδούλωση ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. Με άλλα λόγια, η σκλαβιά είναι κακή, επειδή ακριβώς ένας άνθρωπος νομιμοποιείται να υποτάσσεται μόνο στον εαυτό του.


Εάν όμως τα άτομα είναι, όπως τα περιγράφει ο Kant, σκοποί και ιδιοκτήτες του εαυτού τους, τότε –υποστηρίζει ο Nozick- έχουν δικαιώματα: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας και των καρπών του μόχθου τους. Το να έχεις κάτι σημαίνει πως έχεις μια δέσμη δικαιωμάτων –να κατέχεις αυτό το κάτι, να το διαθέτεις, να αποφασίζεις τι να το κάνεις. Αυτό σημαίνει ιδιοκτησία. Επομένως, το να είσαι ιδιοκτήτης του εαυτού σου, σημαίνει πως έχεις δικαιώματα πάνω σε ότι συγκροτεί αυτό που ονομάζουμε εαυτό και αυτά τα δικαιώματα λειτουργούν ως περιορισμοί για τον τρόπο που οι άλλοι ενεργούν και συμπεριφέρονται απέναντί σου.  
Το επόμενο βήμα για τον Nozick είναι, πάνω στις προηγούμενες αντιλήψεις, να στηρίξει την άποψή του ότι η φορολόγηση, ως μηχανισμός αναδιανομής προκειμένου οι σύγχρονες κοινωνίες να χρηματοδοτήσουν κρατικά προγράμματα πρόνοιας, είναι ανήθικη. Η φορολόγηση ισοδυναμεί με ένα είδος καταναγκαστικής εργασίας, εφόσον, όταν εσύ εργάζεσαι, το προϊόν της εργασίας σού αφαιρείται δια της βίας μέσω της φορολόγησης. Γίνεσαι τότε μερικώς υπόδουλος, εφόσον το κράτος σού παρέχει πρόσβαση σε ορισμένα κοινωνικά αγαθά, τα οποία στην ουσία χρηματοδοτούνται από τους φόρους που εξασφαλίζονται από την εργασία σου. Έτσι, κάθε πολίτης του κράτους γίνεται κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτήτης σου (ιδιοκτήτης του μόχθου σου), πράγμα αντίθετο με την αρχή της ιδιοκτησίας του εαυτού.


Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Nozick, τα κοινωνικά προγράμματα των σύγχρονων κρατών είναι ανήθικα, όχι μόνον επειδή είναι ανεπαρκή και κακοδιοικούμενα, αλλά γιατί μετατρέπουν τους πολίτες σε δούλους. Συνεπώς, μόνο το ελάχιστο κράτος μπορεί να δικαιολογηθεί, υποστηρίζει ο φιλόσοφος, εννοώντας ένα κράτος το οποίο, όπως το είχε διατυπώσει ο Locke, παίζει τον ρόλο του «νυχτοφύλακα», στον οποίο ανατίθενται τρεις κύριες λειτουργίες: η διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό, η τήρηση των συμβολαίων και η προστασία από εξωτερικές επιθέσεις. Ένα τέτοιο κράτος δεν νομιμοποιείται να ελέγξει τι τρώνε οι πολίτες του ή τι πίνουν (είναι το δικαίωμα στο σώμα τους), τι δημοσιεύουν ή τι διαβάζουν (είναι το δικαίωμα στον μόχθο τους), ούτε μπορεί να επιβάλει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ή τη δημόσια παιδεία (είναι το δικαίωμα στους καρπούς του μόχθου τους). Και βέβαια, δεν μπορεί να ρυθμίσει την οικονομική ζωή, μέσω π.χ. του προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, του ελέγχου της τιμής του ενοικίου κ.λπ., επειδή, εάν το κάνει, κινδυνεύει να προκαλέσει συνέπειες όπως η ανεργία, η καταβύθιση του πεδίου των ακινήτων κ.λπ.
Υποστηρίζει ο Nozick μια αναρχική κοινωνία; Η απάντηση είναι όχι, ακριβώς επειδή μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα και σε αυτήν, ισχυρίζεται ο φιλόσοφος, το ελάχιστο δυνατό κράτος που θα απαιτηθεί μπορεί επίσης να υποδουλώσει τους πολίτες του, ενώ, επιπλέον, οι ανάγκες των ανθρώπων θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στη λειτουργία αγοράς, της οποίας η αναγκαιότητα για νόμους θα κατέληγε στη νόμιμη χρήση βίας, που και αυτή θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να χρηματοδοτηθεί –η φορολόγηση θα ήταν το πιο πρόσφορο μέσον.
Η πολιτική φιλοσοφία του Nozick κινείται στη μεγάλη παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, όπως διαμορφώθηκε από τον Hobbes, τον Locke και τον Rousseau, με τη διαφορά ότι γι’ αυτόν τα ατομικά δικαιώματα δεν έπονται αλλά προηγούνται του κοινωνικού συμβολαίου, και μάλιστα θέτουν περιορισμούς στον σχεδιασμό του.
Ο Robert Nozick πέθανε το 2002, σε ηλικία 64 χρονών.

