Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του 1843


Η πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα στάλθηκε τo 1843. Από τον sir Henry Cole. Σχεδιάστηκε από τον J. C. Horsley.


Ήταν η εποχή που τα Χριστούγεννα είχαν αρχίσει να γιορτάζονται με λαμπρότητα στη Βρετανία, μετά την εισαγωγή γερμανικών εθίμων στη χώρα από τον πρίγκηπα Αλβέρτο, τον σύζυγο της βασίλισσας Βικτωρίας. Οι έμποροι είχαν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένοι, αφού τα κέρδη τους αυξήθηκαν σημαντικά. Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και οι ψητές χήνες έγιναν το σήμα κατατεθέν της γιορτής. Οι άνθρωποι έδειχναν τη διάθεση να ξοδέψουν λίγες πένες περισσότερες με την ψευδαίσθηση ότι θα γίνουν πιο ευτυχισμένοι. Εν τω μεταξύ, η βιομηχανική επανάσταση θριάμβευε.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό (Μέρος Β΄)


Πλησίαζαν Χριστούγεννα όταν ο ιδιόρυθμος πολυεκατομμυριούχος Simeon Lee προσκάλεσε όλη του την οικογένεια για να γιορτάσουν μαζί. Έτσι,  στο σπίτι του, εκτός από τον πειθήνιο Alfred και τη σύζυγό του Lydia, συγκεντρώνονται ακόμα ο προσκολλημένος στη νεκρή μητέρα του David και η στιβαρή σύζυγός του Hilda, ο τσιγγούνης George μαζί με τη νεαρή και όμορφη συζυγό του Magdalene, ο Harry, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, και η Pilar, η εγγονή του Simeon Lee από τη νεκρή κόρη του την Jennifer. Τυχαία φτάνει στο σπίτι και ο Stephen Farr, γιος ενός παλιού του συνεταίρου στα πλούτη και στις παρανομίες.


Όταν ο Simeon Lee βρίσκεται δολοφονημένος μέσα στο δωμάτιό του κάτω από τις πιο παράδοξες συνθήκες, την υπόθεση αναλαμβάνουν ο νεαρός αστυνόμος Sugden, ο συνταγματάρχης Johnson και ο δαιμόνιος Ηρακλής Πουαρό.  Και τότε, μετά τη δολοφονία, κάποιοι αντιλαμβάνονται πως ορισμένες σκηνές είναι σαν να επαναλαμβάνονται και πως ορισμένα πρόσωπα έχουν μεταξύ τους μια ανεξήγητη ομοιότητα στην όψη και στην ιδιοσυγκρασία. Ταυτόχρονα, έρχονται στο φως μυστικά καλά κρυμμένα για πάρα πολλά χρόνια, αποκαλύπτονται απάτες και ψέματα, κλονίζονται σχέσεις και δημιουργούνται νέες.
Εκείνα τα Χριστούγεννα, ούτε ο Ηρακλής Πουαρό ούτε όλοι οι άλλοι έζησαν πραγματικά εορταστικά: ούτε έφαγαν σπιτικά γλυκά ούτε στόλισαν το σπίτι με λαμπιόνια. 



Ευτυχώς για τον διάσημο ντετέκτιβ που ο, ιδιότροπος  κατά τα άλλα, Simeon Lee είχε φροντίσει ώστε το σπίτι του να διαθέτει κεντρική θέρμανση η οποία δούλευε ικανοποιητικά. 



Πηγές για την εικόνες:
https://retroflix.wordpress.com/2010/12/24/tv-review-agatha-christie%E2%80%99s-poirot-hercule-poirots-christmas/

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό (Mέρος Α΄)


Για να νιώσει ευτυχισμένος τα Χριστούγεννα ο Ηρακλής Πουαρό, του αρκούν μισό κιλό βελγικές πραλίνες, ένα καλό κρασί, κάποιο ενδιαφέρον βιβλίο και, κυρίως, ένα διαμέρισμα στο οποίο η κεντρική θέρμανση να λειτουργεί ικανοποιητικά. Όμως, τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο ιδεώδη. Αυτήν τη φορά πρόκειται για ένα κλεμμένο ρουμπίνι αμύθητης αξίας.


