Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Clément Rosset (Μέρος Α΄)


Η γνωριμία μου με τη σκέψη του Clément Rosset αρχίζει με το βιβλίο του Le réel et son double, δώρο ενός καλού μου φίλου. Κάναμε τότε μ’ εκείνον τον φίλο, επίμονα και τεκμηριωμένα άθεο, μακρές συζητήσεις σχετικά με τον ρόλο της θρησκείας στην ανθρώπινη ζωή. Η θρησκεία και η μεταφυσική, υποστήριζε ο φίλος μου ο Jean-François, είναι και οι δυο βολικές αυταπάτες.


Την ίδια εποχή, μια φράση του Luc Ferry στο βιβλίο του LHomme-Dieu ou le sens de la vie (Paris, éd. Grasset <Le Livre de Poche> 1996, p. 10) με έστειλε πίσω στον Rosset: Chacune à leur façon, les grandes religions entendaient préparer les hommes à la mort, à la leur comme à celle de lêtre aimé (οι μεγάλες θρησκείες, καθεμιά με τον τρόπο της, προσπαθούν να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για τον θάνατο, τον δικό τους αλλά και τον θάνατο των αγαπημένων τους). Και πάλι είχα μπροστά μου την ίδια διασύνδεση: της θρησκείας, όπως την περιγράφει ο Ferry, με το διπλό και την αυταπάτη, όπως περιγράφονται από τον Rosset. Και δεν μπορούσα παρά να αναρωτηθώ τι σημαίνει η ετικέτα «άθεος» στην περίπτωση του καλού μου φίλου, που, σε μεγάλη ηλικία ο ίδιος, κάθε Τετάρτη αναμετριόταν γενναία με τη δυσάρεστη πλευρά της ζωής, προσφέροντας εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε ένα γηροκομείο.
Δοκιμάζοντας, λοιπόν, τον προβληματισμό του Rosset σε επίπεδο άμεσο και καθημερινό και, κυρίως, σε επίπεδο προσωπικό, έθεσα υπό αμφισβήτηση κάθε δική μου βεβαιότητα. Μέτρησα τις αυταπάτες μου, όσες τουλάχιστον κατάφερα  να εντοπίσω ή να παραδεχτώ –γιατί αυτές, είναι αλήθεια, έχουν τον τρόπο τους να μας πιάνουν στον ύπνο.


Ο Rosset κάνει ακριβώς αυτό. Ανιχνεύει τον ελιγμό του ανθρώπου ενώπιον του πραγματικού, όπως μας εμφανίζεται σε περιοχές τις οποίες συνήθως σνομπάρει ή αγνοεί ένα σοβαρό φιλοσοφικό δοκίμιο: το μυθιστόρημα, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική. Και όμως, αυτές οι περιοχές είναι κατά τεκμήριο περισσότερο αποκαλυπτικές για την ανθρώπινη στάση, επειδή ακριβώς είναι περισσότερο αυθόρμητες και λιγότερο εξορθολογισμένες.
Δεν υπάρχουν διπλά στον- (όχι μόνο για τον-) Clément Rosset. Είναι αυτός που είναι και όλα τα άλλα αποτελούν, περισσότερο ή λιγότερο, απατηλά ίχνη. Η ληξιαρχική πράξη γέννησής του, για παράδειγμα, με γραμμένη πάνω της την ημερομηνία 1939. Επίσημα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι εργάστηκε από το 1967 έως το 1998 στο Πανεπιστήμιο της Νίκαιας. Οι φωτογραφίες του, που δείχνουν την εικόνα ενός χαμογελαστού γενειοφόρου κυρίου. Τα βιβλία του και το site του που αναπαράγουν τις έμμονες ιδέες του. Στην πραγματικότητα, τη μία και μοναδική έμμονη ιδέα του, ιδέα-ξενιστή, που φιλοξενεί μια σειρά από άλλες: σχετικές, κοντινές, όμοιες, ανάλογες ... Η ιδέα του «διπλού». Άλλοθι, φαντασιακός αντίζηλος, γελοίο αντιστάθμισμα στη δυσάρεστη και ωμή όψη της πραγματικότητας.


