Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του Jean-Jacques Rousseau


Στον αντίποδα του συμβολαίου «υποταγής και κυριαρχίας» του Thomas Hobbes βρίσκεται το κοινωνικό συμβόλαιο «πολιτικής και κοινωνικής ένωσης» του Jean-Jacques Rousseau (1712-1778). Η αντίθεση μεταξύ Hobbes και Rousseau έχει θεωρητικό υπόβαθρο. Αν θεωρήσουμε ότι ουσιαστικά ο άνθρωπος είναι από τη φύση του εγωιστικό ον, τότε η δύναμη του κράτους πρέπει να τον εξαναγκάζει  να τηρεί τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου. Αντίθετα, αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι καλός και έχει έμφυτη κοινωνικότητα, όπως υποστηρίζει ο Rousseau, τότε μπορούμε να περιμένουμε ότι ο άνθρωπος, με τη θέλησή του και για χάρη του γενικού συμφέροντος, θα συμμορφωθεί με τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.


Για τον Rousseau η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου όπως την χρησιμοποιούν οι πολιτικοί στοχαστές της φιλελεύθερης ατομικιστικής παράδοσης αποτελεί το κομβικό στοιχείο της καταχθόνιας εξαπάτησης των αδυνάτων από τους ισχυρούς, με την οποία τους πείθουν να αποδεχθούν τη νομιμότητα διευθετήσεων που οδηγούν στη θεσμοθέτηση της ανισότητας στην πολιτική κοινωνία. Η εδραίωση της ανισότητας ως στοιχείου της έννομης τάξης συνιστά, κατά τον Rousseau, το πρώτο βήμα για την τυραννία και τον δεσποτισμό. Αυτό είναι το κοινωνικό συμβόλαιο των ατομικιστών, υπαινίσσεται ο Rousseau στην κατακλείδα του Λόγου για τις καταβολές της ανισότητας (1755).
Τη δική του λύση προτείνει το 1762 στο έργο του Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου, όπου επιχειρεί να διατυπώσει μια εναλλακτική αντίληψη του κοινωνικού συμβολαίου, προτείνοντας το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο έναντι του συμβολαίου του δόλου και της απάτης.


Το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο είναι, λοιπόν, μια ομόφωνη –υπονοούμενη, ανιστορική και διαρκής- σύμβαση την οποία συνάπτουν μεταξύ τους ίσα και ελεύθερα άτομα τα οποία, με πλήρη επίγνωση των πράξεών τους και απόλυτη ειλικρίνεια, δημιουργούν θεσμούς διακυβέρνησης και νομοθεσίας που ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους δημιουργώντας μια πολιτική κοινωνία δικαίου και ελευθερίας. Η σύμβαση αυτή, ενώ αποτελεί ισχυρή δέσμευση και υπέρτατο συμβόλαιο, εντούτοις στοχεύει στη διασφάλιση της ελευθερίας του κάθε πολίτη, καθώς ο πολίτης δεν δεσμεύεται απέναντι σε κάποιον άλλο, παρά απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να διασφαλιστεί το γενικό καλό. Η πρωτοτυπία του Rousseau είναι ότι, σύμφωνα με αυτόν, το κοινωνικό συμβόλαιο δεν αφαιρεί και δεν υποβαθμίζει τα προσωπικά δικαιώματα (όπως συνέβαινε με το κοινωνικό συμβόλαιο του Hobbes), αλλά τα ενισχύει και τους προσφέρει τη διάσταση που πρέπει να έχουν στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας.
Η σύναψη του γνήσιου κοινωνικού συμβολαίου συνιστά ένα εγχείρημα τόσο θεμελιώδους σπουδαιότητας ώστε συνεπάγεται μια ριζική μεταμόρφωση όσων συμμετέχουν σε αυτήν. Τα εγωιστικά και αρπακτικά άτομα του «κτητικού ατομικισμού» μεταμορφώνονται σε πολίτες μιας συμμετοχικής δημοκρατίας, μέσα στην οποία κίνητρο των πράξεών τους είναι η προσήλωση στο κοινό καλό και στο δημόσιο συμφέρον. Στη θέση της πλεονεξίας και της επιθετικότητας δημιουργείται το αίσθημα της δικαιοσύνης. Η φυσική ελευθερία αντικαθίσταται με την ηθική ελευθερία του πολίτη, καθώς υπακούει σε έναν νόμο στου οποίου τη θέσπιση  έχει συμμετάσχει ενεργά.
Πρόκειται για μια καθαρά αντιμακιαβελιακή απαίτηση: ο Rousseau ζητάει να συνδεθεί η ηθική με την πολιτική. Πιστεύει αφετηριακά ότι: «Όποιος έχει το σθένος να φαίνεται όπως είναι, αργά ή γρήγορα γίνεται αυτό που πρέπει να είναι».


Ανακύπτει όμως ένα καινούριο ζήτημα: με ποιον τρόπο το κράτος μπορεί να γίνει αντιληπτό ως συνένωση των μεμονωμένων ατόμων; Και πώς μια έννοια που προέρχεται από το ιδιωτικό δίκαιο, η έννοια του συμβολαίου, είναι δυνατόν να υιοθετηθεί για την κατανόηση της πολιτικής θεσμοθέτησης; Οι δυσκολίες αυτές συνοψίζονται από τον συγγραφέα στην εξής διατύπωση: «Να βρεθεί μια μορφή συνένωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με όλη τη δύναμη από κοινού το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους, ούτως ώστε ο καθένας, καθώς ενώνεται με όλους, να υπακούει ωστόσο μόνο στον εαυτό του και να παραμένει το ίδιο ελεύθερος όσο και πριν». Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα στο οποίο το κοινωνικό συμβόλαιο δίνει τη λύση με την επινόηση της έννοιας της γενικής βούλησης (volonté générale).

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του John Locke


Ο John Locke (1632-1704) διατυπώνει τις απόψεις του για το κοινωνικό συμβόλαιο στο έργο του Δύο Πραγματείες περί Κυβερνήσεως.


Ενώ στον Hobbes η φυσική κατάσταση περιγράφει το πώς θα συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι εάν δεν υπόκειντo σε μία πολιτική εξουσία, ο Locke ορίζει την προ-πολιτική ζωή ως μία σύνθεση της ύπαρξης του φυσικού νόμου και μιας διάθεσης κοινωνικότητας. Στο επόμενο επίπεδο, με τη σταδιακή πολυπλοκοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, μετά την εισαγωγή του χρήματος και την ανάπτυξη της οικονομίας, δημιουργούνται συγκρουσιακές προϋποθέσεις που δεν καταλήγουν όμως στην ακραία κατάσταση την οποία περιγράφει ο Hobbes με τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Μέσω της σύγκρουσης, τα άτομα αντιλαμβάνονται την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με κοινά παραδεκτούς νόμους και κανόνες, οι οποίοι να ρυθμίζουν συνολικά αλλά και λεπτομερώς τις ανθρώπινες σχέσεις, ώστε να μην καταφεύγουν στην αυτοδικία. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, των συγκρούσεων και ο φόβος που προκαλούν είναι το κίνητρο για τη σύναψη του συμβολαίου κατά τον Locke.


Δημιουργείται έτσι η πολιτική κοινωνία που αποφασίζει να λειτουργεί με βάση την αρχή της πλειοψηφίας και αναθέτει σε μία κυβέρνηση τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία θεμελιώνει ο φυσικός νόμος. Το κοινωνικό συμβόλαιο που συντάσσεται αναθέτει στην κυβέρνηση την ευθύνη να προστατεύει τα δικαιώματα της κοινότητας: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας.
Κεντρική ιδέα στη θεωρία του Locke, αλλά και βασική διαφορά από τις αντιλήψεις του Hobbes, είναι η έννοια της εμπιστοσύνης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Όταν οι κυβερνώντες προδώσουν την εμπιστοσύνη, αθετώντας τους όρους του συμβολαίου, η κοινωνία δεν αποσυντίθεται, όπως υποστηρίζει ο Hobbes, αλλά αντικαθιστά την κυβέρνηση ακόμα και μέσω επανάστασης, με σκοπό την ενεργοποίηση του φυσικού δικαίου απέναντι στον τύραννο.

Πηγή για τις εικόνες:
https://en.wikipedia.org/wiki/Two_Treatises_of_Government

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Μάρτιος 2013)


Το διήγημα του Μαρτίου, γραμμένο από τον Βλάσση Τρεχλή.



Η κηλίδα του έρωτα

Η πριγκίπισσα Ξένια πέρασε την πρώτη νύχτα του γάμου της στην αγκαλιά του νεαρού άρχοντα Βενέδικτου. Κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή του έρωτά τους αυτό που οι κατοπινοί ερευνητές ονόμασαν καλή χημεία μεταξύ των εραστών. Κανείς δεν μπορεί να πει, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τι είναι αυτό που κάνει δυο ανθρώπους να νιώθουν τόσο κοντά ώστε να μοιάζουν σαν αδέλφια ενώ δεν είναι αδέλφια, σαν γονιός με παιδί ενώ δεν είναι γονιός με παιδί, σαν να έχουν μια σάρκα ενώ έχουν δυο.


Την άλλη μέρα, λίγο πριν από το μεσημέρι, την ώρα που οι νεόνυμφοι περπατούσαν στον κήπο του αρχοντικού και αντάλλασσαν λέξεις που για τα αυτιά των πολλών είναι δίχως νόημα, μπήκαν, σύμφωνα με το έθιμο, στο νυφικό δωμάτιο οι μητέρες των νεόνυμφων, προκειμένου να ελέγξουν την αιμάτινη κηλίδα πάνω στο σεντόνι. Στο κέντρο του σεντονιού υπήρχε μια μικρή αιμάτινη κηλίδα, η οποία θύμιζε περισσότερο λεκέ από το λιώσιμο κάποιου πολύ μικρού κουνουπιού παρά λεκέ από τη θυσία της αγνότητας. Ήτανε στ’ αλήθεια τόσο μικρή, που έπρεπε να πλησιάσουν τη μύτη τους πάνω στο σεντόνι για να την δουν. Έμοιαζε περισσότερο με μιαν εφηβική σκέψη, σαν αυτές που κάνουν τα κορίτσια όταν βλέπουν τους πολεμιστές να γυρίζουν από τη μάχη γεμάτοι επιθυμίες ή σαν ένα ερωτηματικό που γεννιέται από τα τιτιβίσματα των πουλιών όταν φτιάχνουν τη φωλιά τους.
Η μητέρα της νύφης προσπάθησε να πείσει τη μητέρα του αγοριού πως η κηλίδα είναι αρκετά μεγάλη και πως το ίδιο μέγεθος είχε και η δική της όταν ήταν στην ίδια θέση.
Η μητέρα του αγοριού της έριξε μια γρήγορη ματιά και ανταπάντησε πως την έβρισκε ιδιαίτερα μικρή, υπονοώντας πως η ηθική της κοπέλας ήταν το ίδιο μικρή.
«Δεν μπορεί να είναι φυσιολογική μια τόσο μικρή κηλίδα», είπε.
Δειλά-δειλά πήρε τον λόγο η μητέρα του κοριτσιού.
«Πρέπει να σας πω πως το κορίτσι μας το πλάσαμε με την ιδέα του ενός και μοναδικού άντρα και αφέντη της. Στολίσαμε, από τότε που ήταν παιδούλα, τα μάτια της με όλες τις αρχές της τιμιότητας και της αγάπης και στο σπίτι μας δεν ακούστηκε άλλο όνομα άντρα εκτός από τα ονόματα των μελών της οικογένειάς μας. Οι δάσκαλοι, που ήρθαν στο σπίτι μας για να της μάθουν την τέχνη της υπομονής και της πίστης, ούτε την είδαν ούτε την άκουσαν. Και οι γυναίκες που της μίλησαν για τα μυστικά της γυναικείας φύσης και τη σχέση τους με τη σελήνη είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και ήσαν σε απόσταση μιας σκιάς κυπαρισσιού την ώρα της δύσης του ήλιου».
«Ωραία τα λες», απάντησε ψυχρά η μάνα του αγοριού. «Αλλά γνωρίζεις φαντάζομαι πως έρωτας δίχως κηλίδα δεν υπάρχει».
Μετά από αυτό αποχώρησαν και οι δυο τους. Η μια ήταν πικραμένη, γιατί αμφισβητούσαν την αγωγή που έδωσε στο παιδί της, ενώ η άλλη χολιασμένη, με την υποψία της ατιμίας να πλανιέται στον νου της.
Οι δυο ερωτευμένοι, αφού περιπλανήθηκαν για ώρες στους κήπους του αρχοντικού λέγοντας ο ένας στον άλλον λόγια από αυτά που ξεκλειδώνουν τους χυμούς του κορμιού, κάθισαν στο ξύλινο παγκάκι, πλάι στη μικρή λίμνη.


«Κάθισα απέναντί σου ολόκληρη τη νύχτα και έβλεπα το όμορφο κορμί σου», είπε το αγόρι. «Έβλεπα το στήθος σου, ελαφρύ σαν φύλλο του φθινοπώρου, να το πηγαινοφέρνει ο αέρας».
«Κι εγώ μπερδεύτηκα μέσα στα όνειρα», είπε το κορίτσι. «Πίστευα πως κοιμόμουνα. Αλλά όχι. Σε έβλεπα κι ας είχα τα μάτια μου κλειστά. Σε έβλεπα να στέκεσαι μπροστά σε ένα κλειστό τριαντάφυλλο, να περιμένεις με λαχτάρα την αυγή να ανοίξει από τις ακτίνες του ήλιου για να το μυρίσεις».
«Ήθελα να σ’ αγγίξω, μα κρατήθηκα. Τα άπληστα χέρια μου τα φυλάκισα. Μα πρέπει να σου εξομολογηθώ πως τα μάτια μου υπήρξαν περισσότερο αχόρταγα».
«Ένιωσα το χάδι τους. Θυμήσου πόσες φορές μέσα στη νύχτα ανατρίχιασα μπροστά τους».
«Σε θέλω πολύ», είπε το αγόρι.
«Πάρε με τότε, αλλά σε παρακαλώ πάρε με σαν τον άνεμο, χωρίς ν’ αφήσεις ίχνη».
Παρθήκανε το σούρουπο μέσα στη μικρή λίμνη. Μόνο το σκοτάδι είδε την τεράστια αιμάτινη κηλίδα να χάνεται στα άπειρα μόρια του νερού. Ήσαν και οι δυο τους φιλόδοξοι. Πίστευαν πως υπάρχει έρωτας ακηλίδωτος.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του Thomas Hobbes


Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, το ερώτημα για το πώς νομιμοποιείται η επιβολή των εξαναγκαστικών θεσμών δεν φαίνεται να απασχολούσε ιδιαίτερα τους φιλοσόφους. Κι αυτό γιατί, από τα τέλη της κλασικής αρχαιότητας μέχρι την Αναγέννηση, η διακυβέρνηση ενός κράτους ή μιας πολιτείας είχε κληρονομικό χαρακτήρα, ο οποίος ενομιμοποιείτο από τη θεία καταγωγή του ηγεμόνα. Είναι η αντίληψη για την ελέω Θεού εξουσία (θεοκρατικό μοντέλο).
Η σκέψη αυτή αλλάζει κυρίως με τον Άγγλο φιλόσοφο Thomas Hobbes (1588-1679), ο οποίος διερωτάται για πρώτη φορά ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ο λαός αποδέχεται τους εξαναγκαστικούς θεσμούς και τους νόμους που επιβάλλονται από τον ανώτατο άρχοντα. Ή, αλλιώς, ποιο είναι το στοιχείο που νομιμοποιεί την υποταγή σε έναν εξουσιαστικό μηχανισμό.