Ένας νεαρός άμυαλος ανατολίτης πρίγκηπας, πριν από τον γάμο του, καταφθάνει στο Λονδίνο για να απολαύσει τις τελευταίες ημέρες της ελευθερίας του, κουβαλώντας μαζί του κοσμήματα της οικογενειακής του συλλογής που πρόκειται να ξαναδεθούν από τον περίφημο κοσμηματοπώλη Cartier. Το περίφημο ρουμπίνι κάνει φτερά, κλεμμένο πιθανότατα από μια νεαρή γυναίκα αμφιβόλου ηθικής σε ένα από τα ύποπτα ραντεβού του πρίγκηπα. Το να ανακατευθεί η αστυνομία στην υπόθεση σημαίνει για εκείνον σκάνδαλο, γι’ αυτό ο μόνος ενδεδειγμένος είναι ο διάσημος Ηρακλής Πουαρό.


Για να λύσει το μυστήριο, ο σπουδαίος ντετέκτιβ αναγκάζεται να περάσει τα Χριστούγεννά του στην εξοχική έπαυλη Kings Lacey. Εκεί, μαζί με τη μεγάλη οικογένεια του συνταγματάρχη Lacey, είναι και ένας έκλυτος τύπος ο Desmond Lee-Wortley, με τον οποίο είναι ερωτευμένη –προς κακοφανισμό της οικογένειας- η Sarah, η εγγονή του συνταγματάρχη.  
Ο Πουαρό θα παίξει με μεγάλη επιτυχία παιχνίδια συναναστροφών και θα εντυπωσιάσει τους οικοδεσπότες δείχνοντάς τους να κόβουν ένα μάνγκο όπως τον έμαθε κάποιος δούκας. Επιπλέον, θα βρει το ρουμπίνι μέσα στη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα, όπου το έκρυψαν οι δύο κλέφτες, ο Lee-Wortley και η υποτιθέμενη αδελφή του (σύζυγός του στην πραγματικότητα), που κι αυτή φιλοξενείται στη βίλα. Χρειάζεται όμως τεκμήρια για να κατηγορήσει τους κλέφτες. Γι’ αυτό, θα σχεδιάσει μια ψεύτικη δολοφονία, που θα υποχρεώσει τους κλέφτες να φανερωθούν και θα τους συλλάβει.


Τα πράγματα θα επανέλθουν στον φυσιολογικό τους ρυθμό. Το ρουμπίνι θα επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του, ο πρίγκηπας θα μπορέσει να παντρευτεί την καλή του και η Sarah θα παντρευτεί, με τη συγκατάθεση της οικογένειάς της, τον παιδικό της φίλο David Welvyn.
Όμως, την Πρωτοχρονιά η οικογένεια Lacey θα την περάσει δίχως πουτίγκα, επειδή εκείνη που φαγώθηκε τα Χριστούγεννα, μέσα στην οποία βρέθηκε το ρουμπίνι, ήταν στην πραγματικότητα η πουτίγκα της Πρωτοχρονιάς. Ένα ατύχημα στην κουζίνα κατέστρεψε τη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα της οικογένειας και η μαγείρισσα αποφάσισε στη θέση της να σερβίρει τα Χριστούγεννα εκείνη που είχε ετοιμάσει για την Πρωτοχρονιά.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Pieter Brueghel : χειμωνιάτικο τοπίο


Το Paysage dhiver avec trappes à oiseaux (Χειμερινό τοπίο με παγίδες πουλιών), η ελαιογραφία που ζωγράφισε ο Pieter Brueghel ο Πρεσβύτερος το 1565, είναι ένα έργο εμβληματικό, αφού ενέπνευσε, στη φλαμανδική ζωγραφική, μια ολόκληρη σειρά έργων τοπιογραφίας με χειμωνιάτικα θέματα.


Μια σκηνή από την καθημερινότητα μιας πόλης που έχει ολόκληρη σκεπαστεί με χιόνι. Οι άνθρωποι διασκεδάζουν στο παγωμένο κανάλι. Η αμεριμνησία και η ανεμελιά είναι η μία όψη του πίνακα. Η άλλη του όψη είναι το εύθραυστο και η αβεβαιότητα της ζωής, που αποδίδεται με την παγίδα για τα πουλιά, αριστοτεχνικά κρυμμένη κάτω από μια πόρτα, στα δεξιά του πίνακα.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Δεκέμβριος 2013)


Το χριστουγεννιάτικο διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Το παλτό


Όλοι οι άνθρωποι, πριν από τα δικά μου χρόνια, μιλούσαν για το δύσκολο παρελθόν τους. Άλλος για τη φτώχεια του, άλλος για την ορφάνια του, άλλος για τον κατατρεγμό του, άλλος για την ξενιτιά, όλοι μα όλοι είχαν να λένε για κάτι άσχημο και μπορώ να πω πως έτσι ήταν, αν μπορούσα να διακρίνω την αλήθεια μέσα από τις ρυτίδες τους και τα πρώιμα γηρατειά τους. Ήσαν δύσκολοι καιροί, το θυμάμαι πολύ καλά κι ας έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Οι αλλαγές στην Ελλάδα δεν ακολούθησαν αυτό που λέμε τη φυσική πρόοδο. Σαν να ήσαν ξεχασμένες ή ακόμα φυλακισμένες σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια που το δίκιο βρισκόταν περισσότερο σ’ ένα όνειρο παρά σ’ έναν κόσμο χειροπιαστό.


Αυτός ο χειροπιαστός χρόνος είχε χειμώνες και καλοκαίρια, μα, όπως όλοι ξέρουμε, τα καλοκαίρια είναι πιο ευχάριστα από τους χειμώνες, καθώς τα καλοκαίρια δεν κρυώνεις. Άλλοτε κάτω από τον ίσκιο της κληματαριάς και άλλοτε κάτω από το νερό της θάλασσας φέρναμε στα ίσα τη θερμοκρασία μας, άσε που το διασκεδάζαμε κιόλας. Είναι εύκολο το καλοκαίρι. Βολεύεσαι χωρίς πολλές έννοιες. Με ένα μαύρο βρακί βγάζαμε τρεις μήνες. Τα παπούτσια ήσαν περιττά. Οι υποχρεώσεις ελάχιστες.


Ο χειμώνας όμως ήταν άλλο πράγμα, ήταν δύσκολη εποχή, μα το χειρότερο ήταν πως υπήρχε παντού. Υπήρχε μέσα και έξω από τα σπίτια. Υπήρχε στους λασπωμένους δρόμους, πάνω στα ρούχα μας, στις μύτες μας, στα χέρια και στα πόδια. Υπήρχε στα σφιγμένα μάτια, στις κοφτές λέξεις, στα καμπουριασμένα από το κρύο κορμιά. Κι ακόμα, μπαίνοντας ο χειμώνας, χάναμε την ανεμελιά μας και ξαναγυρίζαμε στις υποχρεώσεις μας, που δυστυχώς ήσαν κι αυτές ταυτισμένες μαζί του.
Ο χειμώνας δεν υπήρχε μόνο στους δρόμους, αλλά και στη σχολική τάξη. Τα χνώτα θόλωναν τα τζάμια, απ’ όπου έτρεχαν, σχηματίζοντας αυλάκια, οι υγροποιημένοι ατμοί. Δεν ήσαν λίγες οι φορές που κάναμε την ανάγνωση με μουσική υπόκρουση το κροτάλισμα των δοντιών, και την ίδια στιγμή ενώναμε τα γυμνά μας γόνατα, μήπως ξεκλέψουμε λίγη ζεστασιά ο ένας από τον άλλον, ενώ τα χέρια μας χώνονταν ενστικτωδώς στις πιο ζεστές και απόκρυφες γωνιές του κορμιού μας. Στα διαλείμματα εφευρίσκαμε του κόσμου τις κινήσεις και ξοδεύαμε τα τελευταία υπολείμματα θερμίδων στα τρεχαλητά και σε άκομψα πειράγματα.
Λίγα αγόρια από την τάξη μου ήσαν καλοντυμένα, φορούσαν κάτι σαν παλτουδάκι πάνω από τα ρούχα τους και κορόιδευαν τον χειμώνα και όσους τρεμούλιαζαν. Ένα είδος υπαρξιακής ζήλιας κυριαρχούσε τότε, σαν οι άλλοι να είχαν ένα ποδάρι παραπάνω, ένα χέρι παραπάνω ή να ήσαν ένα κεφάλι πιο ψηλοί, και τους κακολογούσαμε στα κρυφά.  
Μα και στο σπίτι ο χειμώνας κυριαρχούσε. Μια μικρή ξυλόσομπα ζέσταινε μόνο την κουζίνα και όποιος κοιμόταν εκεί ήταν ο τυχερός της οικογένειας. Στα υπόλοιπα δωμάτια κρυφοκοίταζε ο βοριάς μέσα από τις χαραμάδες.


Η διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο ήταν κι αυτή μέρος του χειμώνα. Γυμνοί οι δρόμοι από ανθρώπους, όπως γυμνά ήσαν και τα φυλλοβόλα δέντρα. Τα χρόνια του δημοτικού πέρασαν με ένα τσόχινο κοντό παντελονάκι. Ένα κοντό παντελόνι για κάθε χρόνο. Ένα κοντό παντελονάκι, που το φορούσα από τη Δευτέρα μέχρι το Σάββατο. Το Σάββατο το μεσημέρι πλενόταν για να φορεθεί ξανά τη Δευτέρα το πρωί. Την άνοιξη όμως άρχιζε η αποσύνθεση, και τα ξεφτίσματα κρέμονταν απ’ όλες τις μεριές. Με το τέλος της σχολικής χρονιάς άλλαζε χρήση και γινόταν πρώτη ύλη για τις κουρελούδες.
Τις βροχερές ημέρες ούτε ομπρέλα ούτε αυτοκίνητο με προστάτευε. Τα πόδια κοκκίνιζαν από το ξεροβόρι και τη βροχή και η μοναξιά ήταν έντονη, ιδιαίτερα όταν έβλεπα κάποιους, λίγους είναι η αλήθεια, γονείς να περιμένουν τα παιδιά τους με την ομπρέλα έξω από το σχολείο. Κάποιες φορές ήμουν πιο τυχερός, καθώς συναντούσα τον γείτονά μου τον «Γάλλο», τον καροτσέρη, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του. Ήταν ένας ξερακιανός βλάστημος τύπος, από τον οποίο έμαθα όλες τις απαγορευμένες λέξεις. Πήδαγα πάνω στο κάρο του και σκεπαζόμουν με έναν χιλιοτρυπημένο μουσαμά που τον χρησιμοποιούσε για να καλύπτει όσα εμπορεύματα δεν έπρεπε να βραχούν. Έτσι, προστατευμένος από τη βροχή και τον αέρα, είχα την πολυτέλεια να παρατηρώ τον κόσμο μέσα από τις τρύπες του μουσαμά.


Τελείωσα το δημοτικό και θα πήγαινα στην πρώτη γυμνασίου. Σεπτέμβρης ήταν όταν ο πατέρας μου με πήγε στον ράφτη να μου πάρει μέτρα για παντελόνια. Δυο φανελένια μακριά παντελόνια του παράγγειλε.
«Πόσο κάνουν;», ρώτησε τον ράφτη.
«Τόσο», του απάντησε.
«Ωραία. Θα σου δίνω αυτά τα χρήματα κάθε μήνα. Συμφωνείς;»
«Εντάξει», του απάντησε ο ράφτης.
Φεύγοντας έκανα έναν γρήγορο υπολογισμό. Για να ξεχρεώσει ο πατέρας μου τα παντελόνια μου θα έπρεπε να πληρώνει τον ράφτη τους επόμενους έξι μήνες.
Εκείνο τον χειμώνα μου μπήκε η ιδέα του παλτού. Σαν τελειώσω την πρώτη γυμνασίου, είπα μέσα μου, και θα είναι ευχαριστημένοι από μένα, θα ζητήσω να μου αγοράσουν ένα παλτό. Τελείωσε η σχολική χρονιά και ήρθε το καλοκαίρι. Μα ακόμα και μέσα στην ανεμελιά του καλοκαιριού, αυτή η ιδέα δεν με άφηνε. Είχε γαντζωθεί στον νου μου όπως το χταπόδι στα χέρια του ψαρά. Σαν έφτασε ο επόμενος Σεπτέμβρης, ο πατέρας μου με πήρε και ξαναπήγαμε στον ράφτη.
«Δυο φανελένια παντελόνια», του παράγγειλε.
Έγινε ξανά ο ίδιος διακανονισμός και φύγαμε με μένα να κάνω τους ίδιους συλλογισμούς. Τους επόμενους έξι μήνες έπρεπε να πληρώνει τα παντελόνια μου. Τι να του ζητήσω μετά απ’ αυτό; Για πόσους μήνες έπρεπε να πληρώνει ένα παλτό; Παραμέρισα την ιδέα του παλτού και μετέθεσα την επιθυμία μου για την επόμενη χρονιά, όταν θα περνούσα στην επόμενη τάξη και θα ήσαν όλοι διπλά ευχαριστημένοι από μένα. Μα το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και το επόμενο φθινόπωρο, και το μεθεπόμενο, ώσπου τελείωσε το σχολείο και μπήκα μοναχός και δίχως παλτό στην περιπέτεια της ζωής όπου, δόξα τω θεώ, αρκετά καλά τα κατάφερα.


Πέρασαν τα χρόνια και η τύχη το έφερε να βρεθώ με την οικογένειά μου στις Βρυξέλλες. Εκεί λύσαμε πολλά προβλήματα. Περισσότερα χρήματα, καινούριες εμπειρίες, τα παιδιά έμαθαν κι άλλες γλώσσες, έμαθαν την όπερα, τα θέατρα, τον Μολιέρο, τον Μπαχ, γνώρισαν μέρη που μέχρι τότε τα ήξεραν μόνο μέσα από τα βιβλία της ιστορίας και της γεωγραφίας, είδαν πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από την παλάμη τους και κουράζεσαι να τον περπατάς. Τα ντύσαμε με ωραία ρούχα, με όμορφα παπούτσια και όλα τα σχετικά. Αγοράσαμε κι εμείς όμορφα και ακριβά ρούχα και νιώσαμε υπέροχα μέσα σ’ αυτόν τον καταναλωτικό παράδεισο.
Κι εκεί, τον τελευταίο χειμώνα που περάσαμε στην πρωτεύουσα της Ευρώπης, κυνηγώντας τις εκπτώσεις μαζί με χιλιάδες καλοπληρωμένους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έπεσα πάνω σ’ ένα παλτό. Ήταν ένα πανέμορφο καμηλό παλτό Burberry, και ήταν σαν να το είχε φτιάξει ο σχεδιαστής στα δικά μου τα μέτρα. Το δοκίμασα με κρυφή χαρά. Πρώτη φορά φορούσα παλτό και ήμουν σαράντα οχτώ χρονών.


«Τι να το κάνω;», λέω στη γυναίκα μου, «σήμερα δεν υπάρχουν χειμώνες, δεν κρυώνει ο κόσμος πια, δεν θα το φορέσω ποτέ, τζάμπα θα πάνε τα λεφτά».
«Σου το κάνω δώρο», μου είπε με νόημα, καθώς γνώριζε την ιστορία αυτού του απωθημένου, και μου το αγόρασε.
Έτσι, σήμερα, χωρίς απωθημένα πλέον, φοράω τις ημέρες των Χριστουγέννων το παλτό μου και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι, και η γυναίκα μου διηγείται στα παιδιά, για χιλιοστή φορά, την ιστορία του παλτού, για να μαθαίνουν, λέει, πως σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν πράγματα αυτονόητα.

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

P4C ή Philosophy for Children


Τα χρόνια που η Αμερική συγκλονιζόταν από τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο φιλόσοφος και παιδαγωγός Matthew Lipman διαπίστωνε ότι οι συμπατριώτες του, ακόμα και οι πιο καλλιεργημένοι, είχαν δυσκολία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με το εάν υπάρχει σοφία ή ηθική στον πόλεμο. Μα και οι φοιτητές του, όχι μόνο δεν ήσαν σε θέση να επιχειρηματολογήσουν για οποιοδήποτε ζήτημα, αλλά ούτε για τον εαυτό τους δεν μπορούσαν να μιλήσουν με τρόπο οργανωμένο και συστηματικό.


Ο  Lipman τότε σκέφτηκε κάτι εντελώς ριζικό: την εισαγωγή της φιλοσοφίας στο προσχολικό κιόλας στάδιο και τη διδασκαλία της μέχρι το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής των ανθρώπων.
Η ιδέα του αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από δύο πλευρές. Από τους θεωρητικούς της εκπαίδευσης, όπως ο Jean Piaget, οι οποίοι υποστήριξαν ότι τα παιδιά έως τα δώδεκα χρόνια τους δεν έχουν αναπτύξει την απαιτούμενη για τη διδασκαλία της φιλοσοφίας μεταγνωστική σκέψη. Αλλά και από τους δασκάλους, οι οποίοι δυσφόρησαν για την εισαγωγή ενός ακόμη μαθήματος στο ήδη επιβαρυμένο σχολικό curriculum.


Όμως ο Lipman δεν το έβαλε κάτω. Εγκαταλείποντας το Πανεπιστήμιο Columbia για το Montclair State College, είχε βρει τη μέθοδο, αυτήν που σήμερα ονομάζουμε P4C, δηλαδή Philosophy for Children. Ίδρυσε, λοιπόν, το Institute for the Advancement of Philosophy for Children (IAPC)και δημοσίευσε το πρώτο του φιλοσοφικό μυθιστόρημα για παιδιά με τίτλο Harry Stottlemeiers Discovery.


Η πρόταση του Lipman γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κυρίως στις αγγλοσαξωνικές χώρες, αλλά και σε ορισμένες γαλλόφωνες, ενώ παρόμοιες θέσεις ανέπτυξαν ο σπουδαίος Gareth Matthews, ο Michel Tozzi, που κατατάσσεται στο γαλλικό «δημοκρατικο-φιλοσοφικό» ρεύμα, ο Oscar Brenifier, ο οποίος εισηγήθηκε τη σωκρατική μέθοδο διδασκαλίας κ.ά.

Πηγές για τις εικόνες:
http://tempopieno.altervista.org/p4c.htm

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Για τα γλυπτά του Παρθενώνα


Μετά από κάμποσο καιρό σχετικής αποχής, είμαι πάλι εδώ, ελπίζω με μεγαλύτερη συνέπεια, και πάντως με ακόμα περισσότερη καλή διάθεση.

Για σήμερα, ένα βίντεο που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο, με τον εξαιρετικό ηθοποιό Stephen Fry να αποτίει φόρο τιμής στην Ελλάδα και να επιχειρηματολογεί για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα: 


Πηγή:

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Νοέμβριος 2013)


Τέλος Νοεμβρίου και το διήγημα του μήνα από τον Βλάσση Τρεχλή. 