Από το 1976 έως το 2006 το ζητούμενο για εκείνον είναι πάντοτε το ίδιο. Ό,τι εκδόθηκε ενδιάμεσα –μια δεκαπενταριά βιβλία, όλα και πιο σύντομα, δηκτικά, σαρκαστικά συχνά- αναπτύσσει, επεκτείνει, διευρύνει, ανατέμνει, φωτίζει, από διάφορες πλευρές, το ίδιο και το ίδιο πάντα θέμα. Το βασικό θέμα της φιλοσοφίας. το καταστατικό θέμα μιας ορισμένης φιλοσοφίας: της μεταφυσικής.
Ο Rosset ξεσκεπάζει αδυναμίες μας, εκκρεμότητες, μικρές και μεγάλες απάτες. Μας λέει ξεκάθαρα ότι δεν κερδίζουμε τίποτα με τους θεατρινισμούς ή με το να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Αποδεικνύει ανόητη κάθε μας καταφυγή και κάθε μας παρηγοριά (ηθική, πολιτική ή θρησκευτική). Καταργεί κάθε διπλότητα: ανάμεσα στο γεγονός και τις συνέπειές του, το συμβάν και τις προσδοκίες,το εδώ και το αλλού, τον εαυτό μας και το άλλο. Αλλά, μολονότι θα φανταζόταν κανείς ότι ο άνθρωπος, θλιβερά αβοήθητος από κάθε διπλό, καταρρέει, παρόλα αυτά, ο Rosset δυο φορές υπογραμμίζει την ευφροσύνη που νιώθει κανείς, όταν η πρωινή καμπάνα χτυπά για να αναγγείλει το τέλος κάθε μαγγανείας. Οι καθρέφτες θραύονται. απομένει μόνον η πραγματικότητα: ανθρώπινη, ευάλωτη, σκληρή, αλλά πραγματική.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το έργο του Clément Rosset, Το πραγματικό και το διπλό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη Ζωή Αντωνοπούλου-Τρεχλή στις εκδόσεις Αρμός.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Γιαν Βερμέερ και Μάνος Χατζιδάκις. Οι κρυφές συναντήσεις τους μέσα στον χρόνο


Αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο του Βλάσση Τρεχλή που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οδός Πανός (Απρίλιος-Ιούνιος 2010).

Ο Ολλανδός ζωγράφος Γιαν Βερμέερ έζησε από το 1632-1675. Ο Μάνος Χατζιδάκις έζησε από το 1925-1994. Ο ζωγράφος του 17ου αιώνα ανακαλύπτει την απόλυτη ομορφιά του ορατού κόσμου. Επενδύει με μοναδικά χρώματα τους καθημερινούς ανθρώπους και τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από το περιεχόμενο του θέματος, από τη φόρμα, στο χρώμα. Ακολουθώντας την τάση της εποχής του, εγκαταλείπει τον ρόλο της χιουμοριστικής εικονογράφησης και ζωγραφίζει τους ανθρώπους σαν νεκρές φύσεις. Βλέποντας τη Γαλατού, ένα από τα πιο διάσημα έργα του, δεν νομίζω πως ενδιαφέρει κανέναν η σημειολογία των λεπτομερειών. Ό,τι νιώθουν τα μοντέλα του υπάρχει καλά κλεισμένο μέσα τους. Πέρασαν περισσότερα από διακόσια πενήντα χρόνια για να επανεκτιμηθεί το έργο του μεγάλου ζωγράφου, και αυτό έγινε από έναν πολυπράγμονα Γάλλο, τον Theophile Burger-Thore.



Τριακόσια χρόνια αργότερα, ένας δεκαοχτάχρονος μουσικός αναζητεί κάποιες φωτεινές άκρες μέσα στα σκοτάδια της γερμανικής κατοχής. Έχουν προηγηθεί οι προπολεμικές μουσικές των καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν. Την ίδια όμως εποχή, παράλληλα με τα τραγούδια των καφέ, μακριά από τα φώτα του δρόμου, εξελίσσεται ένα περιθωριακό είδος μουσικής, γνωστό σε μας ως ρεμπέτικο. Η φύση δείχνει να προχωράει από μόνη της.
Αυτή η διάχυση του συναισθήματος στα τραγούδια των καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν, αυτή η καρικατούρα τραγουδιού, μετατρέπεται μέσα στο «κενοτάφιο» όπου ζει ο ρεμπέτης σε νεκρή φύση του συναισθήματος, (αν και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά τα δυο είδη μπερδεύονται). Πολύ μακριά από τις συνθετικές απόπειρες του Καλομοίρη, που προσπαθούσε να δημιουργήσει κάτι επικό, κάποιοι απλοί τραγουδοποιοί ζωγράφιζαν με νότες την καθημερινή ζωή τους. Άνοιγαν έναν δρόμο χωρίς να το γνωρίζουν και, συγχρόνως, χωρίς να γνωρίζουν προς τα πού οδηγεί αυτός ο δρόμος. Και όλα αυτά ως τον ερχομό του Χατζιδάκι, το 1943.



Ο Χατζιδάκις δείχνει, με τις πρώτες του συνθέσεις, τις μουσικές του προθέσεις. Όμως αυτό δεν του αρκεί. Θέλει να μεταμορφώσει όλον τον κόσμο γύρω του. Το 1952 παίρνει έξι ρεμπέτικα τραγούδια και τους αφαιρεί τα κατάλοιπα μιας προηγούμενης συνήθειας. Αφαιρεί τα λόγια και τη φορτισμένη, με μια σειρά επαναλαμβανόμενων συναισθημάτων, φωνή, τους αφαιρεί τα περιττά στολίδια. Η πίκρα, ο πόνος, ο έρωτας χάνουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους. Και, καθώς οι ήχοι τρέχουν, αφού η μουσική σε αντίθεση με τη ζωγραφική τρέχει μέσα στον χρόνο, τα συναισθήματα ακινητοποιούνται και δίνουν χώρο στη μελωδία.
Δεν έχει παρά να ακούσει κανείς τις δυο εκτελέσεις αυτών των τραγουδιών, τη ρεμπέτικη και τη χατζιδάκεια, για να καταλάβει πως ο ήχος μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο στέρεο και περισσότερο ακριβές.
Έβλεπε ή άκουγε; Ο Βερμέερ σίγουρα έβλεπε το φως σαν πηγή και λόγο ύπαρξης της ζωγραφικής. Δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Θέμα ήταν καθετί που φωτιζόταν από τον ήλιο. Ο Βερμέερ δεν έπαιρνε τον ήλιο, το φως, για να φωτίσει κάποια μεγάλη σύλληψη. Απλά άφηνε το φως να πέσει πάνω σε καθημερινά πρόσωπα, σε ρούχα, σε κοσμήματα.
Ο Χατζιδάκις, από την άλλη, άκουγε τους μουσικούς φθόγγους, όπως κάποιος απλός άνθρωπος ακούει το κελαρυστό νερό να τρέχει στο ρυάκι. Και η αξία αυτού φάνηκε από τον τρόπο που αντέδρασε ο παραλήπτης. Ο μεταπολεμικός άνθρωπος ξύνει τα αυτιά του, τρίβει τα μάτια του, ανοίγει το επάνω κουμπί από το πουκάμισο, τα κορίτσια ανακαλύπτουν τη χάρη του γυμνού ποδιού, σμιλεύουν το χνάρι τους πάνω στην υγρή άμμο, τα φορέματα κυματίζουν γύρω από τα γυμνά κορμιά και παίζουν με τις αχτίνες του ήλιου.
Τα διαγράμματα είναι περισσότερο καθαρά από ποτέ.
Ο Βερμέερ ανακαλύπτει τη φύση μέσα από το φως. Ο Χατζιδάκις πλησιάζει τη φύση απενοχοποιώντας τους ήχους.
Οι κριτικοί είπαν πως ο Βερμέερ διαπαιδαγωγεί μέσα από τα θέματά του. Δεν έχουν δίκιο. Είναι το φως που κάνει αυτή τη δουλειά. Όπως και στους φωτόχαρους ρυθμούς του Χατζιδάκι, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μέσα στα χρώματα και μέσα στις μελωδίες όλοι έχουν δικαίωμα να υπάρξουν.
Καμιά ηγεμονική ιδέα δεν βρίσκεται πίσω από τον Βερμέερ. Καμιά κοινωνική αγκύλωση πίσω από τον Χατζιδάκι. Υπήρξε μνημειώδης η αντίθεσή του με τις κάθε λογιών εξουσίες. Αφαιρώντας και οι δυο τους τα ψευδή σημάδια μιας δήθεν πραγματικότητας, οδηγούν, ο μεν ζωγράφος τον θεατή σε κουκκίδες φωτός, ο δε συνθέτης τον ακροατή σε διαυγείς ήχους που βρίσκονται μακριά από τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Οι «αιθέριες δονήσεις» του φωτός, και στη μουσική και στη ζωγραφική, των δυο μεγάλων καλλιτεχνών, είναι η μεγάλη αλήθεια.
Γράφει η Σοφία Σπανούδη, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο του Μάνου, Για μια μικρή λευκή αχιβάδα: «Ο ρυθμός του είναι ελληνικός, φωτόχαρος …, στις αναλαμπές και τις φωτοσκιάσεις των ελληνικών χρωμάτων. Ένας ρυθμός φοιβόληπτος στον άκρατο διονυσιασμό του».
Σχολιάζει ο Theophile Burger-Thore: «Στον Βερμέερ το φως δεν είναι ποτέ τεχνητό. Είναι συγκεκριμένο και φυσικό, και ούτε ένας λεπτολόγος φυσιοδίφης δεν θα μπορούσε να το επιθυμήσει πιο ακριβές. Σε αυτή την ακρίβεια του φωτός οφείλει την αρμονία των χρωμάτων του».
Και αν στο Εργαστήρι του ζωγράφου, ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Ολλανδού καλλιτέχνη, είναι διάχυτη μια υπαρξιακή ευτυχία, όπως επισημαίνει ο Κλεμάν Ροσέ, και που αποτυπώνεται σε μια και μοναδική στιγμή, στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι είναι ο χρόνος που βοηθάει ώστε αυτή η ευτυχία να έχει διάρκεια.
Μπορεί κάποιος, λίγο πριν περάσει στον κόσμο του μυστηρίου της ύπαρξης, να επιθυμήσει, σαν να είναι η τελευταία επιθυμία ενός μελλοθάνατου, να συναντηθεί με ένα καλλιτέχνημα, όπως ο μυθιστοριογράφος Μπεργκότ, στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προύστ, επιθυμούσε να συναντηθεί με τον κίτρινο τοίχο που ζωγράφισε με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ο Βερμέερ στην Άποψη του Ντελφτ.



Και είναι ενδιαφέρον όταν διαπιστώνουμε πως το πέρασμα αυτό, από τον ήχο στην αιώνια σιωπή, …..μας παρασέρνει, μας μεθά…. όπως στο τραγούδι "Ένα ρολόι στο καπηλειό", από το έργο του Μάνου Η εποχή της Μελισσάνθης.
Οι ζωγράφοι, από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι τον Βερμέρ και από τον Βερμέερ μέχρι τον Πικάσο, συμφωνούν πως η στιγμή δεν έχει χρόνο, πως στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον, και όλος ο αγώνας είναι πώς θα ακινητοποιήσουν τη στιγμή.
Από την άλλη, ο συνθέτης, ενώ όλη του η προσπάθεια είναι να ενώσει μέσα σε ένα τραγούδι τις μικρές-μικρές στιγμές, παίζοντας με τον χρόνο, με τους στίχους του αυτοαναιρείται εκφράζοντας την αντίθετη επιθυμία: 

-Τι προσπαθείς;
-Να σταματήσω τη στιγμή
-Μας προσπερνά, δεν ωφελεί
-Αν φύγεις, φεύγει
-Δεν μπορώ. Ο χρόνος φεύγει , όχι εγώ…
-Ανέβα πάνω στο λεπτό, στον λεπτοδείχτη. Κράτα γερά
-Οι δείχτες σπρώχνουν το λεπτό, είναι από σίδερο γερό, δεν τους βαστώ...

Δεν γνωρίζω αν ο Χατζιδάκις στη ζωή του ένιωθε μόνος. Σίγουρα όμως στο συννεφοπατάρι όπου συχνάζει τώρα θα έχει κάποιες συναντήσεις που σε εμάς τους γήινους θα φαίνονται απίθανες.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Η αυτοκρατορία του φωτός


The sun was shining on the sea,
Shining with all his might:
He did his very best to make
The billows smooth and bright -
And it was very odd, because it was
The middle of the night.
Έτσι έγραφε ο Lewis Carroll σε ένα από τα ποιήματά του, με τίτλο «The Walrus and the Carpenter», που συμπεριλαμβάνεται στο διάσημο πια έργο του Through the Looking Glass and What Alice Found There, γραμμένο τον Δεκέμβριο του 1871.

                         The Walrus and the Carpenter

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, το 1949, ο Βέλγος ζωγράφος René Magritte ζωγραφίζει το πρώτο του έργο με τίτλο Lempire des lumières, επηρεασμένος -λένε ορισμένοι κριτικοί του- από τον Carroll. Από τότε και μέχρι το 1964 θα το ζωγραφίσει πολλές φορές ακόμα (17 ελαιογραφίες και 10 με την τεχνική του γκουάς), σε διάφορες παραλλαγές, είτε επειδή ο πίνακας είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία είτε επειδή ο ίδιος τον έβλεπε ως μια άσκηση στο φως.

1954. Musées Royaux des Beaux Arts de Belgique 
(Bruxelles)

Μια σκοτεινή νύχτα, ένα σπίτι, εξοχικό ή αστικό, με τα παράθυρα να διαχέουν από το εσωτερικό του ένα αχνό φως, ένας εξωτερικός φανοστάτης, σε ορισμένες παραλλαγές, να φωτίζει την πρόσοψη του σπιτιού, δημιουργώντας συγχρόνως μια απαλή αντανάκλαση στην υδάτινη επιφάνεια που βρίσκεται μπροστά του, ένα κωνικό δέντρο που ξεπερνάει σε ύψος το σπίτι, καμιά ανθρώπινη παρουσία. 

     1950. Museum of Modern Art (New York)

Σκηνικό ανησυχητικό, αντάξιο του Hitchcock, του σκηνοθέτη που ο ζωγράφος προτιμούσε, τουλάχιστον ως προς τις ενδυματολογικές επιλογές. Η αίσθηση του επίφοβου που μας παραμονεύει ενισχύεται μόλις το μάτι μας πέσει στον γαλανό ουρανό, με λίγα σύννεφα σαν τούφες από μπαμπάκι, ο οποίος στεφανώνει το νυχτερινό τοπίο. 

Φωτογραφία του Magritte από τον Steve Schapiro,
να μιμείται στυλιστικά τον Α. Hitchcock

Η νύχτα μας τρομάζει: φαντάσματα, εφιάλτες, τρομακτικά εγκλήματα. Η νύχτα μέσα στη μέρα μας τρομάζει ακόμα περισσότερο. Ούτε φαντάσματα, ούτε εφιάλτες, ούτε εγκλήματα. Μόνον το παράλογο. Και μια διερώτηση για το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, αφού το φως μας κάνει να βουλιάζουμε σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
«Αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της νύχτας και της ημέρας έχει τη δύναμη να μας εκπλήσσει, να μας γοητεύει Αυτήν τη δύναμη την αποκαλώ ποίηση», λέει ο ίδιος ο ζωγράφος σύμφωνα με τον D. Sylvester
Ο ίδιος πίνακας φιγουράρει στο εξώφυλλο του δίσκου του Αμερικανού τραγουδιστή Jackson Browne, με τίτλο Late for the Sky, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1974.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Ζωγραφίζοντας τον εαυτό μας


Και, μια και μιλούσαμε για την τάση των ζωγράφων να αποτυπώνουν τον εαυτό τους στον καμβά, μερικά χαρακτηριστικά δείγματα υπάρχουν στο βίντεο που ακολουθεί:


Πηγή:

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

O Vermeer και ο άλλος


Γιατί οι ζωγράφοι αποφασίζουν να αποτυπώσουν πάνω στον καμβά το πρόσωπό τους; Επιβεβαίωση της ύπαρξης; Εσωτερικότητα; Καλλιτεχνική διαφήμιση; Ναρκισσισμός;
Από την πρώιμη Αναγέννηση και μετά η τάση αυτή κερδίζει συνεχώς έδαφος. Τον 17ο αιώνα, το πρόσωπο του Rembrandt απεικονίζεται, είτε από τον ίδιο είτε από τους μαθητές του, σε 90 έργα, ενώ στη νεότερη εποχή οι καλλιτέχνες ζωγραφίζουν επίμονα αυτοπροσωπογραφίες τους.  
Σήμερα θέλω να σας δείξω μία αυτοπροσωπογραφία, ζωγραφισμένη από τον Johannes Vermeer το 1666. Ο τίτλος της είναι: The Art of Painting ή The Allegory of Painting ή Painter in his Studio. Ο πίνακας βρίσκεται στο Kunsthistorisches Museum, στη Βιέννη.


Ο ζωγράφος απεικονίζεται στο εργαστήριό του, μπροστά στο καβαλέτο του, να ζωγραφίζει μια κοπέλα, μάλλον τη Μούσα της Ιστορίας Κλειώ. Απέναντί του, στον τοίχο, βρίσκεται ένας χάρτης της διασπασμένης Ολλανδίας, ενώ η λάμπα, πάνω από το κεφάλι του, στολίζεται με  τον δικέφαλο αετό, σύμβολο της δυναστείας των Αψβούργων. Η κουρτίνα που κρέμεται στα αριστερά είναι η ανοιχτή αυλαία που επιτρέπει σε εμάς, στους θεατές, να εισέλθουμε στη σύνθεση.
Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Vermeer ζωγράφισε αυτόν τον αλληγορικό πίνακα, μάλιστα τον μεγαλύτερο σε διαστάσεις από όλα τα έργα του. Ξέρουμε μόνον πως ο πίνακας έμεινε στην οικογενειακή συλλογή και δεν πουλήθηκε, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, πράγμα που καταδεικνύει τη σημασία που είχε ο πίνακας για τον ζωγράφο.
Το παράξενο όμως είναι πως, σε αυτόν τον πίνακα, ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει τον εαυτό του με την πλάτη στραμμένη προς τον θεατή.
Ο ζωγράφος υποθέτω πως μας λέει με αυτόν τον τρόπο πως ο εαυτός του είναι μόνον ένας, αυτός που ζωγραφίζει τον πίνακα. Ο άλλος, που ζωγραφίζεται στον πίνακα με την πλάτη, δεν υπάρχει. Έτσι, ο καλλιτέχνης σώζει τη μοναδικότητά του, θεωρώντας κάθε σωσία του ως μη υπαρκτό. Προσέξτε, εξάλλου, τον αφύσικο τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται ο καλλιτέχνης: μας είναι δύσκολο να ξεκαθαρίσουμε πού κοιτάζει, ο καμβάς είναι σε μάλλον λάθος θέση, το ίδιο και το τραπέζι. Ο Vermeer αυτοπροσώπως ζωγραφίζει αυτόν τον πίνακα, με ένα κρυστάλλινο φως να φωτίζει τη σκηνή, με τους όγκους πεντακάθαρους και μια χαρακτηριστική της τεχνικής του ψυχολογική απόσταση ανάμεσα στα πρόσωπα, όμως ο σωσίας του είναι αμφίβολο αν υπάρχει ως κάτι άλλο από φάντασμα. Ο Vermeer αποποιείται την ιδέα του διπλού εαυτού και ο καλύτερος τρόπος να το καταθέσει είναι αυτός: ζωγραφίζοντας μια αυτοπροσωπογραφία που συνεπάγεται εγκατάλειψη της ιδέας της αυτοπροσωπογραφίας.
Αναφορά στον συγκεκριμένο πίνακα του Vermeer κάνει ο Salavador Dalí, ο οποίος, το 1934, ζωγραφίζει το έργο με τίτλο The Ghost of Vermmer of Delft Which Can Be Used As a Table. Ο πίνακας βρίσκεται στο Μουσείο  Salavador Dalí στο St. Petersbourg της Florida.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Οι περιπέτειες του Obélix του Γαλάτη