Πηγές:

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Η κοινοτοπία του κακού


Το 1959, η ισραηλινή Μοσάντ κατάφερε να εντοπίσει στην Αργεντινή τον Γερμανό αντισυνταγματάρχη Adolf Eichmann, τον άνθρωπο που είχε χαρακτηριστεί αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, της μαζικής δολοφονίας 6 εκατομμυρίων Εβραίων. Ο Eichmann μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και μετά από 9 μήνες, στις 11 Απριλίου 1961, άρχισε εκεί η δίκη του. Κατηγορήθηκε για 15 εγκλήματα, ανάμεσα στα οποία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα εναντίον του εβραϊκού λαού, συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση.


Η ισραηλινή κυβέρνηση φρόντισε ώστε η δίκη να καλυφθεί ευρέως από τα μεγαλύτερα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το περιοδικό The New Yorker έστειλε στη δίκη τη ρεπόρτερ Hanna Arendt. Επρόκειτο για τη σπουδαία Γερμανοεβραία φιλόσοφο, μαθήτρια και ερωμένη στο παρελθόν του Martin Heidegger, η οποία από το 1950 είχε αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα, ενώ το 1951 είχε ταράξει τα νερά διερευνώντας τις ομοιότητες μεταξύ ναζισμού και σταλινισμού στο κλασικό έργο της Les origins du totalitarisme (Πηγές του ολοκληρωτισμού).
Η Arendt παρατηρούσε τον Eichmann σε όλη τη διάρκεια της απολογίας του: κλεισμένος μέσα σε ένα γυάλινο αλεξίσφαιρο κλουβί, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, σκούπιζε διαρκώς τη μύτη του, υποστηρίζοντας πως με ό,τι έκανε ωφελούσε τη Γερμανία. Δεν επρόκειτο για το ναζιστικό τέρας που είχε φανταστεί η Arendt, αλλά για ένα ανθρωπάκι, για έναν ασήμαντο και μικρό άνθρωπο, όμοιο με πολλούς από αυτούς που μας περιτριγυρίζουν, ο οποίος, στερημένος από λογική σκέψη, ενεργούσε ως γραφειοκράτης και δικαιολογούσε τα εγκλήματά του ως καθήκον, ως την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί με τους κανόνες.  


Αυτή η εμπειρία της Arendt ήταν η αφορμή για το διάσημο έργο της Eichmann à Jerusalem (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ) και τον ακόμη πιο διάσημο υπότιτλό του La banalité du mal (Η κοινοτοπία του κακού).
Ο χαρακτηρισμός του κακού ως κοινότοπου στόχευε στο να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αντίληψη ότι οι θηριωδίες των Ναζί προέρχονταν από την κακόβουλη θέλησή τους να κάνουν το κακό. Ο Eichmann, ισχυρίζεται η Arendt, συμμετείχε στην «τελική λύση» όχι επειδή ήταν ένα διεστραμμένο τέρας, αλλά επειδή δεν διέθετε ούτε σκέψη ούτε κρίση. Δεν επρόκειτο για την παρουσία του μίσους σε αυτόν, αλλά για την απουσία της ικανότητας εκείνης που θα τον έκανε να δει τις πράξεις του ως κάτι απτό. Ο Eichmann δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει εσωτερικά με τον εαυτό του, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποκτήσει αυτογνωσία και να αντιληφθεί τον σατανικό χαρακτήρα τον πράξεών του.