Πώς αυτοκτόνησε ο ασκητής Ησύχιος ο Αφρικανός


Ο χριστιανισμός χρησιμοποίησε δυο μορφές αυτοκτονίας,
περιβάλλοντάς τες με τα πιο υψηλά αξιώματα,
φορτώνοντάς τες με τις πιο υψηλές ελπίδες
και απαγορεύοντας με τον πιο φριχτό τρόπο όλες τις άλλες.
Μα είχε επιτρέψει το μαρτύριο και τον αργό εκμηδενισμό του ασκητή.
Νίτσε


Ο ασκητής Ησύχιος δεν κατάλαβε ποτέ πως ο θησαυρός που αναζητούσε βρισκόταν στην καρδιά ενός λαβυρίνθου που δεν είχε έξοδο.


Ξεχασμένος σε κάποιον αιώνα, είχε χάσει προ πολλού την ικανότητα να μετράει τον χρόνο. Αν δεν είχε τη βούληση να απαξιώνει την ύλη για χάρη μιας ιδέας, που είχε κι αυτή χαθεί μέσα στον απροσδιόριστο χρόνο, θα λέγαμε πως δεν διαφέρει από εκείνα τα ζώα της ερήμου, όπως οι σαύρες, οι σκαραβαίοι και τα σκαθάρια, που ζουν με τη μεγαλύτερη οικονομία τροφής και νερού, αφού η μοίρα το έφερε να ζουν στο πιο άνυδρο και στο πιο φτωχό μέρος της γης. Από αυτή τη συνήθεια, που μοιάζει με ακατανίκητη ιδέα, δεν μπορούν να απαλλαγούν γιατί δημιούργησαν μέσα στους αιώνες τα ιδιαίτερα ένστικτα επιβίωσης των ζώντων οργανισμών της ερήμου. Οι βιολόγοι λένε πως αυτούς τους οργανισμούς, αν τους μετακομίζαμε σε μια περιοχή με πιο πλούσια βλάστηση και ευκολότερη τροφή, δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν, γιατί το ζητούμενο με αυτά τα ζωντανά φαίνεται πως δεν είναι το να βρουν εύκολα την τροφή τους, που έτσι κι αλλιώς είναι ιδιαίτερα λιτή, αλλά το να προστατευτούν από τους εχθρούς τους που είναι περισσότεροι και απειλητικότεροι σε μέρη με πλουσιότερη βλάστηση.
Ο ασκητής πέτυχε στην έρημο όσα είχαν πετύχει και οι μόνιμοι κάτοικοί της. Είχε ξεχάσει πως υπάρχουν εχθροί, αφού είχε να δει άνθρωπο εδώ και πολλά χρόνια, και είχε προσαρμόσει τις διατροφικές του απαιτήσεις σ’ αυτά που θα μπορούσε να του προσφέρει η έρημος.
Μάζευε τις λίγες σταγόνες νερού που η νυχτερινή δροσιά έφερνε ως τις κοιλότητες των βράχων. Σ’ αυτές τις κοιλότητες συντηρούνταν κάποια ελάχιστα αγριόχορτα που αποτελούσαν την κύρια τροφή του. Πολλές φορές ανακάλυπτε πεθαμένα σκαθάρια που ήσαν αφυδατωμένα από τη ζέστη. Αυτά τα σκαθάρια τα τοποθετούσε σε ένα γούβωμα που είχε λαξέψει στον βράχο και είχε λειάνει με υπομονή και μεράκι. Εκεί τα χτυπούσε μέχρι να γίνουν σκόνη και μ’ αυτή τη σκόνη πασπάλιζε τα χόρτα που είχε πάντοτε για μεσημεριανό του.