Ο συμπαθητικός χοντρούλης προμηθευτής μενίρ, που μοιράζει ξύλο στους Ρωμαίους 



και προσφέρει λουλούδια στην ωραία Falbala



είναι αυτός που κερδίζει την προτίμησή μου στο διάσημο κόμικ του René Goscinny και του Albert Uderzo.  Δεν είναι ίσως ούτε ο πιο κομψός ούτε ο πιο έξυπνος από τους κατοίκους του μικρού γαλατικού χωριού που εξακολουθεί να αντιστέκεται στους Ρωμαίους, είναι όμως πιστός φίλος για τον Astérix, καλός σύντροφος για τους συγχωριανούς του, τρυφερός κύριος για τον χαριτωμένο Idéfix


Λιγάκι απλοϊκός και αφελής, ούτε κάνει στρατηγικά σχέδια ούτε καταλαβαίνει τα σχέδια που κάνει ο πανέξυπνος μικροκαμωμένος φίλος του. 


Εκείνος όμως είναι που δίνει τη λύση όταν η πονηριά δεν είναι αρκετή και χρειάζονται πιο αποτελεσματικές μέθοδοι.
Καλοφαγάς (αρκεί το αγριογούρουνο να μην είναι βραστό με σάλτσα μέντας), ευέξαπτος (ιδιαίτερα αν κάποιος τον αποκαλέσει χοντρό), ευαίσθητος (κλαίει όταν μια ιστορία έχει happy end), δυνατός (γιατί έπεσε στη χύτρα με το μαγικό φίλτρο όταν ήταν μικρός), χωρατατζής (ιδιαίτερα αν έχει απέναντί του τον Ιούλιο Καίσαρα), ερωτευμένος (πολύ συχνά). 



Ένας άντρας που παραμένει παιδί, ένα παιδί που δεν λέει να μεγαλώσει. 

O Gérard Depardieu ως Obélix 
στην κινηματογραφική μεταφορά του κόμικ 

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Jane Austen



«Δηλώνω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν άνοιξα βιβλίο που να μην είχε να πει κάτι για την αστάθεια της γυναίκας. Τραγούδια, γνωμικά, όλα μιλάνε για τη γυναικεία επιπολαιότητα. Ίσως αντιλέξετε, όμως, ότι όλ’ αυτά γράφτηκαν από άντρες», λέει ο Πλοίαρχος Harvill στην Anne Elliot στο Persuasion (Πειθώ), στο 11ο κεφάλαιο του β΄ μέρους, της Jane Austen.
«Ίσως το κάνω πράγματι ...», του απαντάει η Anne, «Ναι, αν δεν σας πειράζει, όχι παραπομπές σε παραδείγματα βιβλίων. Οι άνδρες είχαν άφθονες ευκαιρίες να εκθέσουν τη δική τους άποψη, ενώ εμείς δεν είχαμε καμία. Είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση πολύ περισσότερο από μας. η πέννα βρισκόταν στα δικά τους χέρια. Δεν δέχομαι ότι τα βιβλία μπορούν ν’ αποδείξουν κάτι».