O Hobbes αναπτύσσει τις ιδέες του για το κοινωνικό συμβόλαιο στο έργο του Λεβιάθαν (1651), που είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία πολιτικής φιλοσοφίας. Σε αυτό, θέτει σε λειτουργία τον μηχανισμό της φυσικής κατάστασης, του φυσικού νόμου και του συμβολαίου με σκοπό να ενισχύσει την κρατική εξουσία.


Επειδή η ανθρώπινη φύση, ισχυρίζεται ο Hobbes, κυριαρχείται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και επειδή ο άνθρωπος, σε μια ελεύθερη και πρωτόγονη κατάσταση, κυριευμένος από τα πάθη του, θα συμπεριφερόταν στους άλλους ανθρώπους σαν λύκος (homo homini lupus), προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή (να αποφύγει τον θάνατο) και να διαφυλάξει τα συμφέροντά του, αναγκάζεται να εκχωρήσει ένα μέρος της ελευθερίας του σε κάποια αυθεντία, στον κυρίαρχο, και να υποταχθεί σε αυτόν, υπό την προϋπόθεση ότι και ο διπλανός του θα κάνει το ίδιο. 
Ο άνθρωπος, δηλαδή, προκειμένου να μην αφανιστεί μέσα από μία κατάσταση πολέμου όλων εναντίον όλων (bellum omnium contra omnes), συνάπτει ένα συμβόλαιο με ένα ή με περισσότερα πρόσωπα, δια του οποίου η μία πλευρά εκχωρεί ένα μέρος της ελευθερίας της για να καταφέρει να διαφυλάξει τη ζωή της, ενώ η άλλη πλευρά δεσμεύεται να τηρήσει όλους τους όρους που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί η επιβίωση  και το αγαθό της ειρήνης.


Το συμβόλαιο αυτό, που συνιστά στην ουσία μια πράξη υποταγής, νομιμοποιεί την πολιτική εξουσία, όχι πια επειδή είναι θεόσταλτη αλλά επειδή η φύση του ανθρώπου είναι τέτοια που τον κάνει, για χάρη της ειρήνης και της ασφάλειάς του, να θυσιάσει την ελευθερία του προκειμένου να επιβιώσει.
Όμως το κοινωνικό συμβόλαιο του Hobbes είναι μόνον η αρχή.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Pin up girls από τον Billy De Vorss


Οι δεκαετίες του 1930, 1940 και 1950 είχαν τα δικά τους pin up girls, καλλονές που φιγουράριζαν σε διαφημιστικές αφίσες, κάρτες, ημερολόγια, ακόμα και σε τραπουλόχαρτα.  Κι αυτά τα κορίτσια, με το φωτεινό βλέμμα, το λαμπερό χαμόγελο, τα κυματιστά μαλλιά, τα κατακόκκινα χείλη, με την ανεμελιά στην έκφραση, είχαν τον καλλιτέχνη τους: τον Billy De Vorss.




Γεννημένος πιθανόν το 1908, έφτιαχνε παστέλ ή λάδια έχοντας συνήθως απέναντί του ένα ζωντανό μοντέλο, κάποια όμορφη νεαρή που άφησε το ίχνος της στην ιστορία χάρη στις ζωγραφιές του. Άλλοτε ντυμένες με αέρινα, προκλητικά φορέματα, άλλοτε με τα εσώρουχα κι άλλοτε σχεδόν γυμνά  με λίγες μόνο ιδιαίτερες λεπτομέρειες να τονίζουν τον ερωτισμό τους: μια κορδέλα, μια εσάρπα, ψηλοτάκουνες γόβες, ζαρτιέρες, ένα λουλούδι ... Ξαπλωμένες σε αιώρες, μπροστά στον δολερό καθρέφτη τους, κάνοντας σκι, χορεύοντας ή πετώντας στα σύννεφα, όποια στάση κι αν έχουν, σε όποιο περιβάλλον κι αν βρίσκονται, αυτές οι ξανθές, μελαχρινές ή κοκκινομάλλες κούκλες κοιτάζουν τον θεατή καταπρόσωπο, τρυφερές, ερωτικές, αφήνοντας να πλανώνται στον αέρα προκλήσεις και υπαινιγμοί.




Είπαν πολλοί πως μιμήθηκε τον Rolf Armstrong και ίσως πράγματι τον μιμήθηκε σε πολλά σημεία. Όμως ο De Vorss δεν ζωγραφίζει θεές, αλλά κορίτσια της διπλανής πόρτας, με το αίμα να κυλάει κάτω από τη ρόδινη σάρκα και το χαμογελαστό πρόσωπο να δίνει υποσχέσεις που μπορεί να βγουν και αληθινές.



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

O Miró και τα χρώματα της ποίησης


Ένα πολύ ωραίο βίντεο για τη ζωγραφική του Καταλανού υπερρεαλιστή Joan Miró (1893-1983). 
Είναι ο πίνακάς του El jardín (Ο κήπος), ζωγραφισμένος το 1925. Αλλόκοτα παιδικά σχήματα μορφοποιούν έναν  ποιητικό κήπο γεμάτο με φυτά και ζώα πάνω σε ένα μονοχρωματικό επίπεδο φόντο.


Και το καλλιτεχνικό του μανιφέστο:


Πηγή:

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Émile Zola: ζωγραφική στις παρισινές Halles


Ένα βιβλίο στο οποίο η επανάσταση αρωματίζεται με τη μυρωδιά από τα μπουντέν και τις τερίνες, τις ρέγγες και τις σαρδέλες και οι αδύνατοι είναι πάντοτε καταδιωγμένοι από τις αδηφάγες κοιλιές των χορτάτων. Émile Zola, Le ventre de Paris (Το στομάχι του Παρισιού), γραμμένο το 1873 και δημοσιευμένο το 1888. 


Και στο απόσπασμα που παραθέτω ένα θαυμάσιο παράδειγμα για τη συνάφεια ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική.


«Θέλετε να σας πω ποιο ήταν το ωραιότερο έργο μου από τότε που δουλεύω, αυτό που η ανάμνησή του με ευχαριστεί περισσότερο; Είναι μια ολόκληρη ιστορία ... Την περασμένη χρονιά, παραμονή Χριστουγέννων, καθώς βρισκόμουν στη θεία μου τη Λίζα, ο βοηθός του αλλαντοπωλείου, ο Ογκίστ, αυτός ο ηλίθιος, ξέρετε, έφτιαχνε τη βιτρίνα. Α, το δυστυχισμένο! Με έφτασε στα όρια με τον άχρωμο τρόπο που συνέθετε το σύνολο. Τον παρακάλεσα να τα παρατήσει, λέγοντάς του λίγο πολύ στα ίσια ότι θα του το ζωγράφιζα εγώ. 

Giuseppe Canella, Les Halles et la rue de la Tonnelerie
     χ.χ. Λάδι σε χαρτί, Παρίσι, Musée Carnavalet

Καταλαβαίνετε, είχα όλους τους χτυπητούς τόνους, το κόκκινο από τις γαρνιρισμένες γλώσσες, το κίτρινο από τα ζαμπονό, το γαλάζιο από τα χαρτιά, το ροζ από τα τεμαχισμένα κομμάτια, το πράσινο από τα ρείκια και κυρίως το μαύρο των μπουντέν, ένα μαύρο υπέροχο που δεν κατάφερα ποτέ να βρω στην παλέτα μου. Φυσικά η μπόλια, τα σαλάμια, οι αντούιγ, τα πανέ χοιρινά ποδαράκια μού έδιναν κάποια πολύ φινετσάτα γκρίζα. Έφτιαξα, λοιπόν, ένα πραγματικό έργο τέχνης. Πήρα τις πιατέλες, τα πιάτα, τις τερίνες, τα βαζάκια. Συμπεριέλαβα όλους τους τόνους, έστησα μια εντυπωσιακή νεκρή φύση, με εκρήξεις χρωματικών πυροτεχνημάτων κρατημένων σε συνετές γκάμες. Οι κόκκινες γλώσσες άπλωναν με φλογισμένη λαιμαργία και τα μαύρα μπουντέν, μέσα στο καθάριο κελάηδημα των λουκάνικων, έδιναν τη σκοτεινιά μιας εκπληκτικής χώνεψης. 
Είχα ζωγραφίσει, έτσι δεν είναι: η λαιμαργία του ρεβεγιόν, η μεσονύκτια ώρα παραδομένη στο φαγοπότι, η αδηφαγία των στομαχιών που έχουν πια αδειάσει από τους ύμνους των Χριστουγέννων. 

          Victor-Gabriel Gilbert, Le carreau des Halles
      1880. Λάδι σε καμβά. Παρίσι, Musée Malreaux

Ψηλά, μια μεγάλη γαλοπούλα άφηνε ακάλυπτο το στήθος της, μαρμαρωμένο κάτω απ’ το δέρμα, με λεκέδες μαύρους από την τρούφα. Ήταν βάρβαρο και θεσπέσιο, κάτι σαν μια κοιλιά που την αντικρίζεις μέσα σε φωτοστέφανο, αλλά με τη θηριωδία του απτού, με μια τέτοια έξαρση σαρκασμού, που το πλήθος μαζεύτηκε μπουλούκι μπροστά στη βιτρίνα, ανήσυχο για ‘κείνο το εκτεθειμένο στα βλέμματα εμπόρευμα που φλεγόταν με τόση βία ... 
Όταν η θεία μου η Λίζα ήρθε από την κουζίνα, φοβήθηκε, επειδή φαντάστηκε ότι είχα βάλει φωτιά στα λίπη του μαγαζιού. 


Η γαλοπούλα, κυρίως, της φάνηκε τόσο ξεδιάντροπη, που με πέταξε έξω απ’ την πόρτα, ενώ ο Ογκίστ ξανάβαζε τα πράγματα στη θέση τους, εκθέτοντας την ανοησία του. Ποτέ αυτοί οι άξεστοι δε θα καταλάβουν τη γλώσσα μιας κόκκινης κηλίδας πλάι σε μια γκρίζα πινελιά ... Δεν πειράζει, είναι το αριστούργημά μου, Ποτέ δεν έφτιαξα τίποτα καλύτερο».

               Fortuné Louis Meaulle, La soupe aux Halles le matin
1897. Illustration από το Le Petit Journal. Παρίσι, Musée Carnavalet

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Φεβρουάριος 2013)


Δημοσιεύω σήμερα το δεύτερο διήγημα του Βλάσση Τρεχλή.


Μια ιστορία χωρίς τέλος την εποχή του εμίρη Αμρ-ιμπν-αλ-Ας


Για λόγους που δεν γνωρίζουμε, η καταστροφή της αλεξανδρινής βιβλιοθήκης καλύφθηκε από ιστορική πάχνη ή, για να το πω καλύτερα, από τη συνωμοσία διαφόρων προσώπων, τα οποία φαίνεται πως είχαν συμφέρον να κρύψουν κάθε στοιχείο που συνοδεύει μια τέτοια καταστροφή.


Η πρώτη πληροφορία αναφέρεται στην καταστροφή της βιβλιοθήκης από τον Ιούλιο Καίσαρα και προέρχεται από τον Τίτο Λίβιο, ο οποίος παρέδωσε την πληροφορία στον Σενέκα και ο οποίος, με τη σειρά του, την παρέδωσε στον Δίωνα. Όσοι χρησιμοποίησαν αυτή τη μπερδεμένη ιστορία για να συκοφαντήσουν τον Ρωμαίο αυτοκράτορα είχαν συμφέρον να το κάνουν όπως θα δούμε παρακάτω. Ο Καίσαρας δεν είχε κανέναν λόγο να προχωρήσει στην καταστροφή των βιβλίων, καθώς δεν απειλούνταν η εξουσία του από την ύπαρξή τους. Θα λέγαμε μάλιστα πως συνέβη το αντίθετο ακριβώς, αφού ήταν ο εμπνευστής της Διπλοβιβλιοθήκης, εφόσον καταλάβαινε πως η λατινική γλώσσα αντλούσε αίγλη από την ελληνική. Ο αυτοκράτορας θέλησε να φτιάξει μια μεγάλη δημόσια βιβλιοθήκη στη Ρώμη και, για να την εμπλουτίσει, παρήγγειλε έναν μεγάλο αριθμό αντιγράφων στα βιβλιοπωλεία-αντιγραφεία της Αλεξάνδρειας. Μετά από αυτόν και για τετρακόσια χρόνια ακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός Ρωμαίων, οι οποίοι δημιούργησαν και συντήρησαν μικρές ή μεγάλες βιβλιοθήκες.
Η δεύτερη πληροφορία μάς λέει πως όσοι κατηγόρησαν τον χαλίφη Ομάρ ότι το 642 μ.Χ. έκαψε τη βιβλιοθήκη θα έπρεπε να σκεφτούν πως από την πρώτη συκοφαντία μέχρι τη δεύτερη ιστορία είχαν περάσει περίπου 700 χρόνια. Και, καθώς η ιστορία είχε αρχίσει να γράφεται με περισσότερες λεπτομέρειες από πάρα πολλούς μελετητές, ένα τέτοιο γεγονός, όπως η καταστροφή της μεγαλύτερης βιβλιοθήκης του κόσμου, δεν θα περνούσε απαρατήρητο.
Ένας σύγχρονος αστυνομικός θα έκανε την απλή και στερεότυπη σκέψη: ποιος είχε συμφέρον να διαδώσει τέτοιες φήμες που βρίσκονται τόσο μακριά από την ιστορική αλήθεια;


Ο εμίρης Αμρ-ιμπν-αλ-Ας, ο οποίος κατέλαβε την Αλεξάνδρεια τον 7ο αιώνα για λογαριασμό του χαλίφη Ομάρ, ήταν ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος. Αναζήτησε τα γεγονότα για την καταστροφή της βιβλιοθήκης στις συνομιλίες που είχε με έναν μεγάλο αριθμό καλλιεργημένων και ηλικιωμένων ανδρών, οι οποίοι ήσαν γνώστες των γραμμάτων της εποχής του, αλλά διαπίστωσε, πολύ σύντομα μάλιστα, πως κανείς τους δεν έλεγε την αλήθεια.
Ένας από τους πολλούς συνομιλητές του Αμρ ήταν και ο γέροντας Ιωάννης ο Φιλόπονος, ο οποίος, στην προσπάθειά του να μπερδέψει τον εμίρη, του μίλησε για μια σειρά από επιστολές που αναφέρονταν στη βιβλιοθήκη. Δεν του είπε όμως πως οι επιστολές κατέγραφαν μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Ένας Έλληνας πάλι, ο οποίος αλλαξοπίστησε και γι’ αυτό τον λόγο κανείς δεν τον πίστεψε, προκειμένου να κολακέψει τον εμίρη, του είπε πως η βιβλιοθήκη είχε καταστραφεί πολλά χρόνια πριν από τη γέννηση του Προφήτη χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω πληροφορίες.
Ένας ακόμα συζητητής του Αμρ, ο Εβραίος Φιλάρετος, προσπάθησε να αποκαταστήσει την αλήθεια σχετικά με όσα ανέφερε στην επιστολή του ένας παμπόνηρος Εβραίος που έφερε το ελληνικό όνομα Αριστέας, ο οποίος, συν τοις άλλοις και σύμφωνα με την αρχή της παρασιτικής λογικής, προσπάθησε να φορτώσει τη σπερματική μυθολογία των Εβραίων στο καράβι της ελληνικής γραμματολογίας και, εδώ που τα λέμε, τα κατάφερε. Ο Φιλάρετος, νηφάλιος μελετητής της ιστορίας, προσπάθησε από την πλευρά του να ανασκευάσει όσα είχε γράψει ο Τίτος Λίβιος για τον Καίσαρα, καθώς και όσα αναφέρει ο Αμμιανός Μαρκελλίνος για τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης από τον Αυρηλιανό. Μπερδεύτηκαν ακόμα στην ιστορία ο Σενέκας και ο Ορόσιος, καθώς και μια ατέλειωτη σειρά ονομάτων και θρύλων που, αν κάποιος είχε το κουράγιο να μετρήσει τον αριθμό τους και τις ιστορίες που έσερναν πίσω τους, θα έφτιαχνε το μεγαλύτερο βιβλίο του κόσμου.
Ο Αμρ, μέσα από τις συνομιλίες με τον Φιλάρετο, δεν άργησε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι γέροντες με τους οποίους μιλούσε είχαν αναγάγει σε επιστήμη τη διαστρέβλωση και τη συκοφαντία, γνωρίζοντας καλύτερα από αυτόν την αξία της γραφής και την παραχάραξη της μνήμης.
Χωρίς να ανακοινώσει τις προθέσεις του σε κανέναν, άρχισε με τη βοήθεια του γραμματικού του να γράφει κάθε βράδυ όσα μάθαινε την ημέρα, προσπαθώντας να τακτοποιήσει όλες αυτές τις ιστορίες, μήπως και βρει κάποια άκρη στο νήμα. Γιατί καταλάβαινε πως μετά την έλευση του χαλίφη Ομάρ οι γέροντες θα έφτιαχναν καινούριες ιστορίες και θα ενοχοποιούσαν τον τελευταίο ηγεμόνα της Αλεξάνδρειας, εκμεταλλευόμενοι όσα είχαν ακούσει για την τακτική του χαλίφη Ομάρ, πως δήθεν κατέστρεφε τα βιβλία χρησιμοποιώντας το αξίωμα:
«Αν τα περιεχόμενα των βιβλίων συμφωνούν με το βιβλίο του Αλλάχ, αυτά δεν μας χρειάζονται. Αν όσα γράφουν δεν συμφωνούν με το βιβλίο του Αλλάχ, δεν υπάρχει λόγος να τα κρατήσουμε».


Οι γέροντες, εκμεταλλευόμενοι ακόμα τη συνεχή διαδοχή των ηγεμόνων στο βασίλειο της Αιγύπτου, μπέρδευαν με δεξιοτεχνικό τρόπο τις διάφορες ιστορίες, προσπαθώντας να καλύψουν τους πραγματικούς ενόχους και να ενοχοποιήσουν, με αόριστο τρόπο είναι η αλήθεια, ακόμα και αυτούς που δεν είχαν συμβάλει στην καταστροφή.
Ο εμίρης Αμρ συνέχισε να γράφει κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά την έλευση του χαλίφη Ομάρ, ενώ δεν σταμάτησε ούτε λεπτό τις έρευνες. Ήταν κάτι που τον ενδιέφερε προσωπικά. Μετά από χρόνων έρευνα έβγαλε το συμπέρασμα πως η βιβλιοθήκη στον ναό του Σεράπιδος είχε καταστραφεί από τους φανατικούς χριστιανούς, ενώ ένα μεγάλο μέρος από τα βιβλία της μεγάλης αλεξανδρινής βιβλιοθήκης είχαν διασκορπιστεί από την εποχή του Αυρηλιανού έως τις ημέρες του, δηλαδή εδώ και τετρακόσια χρόνια, σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου.
Οι γέροντες γνώριζαν πολύ καλά πως η βαρβαρότητα των φανατικών χριστιανών, οι οποίοι με την παρακίνηση του πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου λεηλάτησαν τη βιβλιοθήκη και τον ναό του Σεράπιδος και κατέστρεψαν τα βιβλία των εθνικών, δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα στη γνώση, αφού ούτε την πίστη τους έσωσαν, ούτε απέτρεψαν την κατάκτηση της χώρας από τους επόμενους κατακτητές. Έτσι, η γραφίδα των νέων ηγεμόνων θα σημείωνε από εδώ και πέρα, το ίδιο εκδικητικά, τη δική τους άποψη για το πρόσωπο του Θεού. Έμαθαν μέσα στα χρόνια, και ιδιαίτερα επώδυνα είναι η αλήθεια, πως η γνώση είναι σταθερή σαν τον γιαλό και πως αυτά που πάνε κι έρχονται είναι τα κύματα.


Από την άλλη, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν δημόσια αυτό το γεγονός, επειδή πίστευαν πως είχαν χρέος να υποστηρίξουν την πίστη τους. Έφτιαξαν λοιπόν μέσα στα χρόνια μια σειρά από θρύλους, προσπαθώντας να κρύψουν στα άπειρα φανταστικά γεγονότα τα λίγα πραγματικά. θρύλοι που όμως φρόντιζαν να μην γίνονται εύκολα πιστευτοί, γιατί έπρεπε ο ένας να αναιρεί τον άλλον. Οι παμπόνηροι γέροντες είχαν καταλάβει πως για να σβήσεις την ιστορία ο καλύτερος τρόπος είναι να την θολώνεις. Και η αμφισβήτηση της κάθε φανταστικής ιστορίας θα φέρει και την αμφισβήτηση της πραγματικής ιστορίας. Τις περισσότερες φορές οι πραγματικές ιστορίες φαντάζουν ψεύτικες, ενώ είναι πιο συναρπαστικές από τις φανταστικές.
Το μυθικό αξίωμα που απέδωσαν στον Ομάρ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας αρρωστημένος εγωισμός των ανθρώπων της ερήμου, οι οποίοι, κατ’ απομίμηση των χριστιανών και των Εβραίων, θέλησαν να χωρέσουν τον Θεό στα στενά όρια ενός βιβλίου. Με τον τίτλο «το Βιβλίο των Βιβλίων» και οι τρεις θρησκείες παρέκαμψαν την άπειρη γνώση και έθεσαν τα δικά τους όρια σε έναν θνησιγενή κόσμο.
Ο Φιλάρετος βοήθησε όσο κανένας άλλος τον Αμρ στο ξεκαθάρισμα αυτής της ιστορίας, ο οποίος κατέληξε εν τέλει στο παρακάτω συμπέρασμα:
«Αν ο Θεός έφτιαξε το σύμπαν με όλα του τα στολίδια και αν έδωσε στον άνθρωπο τα μάτια να το βλέπει, τότε δεν μας χρειάζονται τα λεγόμενα ιερά βιβλία, αφού από όλα τα βιβλία το ιερότερο είναι το πρωτότυπο. Οι σχέσεις των ανθρώπων ορίζονται από την αρμονία του σύμπαντος και, αν αυτό μπορέσουν να το καταλάβουν οι άνθρωποι, έχει καλώς, αν όμως δεν τα καταφέρουν, θα ψάχνουν σαν τα ποντίκια μέσα στις λέξεις, προσπαθώντας να βρουν αυτό που δεν είναι ικανοί να δουν, ενώ τους έχει δοθεί τόσο απλόχερα».
Ο πατέρας του Εβραίου γιατρού Φιλάρετου ήταν κι αυτός γιατρός, όπως και ο δικός του πατέρας και ο δικός του παππούς. Στις μέρες του, ο κάθε γονιός περνούσε στο παιδί του, μαζί με την τέχνη του, και τις ιδέες του, τις σκέψεις του και ολόκληρη τη ζωή του. Ήταν η μεγαλύτερη κληρονομιά. Υπήρξαν γενιές που τίποτα δεν άλλαζε στις κοινωνίες των ανθρώπων και ήταν σαν να ζούσαν μέσα σε πολλούς αιώνες μια μόνο ζωή.
Ο παππούς του Φιλάρετου σταμάτησε να κάνει περιτομή στα αγόρια του, επειδή θεωρούσε πως από αδυναμία η φυλή του προσπαθεί να σημαδέψει τα μέλη της. Πίστευε πως τα ανθρώπινα σημάδια δεν πρέπει να είναι δεσμευτικά και πως η σκέψη τους δεν μπορεί να περιορίζεται από φυλετικές επιλογές, αλλά να είναι αφημένη στην τυχαιότητα. Η δωρεά της γνώσης γίνεται σε ανθρώπους με ανοιχτό νου και αγκαλιά.
«Ο Θεός», συνέχισε ο Φιλάρετος, «δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα βιβλίο. Πιστεύω πως θα έρθει κάποτε η στιγμή που ο άνθρωπος θα αναλάβει τις ευθύνες του».
Ο Αμρ προβληματίστηκε πολύ με αυτές τις σκέψεις του Φιλάρετου και σιώπησε. Από την άλλη, συλλογίστηκε όλα αυτά που γνώρισε στην Αλεξάνδρεια, την πιο φωτισμένη πόλη του κόσμου, με τα τέσσερις χιλιάδες μέγαρα και άλλες τόσες χιλιάδες λουτρά, με τις βιβλιοθήκες και τα τετρακόσια θέατρα, με τον φάρο, τα παλάτια και τα λιμάνια της. Ο φωτισμένος εμίρης Αμρ-ιμπν-αλ-Ας έκανε ό,τι μπορούσε για να μην χαθεί μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου η έννοια του Θεού. Η ευθύνη επειδή δεν τα κατάφερε δεν ήταν δική του. Δεν ήταν εξάλλου ο μοναδικός άνθρωπος που γεννήθηκε έξω από την εποχή του. Ο Αμρ έμαθε (κάποιοι μελετητές έγραψαν πως γνώριζε από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε) ότι η γνώση είναι σταθερή σαν τον γιαλό κι αυτά που πάνε κι έρχονται είναι τα κύματα.