Εκτός από τις ώρες που αφιέρωνε για να λατρεύει τον Θεό, όλος ο υπόλοιπος χρόνος του εξαντλούνταν στο κυνήγι της δυσεύρετης τροφής του. Μόνο τα βράδια ξάπλωνε ανάσκελα και συνομιλούσε με τα αστέρια που μέσα στον νου του σχημάτιζαν τη βιβλική εικόνα του Θεού, των αγγέλων, των αγίων και όσων κατοικούσαν σ’ αυτό το παραδείσιο μέρος του ουρανού. Είχε δώσει ονόματα στους πιο φωτεινούς πλανήτες και στη γεωμετρία των σχημάτων είχε προσθέσει καμπύλες, γιατί το μάτι του είχε μάθει πως τίποτα στη γη δεν είναι πραγματικά ευθύγραμμο.
Πολλές φορές το φεγγάρι το διαδεχόταν ο ήλιος και δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει πως ο ήλιος ήταν ο πραγματικός Θεός που στην παρουσία του όλα χάνονταν, μα αυτό δεν ήθελε να το παραδεχτεί αφού σ’ αυτά τα μέρη οι πολύ παλιοί κάτοικοι λάτρευαν τον ήλιο σαν Θεό. Για να μην έρθει σε σύγκρουση με έναν αντίπαλο Θεό, χανόταν στο βάθος της σπηλιάς του για να μην τον βλέπει, άλλοτε προσευχόμενος με κλειστά τα μάτια και άλλοτε ψάχνοντας στο ημίφως για ξεραμένα σκαθάρια.
Η ανθρώπινη εικόνα του δεν είχε σημασία για κανέναν, αφού δεν υπήρχε κάποιος καθρέφτης για να δει το είδωλό του, ούτε κάποιος άλλος άνθρωπος για να παραξενευτεί από αυτό που θα έβλεπε. Τα μόνα ζωντανά όντα που τον αντίκριζαν ήσαν οι σαύρες, οι σκαραβαίοι και κάπου κάπου ένα γεράκι από ψηλά, που έψαχνε τη φωλιά κάποιου φιδιού. Αλλά τι θα μπορούσαν να πουν τα ζωντανά για την εικόνα ενός ασκητή. Για τις σάρκες του που είχαν χαθεί, για τα μάτια του που είχαν βυθιστεί μέσα στις κόγχες τους, για τα μαλλιά και τα γένια του που έτρεχαν άτακτα πάνω του, για τα γυμνά πόδια του που είχαν σκληρύνει για να προφυλαχτούν από την καυτή άμμο και τις κοφτερές πέτρες.


Ο ασκητής έλεγε πως είχε ξεχάσει τον τόπο που μεγάλωσε. Το χωριό που ήταν πλάι στο ποτάμι. Το εύφορο χώμα που έδινε όλα τα καλά του Θεού. Τους καλούς και τους κακούς ανθρώπους. Τα συνομήλικα αγόρια που πλατσούριζαν μαζί στα νερά των καναλιών. Το αυθόρμητο γέλιο τους. Τα κορίτσια που θέριζαν τα σιτηρά τραγουδώντας. Τον πατέρα και τη μάνα του. Τα έξι αδέρφια του και τις τρεις αδερφές του. Ο ασκητής έκλεινε τα μάτια του όταν τον επισκέπτονταν τέτοιες εικόνες. Θεωρούσε εχθρό του τη μνήμη και για να την εκμηδενίσει προσευχόταν με τις ώρες.
Και είναι να αναρωτιέται κανείς ποια δύναμη έστειλε αυτόν τον άνθρωπο στην ερημιά για να σκοτώσει τα δώρα του Θεού. Ποια δύναμη τον έστειλε για να μειώσει και τελικά να σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό, να μηδενίσει την ύπαρξή του, να εξαφανίσει το ανθρώπινο γένος. Ποιος μπορεί να διακρίνει σημάδια αγάπης σ’ αυτές τις επιλογές; Μόνο βαθιά σημάδια αγνωσίας μπορεί να διακρίνει κανείς μαζί με μια σιχαμερή περιφρόνηση για καθετί που αναπνέει πάνω σ’ αυτή τη γη.