          Η Anne Elliot και ο Πλοίαρχος Wentworth

Υπάρχει σ’ αυτές τις φράσεις το καυστικό χιούμορ της Jane Austen; Της συγγραφέως που άλλαξε τη γνώμη μας για τη συμβολή των γυναικών στη λογοτεχνία; Κι όμως, τα βιβλία μπορούν να αποδείξουν κάτι: τα βιβλία της Jane Austen τουλάχιστον.
Οι νεαρές γυναίκες, οι ηρωίδες της Jane Austen, δεν είναι καθόλου τα ανόητα, επιπόλαια πλάσματα στα οποία μας είχε συνηθίσει μέχρι τότε η λογοτεχνία. Ακόμα κι όταν κάνουν σφάλματα, έχουν την ωριμότητα και την εξυπνάδα να τα διορθώνουν. 


           Jane και Elizabeth Bennet

Όλες αυτές οι δεσποινίδες της μεσαίας αριστοκρατίας, οι οποίες αναζητούν με προσήλωση τον σύζυγο που θα τους προσφέρει κοινωνική εξασφάλιση, αλλά, ταυτόχρονα, πιστεύουν πως ένας γάμος δίχως έρωτα δεν είναι ανεκτός, είναι χαρακτήρες λεπταίσθητοι αλλά και δυναμικοί. 


       Οι δεσποινίδες Dashwood


Με έντονη αίσθηση του καθήκοντος, αναζητούν σε έναν σύζυγο όχι απλώς το μέσον μιας κοινωνικής καταξίωσης, αλλά κάτι πιο τίμιο και, εντέλει, πιο διαχρονικό: το πρόσωπο στο οποίο θα εμπιστευθούν την ακεραιότητα και τη γαλήνη της προσωπικής τους ζωής. Φαίνεται πολύ γυναικείο, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι πολύ ανθρώπινο.

Η Fanny Price και ο Edmund Bertram


Η Elizabeth Bennet, η Jane Bennet, η Elinor Dashwood, η Marianne Dashwood, η Emma Woodhause, 

Η Emma Woodhouse και ο Mr. Knightly

η Anne Elliot, η Fanny Price, η Catherine Morland: αυτά είναι τα κορίτσια της Jane Austen

                        Η Catherine Morland

Και τα αγόρια της; Ο Mr. Darsy, ο Edward Ferrars, ο συνταγματάρχης Brandon, ο κ. Knightly, ο πλοίαρχος Wentworth, ο Edmund Bertram, ο Henry Tilney.
Ευγένεια, τρυφερότητα, ευαισθησία, ρεαλισμός, χιούμορ, σαρκασμός, καυστική κριτική, είναι τα χαρακτηριστικά στη γραφή της Austen, αυτά που την κάνουν να διαβάζεται και να ξαναδιαβάζεται σήμερα, 195 χρόνια μετά τον θάνατό της, και να κρατάει μια αξιοσημείωτη θέση στην αγγλική λογοτεχνία.

                Ο Mr. Darcy

Κάθε φορά που διαβάζω τα βιβλία της Jane Austen ή ξαναβλέπω τις ταινίες που βασίστηκαν στα βιβλία της, έχω στο στόμα τη γεύση από κουλουράκια βουτύρου, ακούω το φουρφούρισμα από μεταξωτά ρούχα, τον θλιμμένο ήχο από το πιάνο της Marianne Dashwood, το κελαρυστό γέλιο της Emma, βλέπω μπροστά μου το χρώμα από τις λεβάντες που μάζευαν οι δύο μεγάλες δεσποινίδες Bennet. 
Είναι ο κόσμος της Jane Austen!