Τι ήταν, όμως, αυτό που του στερούσε τη σκέψη και τη κρίση; Εγκλωβισμένος σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης, στην ιδεολογία του ναζισμού εν προκειμένω, και βλέποντας τα πράγματα μέσα από παραμορφωτικό φακό, ο Eichmann ό,τι έκανε το θεωρούσε προφανές και κανονικό. Οι πιο ειδεχθείς πράξεις μπορούν με αυτόν τον τρόπο να γίνουν «κοινότοπες». «Έτσι συμβαίνουν τα πράγματα»: αυτή είναι η φράση που αιτιολογεί, αλλά καθόλου δεν δικαιολογεί, πολλές από τις ανήθικες πράξεις μας, συχνά προκαλώντας δεινά πολύ μεγαλύτερα από το εσκεμμένο κακό.
Αρνείται η Arendt την ενοχή του Eichmann; Προφανώς όχι. Απλώς του αποδίδει περιορισμένη δυνατότητα ηθικού προβληματισμού για τις πραγματικές συνέπειες της θέσης του. Σύμφωνα με τη φιλόσοφο, δεν ήταν ο εγγενής αντισημιτισμός του, αλλά η ευσυνειδησία και η προσήλωση στο καθήκον, που τον έκαναν να διαπράξει τις αποτρόπαιες πράξεις του.
Το κακό δεν προέρχεται, λοιπόν, μόνον από κάποιους υπερ-κακούς σαν αυτούς που πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Batman, για τους οποίους είναι συνειδητή επιλογή, αλλά από ανθρώπους «της διπλανής πόρτας», όπως είμαστε όλοι εμείς, που μπορεί να εγκληματήσουμε δίχως καν την επίγνωση ότι διαπράττουμε έγκλημα, πάσχοντας από την ασθένεια της τυφλής υπακοής σε ιδεολογίες και ενεργώντας ως γρανάζια ενός μηχανισμού, αγνοώντας την ατομικότητα και τη λογική μας κρίση.


Και έτσι γίνονται επίκαιρες οι προτροπές του Immanuel Kant Sapere aude” (=να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου) και του Ralph Waldo Emerson Trust thyself” (=πίστεψε στον εαυτό σου). Η συμμόρφωση και η ομοιομορφία είναι ο εχθρός. Η γλυκύτητα και η ανεξαρτησία της μοναξιάς είναι το φάρμακο.
Ο Eichmann καταδικάστηκε σε απαγχονισμό. Η ποινή του εκτελέστηκε μέσα στα πρώτα λεπτά της πρώτης ημέρας του Ιουνίου 1962 στη φυλακή της Ramla. Η σορός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου από ένα ισραηλινό περιπολικό σκάφος.

Πηγές:

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Edmond Rostand: το λοφίο


Στις 4 Ιουνίου 1903, ο Edmond Rostand κάθεται στη θέση Νο 31 της Γαλλικής Ακαδημίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο εισιτήριος λόγος του νέου Αθανάτου πρέπει  να γίνει στη μνήμη του προκατόχου του Henri de Bornier. Σ’ αυτόν τον λόγο, ο Rostand επεξηγεί τη σημασία που έχει γι’ αυτόν το «panache» (=λοφίο). Ναι, αυτή η δέσμη από φτερά που διακοσμεί τα καπέλα των ιπποτών και που άρχισε να πρωτοχρησιμοποιείται από τον βασιλιά Ερρίκο IV, ο οποίος προέτρεπε τους στρατιώτες του να ακολουθούν στη μάχη το δικό του λευκό «panache», στολίδι του κράνους του.
«Το λοφίο», λέει ο Rostand στον λόγο του, «δεν είναι το μεγαλείο, αλλά κάτι που προστίθεται σ’ αυτό, κάτι που κινείται πάνω απ’ αυτό. Είναι  ένα φτερούγισμα, μια υπερβολή –κατιτί λιγάκι σγουρό […], το λοφίο είναι το πνεύμα της ανδρείας. Το να γελάς όταν αντιμετωπίζεις τον κίνδυνο, αυτό είναι η ύψιστη ευγένεια, μια ντελικάτη άρνηση να παραδοθείς στο τραγικό. Το λοφίο είναι, λοιπόν, η σεμνότητα του ηρωισμού, όπως ένα χαμόγελο συγγνώμης από κάποιον που είναι μεγαλειώδης».


Το λοφίο παρουσιάζεται ως το υλικό σύμβολο μια ηθικής στάσης με τα χαρακτηριστικά του μεγαλείου και τον αέρα του ηρωισμού, που βρίσκει τον ιδανικό του εκφραστή, το αρχέτυπό του, στο πρόσωπο του Cyrano de Bergerac. Έντιμος με τον εαυτό του και με τους άλλους αυτός ο γενναίος Γασκόνος με τη μεγάλη μύτη («σαν ακρωτήριο, σαν χερσόνησος»), πιστός στα ιδανικά της ομορφιάς και της αγνότητας, μάχεται υπερασπιζόμενος μια ορισμένη ιδέα της ποίησης. Θρεμμένος αποκλειστικά με όμορφες λέξεις και φράσεις, εν τέλει ξεχνάει να ζήσει, και όσο οι άλλοι τρώνε, πίνουν και ερωτεύονται, εκείνος αρκείται στο να απαγγέλλει τα ποιήματά του, ακόμη και στη σκιά ενός άλλου.
Επιδεικτικός -σχεδόν φαναφαρόνος- στην αρχή, μελαγχολικός, ακόμη και δραματικός προς το τέλος, αποκαλύπτει τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που τον βασανίζουν σ’ εκείνη την περίφημη σκηνή στην οποία εξηγεί γιατί κατηγορηματικά αρνείται να δεχτεί αφεντικό στην ποίησή του:

«Ένα προστάτη ισχυρόν και πάτρωνα να εύρω,
Και σαν τον σκοτεινό κισσόν, εις τον κορμόν του δένδρου
Τριγύρω να τυλίγωμαι και στήριγμά μου νάνε,
Κι ενώ φιλώ την φλοίδα του, με δόλον να σκαλώνω,
Αντί με σθένος ν’ ανεβώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου! […]
Να υφίσταμ’ εξευτελισμούς παντοίους καθ’ εκάστην
Κι από το δρόμο την κοιλιά να έχω αφανισμένη,
Και δέρμα, που ακάθαρτον πάντα στο γόνυ νάνε;
Η ράχη μου να εκτελή παιγνίδια ευκαμψίας;
Ευχαριστώ ποτέ, ποτέ! […]
[…] Αλλά … να ψάλλω
Ρεμβός να είμαι, να γελώ, μονάχος να διαβαίνω,
Ελεύθερος, με οφθαλμούς που σε καλοκυττάζουν,
Με παλλομένην την φωνήν, και όταν μου αρέση
Να βαίνω το καπέλλο μου στραβά, μονομαχίαν
Για ένα όχι, για ένα ναι να κάμω –ή δυο στίχους!
Να σκέπτωμαι, αμέριμνος για πλούτον ή για δόξα,
Να κάμω το ταξείδι μου, που θέλω, στο φεγγάρι! […]
Κι εάν ακόμα μία δρυς δεν είσαι ή φιλύρα,
Ίσως να μην υψώνεσαι πολύ ψηλά, πλην μόνος!


Το έργο του Edmond Rostand, με τίτλο Cyrano de Bergerac και πρωταγωνιστή τον ομώνυμο ήρωα, ανεβαίνει στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου του 1897. Κάμποσα χρόνια νωρίτερα, στον γαλλοπρωσικό πόλεμο, η Γαλλία έχει χάσει την Αλσατία και τη Λωρραίνη. Η τιμή της χώρας έχει υποστεί βαρύ πλήγμα. Το τραύμα δεν έχει ακόμη επουλωθεί. Η πολιτική της «revanche» επικρατεί σε μια Γαλλία η οποία επιθυμεί να ανακτήσει το γόητρό της και ετοιμάζεται για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο που είναι στα σκαριά.
Στο διάλειμμα της παράστασης το κοινό χειροκροτεί όρθιο, ενώ ο υπουργός οικονομικών Georges Cochery βγάζει το παράσημο της λεγεώνας της τιμής που φοράει και το καρφιτσώνει στο στήθος του συγγραφέα. Στο τέλος του έργου, ο Cyrano πεθαίνει με τους στίχους:

«Μου αποσπάτε όλα μου, την δάφνην και το ρόδον!
Πάρτε τα όλα! Κάτι τι όμως μαζύ μου παίρνω
Στο πείσμα σας, και σαν εμπώ απόψε στου θεού μας
Το ουράνιο κατώφλιον, με τον χαιρετισμόν μου
Θε να σαρώσω κάτι τι χωρίς καμμιά κηλίδα
Καμμιά πτυχή, στο πείσμα σας παίρνω μαζύ,
Κι αυτό ‘ναι … το λοφίον μου».

Το λοφίο: αυτή είναι η τελευταία λέξη του ήρωα και του έργου. Πεθαίνει με το λοφίο του, δηλαδή με τιμή και δόξα, τη στιγμή που ο σκοτεινός του αντίπαλος, ο κόμης de Guiche, σε ώρα πολέμου, δεν διστάζει να το πετάξει μακριά για να μην τον αναγνωρίσουν σώζοντας έτσι το τομάρι του.


Το κοινό χειροκροτεί χωρίς σταματημό για είκοσι ολόκληρα λεπτά. Στο πρόσωπο του Cyrano επιδοκιμάζει το μεγαλείο και τη γενναιότητα, αυτή την ιδιότυπη ποιότητα και χάρη: την κίνηση τού να μετατρέπεται η ήττα στο πεδίο της δράσης σε νίκη στο πεδίο της ψυχής και της καρδιάς. Μια ποιότητα που όσοι εκείνο βράδυ παρακολούθησαν την παράσταση την θεώρησαν αποκλειστικά γαλλική, ωστόσο εμείς, αιώνες μετά, την βλέπουμε χωρίς εθνικό πρόσημο, κατάλληλη και αναγκαία για κάθε τόπο και για κάθε εποχή. Είδος προς εξαφάνιση και μαζί είδος που χρειάζεται προστασία όπου και όποτε το συναντούμε.

Πηγές: