Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Αθηνά Κακούρη, η ιστορία σαν μυθιστόρημα


Πριν από λίγες μόνο ημέρες εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το νέο βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη, με τίτλο 1821. Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε. Πότε και πώς δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα. Από τον τίτλο είναι φανερό πως πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο. Πράγμα που δεν προκαλεί έκπληξη σε όποιον έχει παρακολουθήσει τη συγγραφική δραστηριότητα της Κακούρη. Από τα ιστορικά της μυθιστορήματα (Της τύχης το μαχαίρι και Η σπορά του ανέμου, που γράφτηκαν ως αποτέλεσμα της προτροπής του Άλκη Αγγέλου να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, Με τα φτερά του Μαρίκα) και τα μυθιστορήματα που δεν είναι μεν ιστορικά αλλά το ιστορικό πλαίσιο είναι κυρίαρχο (Πριμαρόλια για την Πάτρα την εποχή της ακμής και της κρίσης της σταφίδας, Ο χαρταετός για τη χρηματιστηριακή τρέλα που προκάλεσε ο δήθεν μυθικός πλούτος του Λαυρίου, Θέκλη για τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις των πολέμων 1912 και 1913, Ξιφίρ Φαλέρ για τους κατασκόπους και τις δολοπλοκίες που εξυφαίνονταν στην Αθήνα το 1916, λίγο πριν η Ελλάδα εισέλθει στον α΄ παγκόσμιο πόλεμο) μόνον ένα βήμα είναι μέχρι την καθαρή ιστορία. Εξάλλου, το ενδιαφέρον της Κακούρη για την ιστορία είναι γνωστό και πολλαπλά εκδηλωμένο, σε συνεντεύξεις, άρθρα, συζητήσεις, παρεμβάσεις. Επιπλέον, το ενδιαφέρον της είναι στέρεο, εφόσον φαίνεται πως έχει μελετήσει με ευσυνειδησία και ανοιχτό μυαλό τις πηγές.


Τι είναι αυτό που την ώθησε να γράψει ένα ιστορικό βιβλίο μπορώ μόνο να το εικάσω από το ίδιο το βιβλίο: η ανάγκη να ξαναγυρίσουμε στο παρελθόν, να ξαναδούμε πράγματα που μας μοιάζουν γνωστά με άλλο μάτι, να γνωρίσουμε ποιοι είμαστε και να χτίσουμε το μέλλον μας πάνω σε αυτήν τη γνώση. Τι είναι αυτό που την ώθησε να γράψει ένα ιστορικό βιβλίο για το 1821 πάλι να το εικάσω μόνον μπορώ: τα γεγονότα αυτής της δύσκολης εποχής είναι εκείνα που έδωσαν υπόσταση στην πατρίδα μας και καθόρισαν τη μελλοντική της πορεία, επηρεάζοντας τις ζωές όλων μας μέχρι σήμερα και σημαδεύοντας την ιστορική μας μνήμη.
Η Κακούρη, σε αυτό το βιβλίο, δίνει το χέρι της στον αναγνώστη –κυρίως στον νεαρό αναγνώστη- και αρχίζει να τον ξεναγεί στα μονοπάτια της ιστορίας, βοηθώντας τον να θαυμάσει τις λαμπρές στιγμές, να γυρίσει την πλάτη στις κακοτοπιές, να αναρωτηθεί, να σκεφτεί, να αμφιβάλει, να οργιστεί, να προβληματιστεί, να ονειροπολήσει. Κι αυτό επειδή η ξενάγησή της δεν είναι ψυχρή και διεκπεραιωτική, αλλά είναι ζεστή, ζωντανή, ζωηρή. Διαβάζοντας το βιβλίο, ξεχνάς την ιδιότητα της συγγραφέως και φτάνεις να πιστέψεις πως είναι γραμμένο από κάποιον πεπειραμένο δάσκαλο, που μπορεί να ξυπνάει το ενδιαφέρον και να σε σπρώχνει να ρουφήξεις τη συνέχεια σαν να διάβαζες ένα καλό μυθιστόρημα.


Η Κακούρη φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί κανείς να εξηγήσει και να βοηθήσει τους αναγνώστες να οικειωθούν τα πιο σπουδαία πράγματα χωρίς εξεζητημένη ορολογία και χωρίς πομπώδη γλώσσα. Το αίσθημα που έχεις όταν τελειώνεις το βιβλίο αποδεικνύει περίτρανα πόσο δίκιο έχει. Και τότε, έρχεται στον νου απρόσκλητη η ανάμνηση της σχολικής ιστορίας που συχνά, αν δεν τη διδάσκει κάποιος χαρισματικός δάσκαλος, κάνει τους μαθητές να χασμουριούνται και, πάντως, να λησμονούν την επόμενη ό,τι διδάχτηκαν την προηγούμενη μέρα. Εδώ δεν υπάρχει καμιά υποχρέωση για απομνημόνευση, δεν χρειάζεται να κρατάει κάποιος σημειώσεις, ούτε υπάρχει η απειλή της εξέτασης. Μπορεί εκείνος που διαβάζει το βιβλίο να χαλαρώσει και να απολαύσει, κρατώντας όμως πάντοτε το μυαλό του σε εγρήγορση. Το βιβλίο είναι απολαυστικό, δεν είναι όμως καθόλου επιφανειακό.
Στο πρώτο επίπεδο στέκονται τα γεγονότα και οι πρωταγωνιστές τους. Γνωστά και παλαιά τα γεγονότα, εδώ μοιάζουν νέα και αρυτίδωτα, καθώς η Κακούρη τα ανασύρει από τον χρόνο και τα φωτίζει με νέο φως. Καταλαβαίνεις πώς ξεκίνησαν και πώς συνεχίστηκαν, ποια ήταν η αιτία και ποιο το αποτέλεσμα, καταλαβαίνεις γιατί συνέβη κάτι έτσι κι όχι αλλιώς, διαβλέπεις πίσω από τα γεγονότα τις προθέσεις και τα συμφέροντα αυτών που τα δημιούργησαν, τα γεγονότα χρωματίζονται από την ευγένεια, την παλικαριά, την ιδιοτέλεια, τη μικροψυχία των δημιουργών τους. Και οι πρωταγωνιστές αποκτούν σάρκα και αίμα. Η κορμοστασιά τους, η φωνή τους, το βάδισμά τους, αλλά και οι σκέψεις τους, διατυπωμένες ή μη, να επηρεάζουν την πορεία της επανάστασης με τρόπο καταλυτικό.


Και ο αναγνώστης, σε ένα δεύτερο επίπεδο, να ανακαλύπτει ομοιότητες και διαφορές, συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες γραμμές, με όσα συμβαίνουν σήμερα και με όσους σήμερα διαχειρίζονται την τύχη μας. Τι παραμένει ίδιο, κληρονομιά εκείνων των καιρών, τι άλλαξε, άλλοτε για καλό κι άλλοτε για κακό, από πού ξεκινήσαμε, πού έχουμε φτάσει, τι άλλο επιδιώκουμε να πετύχουμε.
Μια αφήγηση ιστορικά νηφάλια, αλλά μυθιστορηματικά πλούσια και μεστή. Η Κακούρη δεν είναι απλώς μια φωνή που αφηγείται, αλλά είναι η ίδια, μέσα στο βιβλίο, παρουσία ολοζώντανη, που χαίρεται για τα καλά και θλίβεται με τα κακά, που μιλάει, λέει αλήθειες, αποκαλύπτει ψευτιές, επαινεί ή κατακρίνει, δείχνει ποιοι ήσαν οι παππούδες μας, οι απλοί Έλληνες και οι ηγέτες, εκείνοι που κατάφεραν τις πιο ένδοξες πράξεις, και μας βάζει πάντοτε να μετράμε την απόσταση που μας χωρίζει από αυτούς. Μας δείχνει τις αρετές, αλλά και την ανοησία, και εμείς, καθώς διαβάζουμε, καταλαβαίνουμε πόσο μας χρειάζονται οι πρώτες και πόσο πρέπει να αποφεύγουμε τη δεύτερη και στους καιρούς που ζούμε. Γιατί η Κακούρη γράφει το βιβλίο της για το σήμερα και για τους συγκαιρινούς της. Για να τους πει πως αυτό το παρελθόν, θέλουν δεν θέλουν, το κουβαλάνε και γι’ αυτό καλό είναι να το γνωρίσουν, αν θέλουν στ’ αλήθεια να γνωρίσουν τον εαυτό τους.
Γράφει επίσης το βιβλίο για τους νεαρούς μαθητές, για να τους δείξει στην πράξη ότι η μελέτη της ιστορίας είναι δυνατόν να είναι και μια ευχάριστη αναζήτηση. Γράφει, τέλος, το βιβλίο για τους δασκάλους, για να τους υπενθυμίσει ότι η διδασκαλία της ιστορίας είναι δυνατόν να είναι για τους μαθητές –αλλά και για τους ίδιους- μια γοητευτική περιπέτεια. Και αν πειστούμε γι’ αυτό, τότε μπορεί να σκεφτούμε πως η διδασκαλία κάθε μαθήματος είναι δυνατόν να είναι, και για μας και για τους μαθητές μας, μια γοητευτική περιπέτεια. 

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

"Αυτό δεν είναι τέχνη"


O Γάλλος Marcel Duchamp (1887-1968) είναι ο καλλιτέχνης που κατήργησε τα σύνορα ανάμεσα στα έργα τέχνης και τα καθημερινά αντικείμενα και καθιέρωσε στην τέχνη αυτό που ονομάζουμε αντι-αισθητική. Το πιο γνωστό του έργο είναι το καλλιτεχνικά σκανδαλώδες Nu descendant un escalier no 2 (Γυμνό που κατεβαίνει τη σκάλα Νο 2), έργο του 1912, ένας συνδυασμός κυβιστικής και φουτουριστικής τεχνικής, στο οποίο από την πρώτη εκμεταλλεύεται την αναλυτική γεωμετρία και από τη δεύτερη την αίσθηση της κίνησης στον χρόνο. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο τέχνης της Φιλαδέλφειας.


Σε ηλικία 25 μόλις ετών ο Duchamp απέρριψε εντελώς τους συμβατικούς αισθητικούς κανόνες, αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «τέχνη του αμφιβληστροειδούς», έπαψε να ζωγραφίζει και επινόησε τα περίφημα ready-mades, δημιουργώντας μια πραγματική καλλιτεχνική επανάσταση. Τα ready-mades ήσαν καθημερινά αντικείμενα που αναδείχθηκαν από τον Duchamp σε objets dart, όχι επειδή ανακάλυψε σε αυτά κάποιες αισθητικές ιδιότητες, αλλά επειδή ήθελε έτσι να αποδοκιμάσει την αισθητική και, εν τέλει, να απογυμνώσει τα έργα τέχνης από τις αισθητικές τους ιδιότητες, προκαλώντας παράλληλα αισθητική και αισθητηριακή αδιαφορία από την πλευρά του θεατή. Η θεληματική επιλογή του από την πλευρά του καλλιτέχνη αλλοιώνει τον αρχικό προορισμό του αντικειμένου και του ορίζει έναν απροσδόκητο εκφραστικό ρόλο.
Το πρώτο του τέτοιο έργο είχε τον τίτλο Bicycle Wheel (Τροχός ποδηλάτου) και επρόκειτο για αυτό ακριβώς: για τον τροχό ενός ποδηλάτου. Ένα άλλο διάσημο έργο του Duchamp, το έργο Fountain (Πηγή), ένα πορσελάνινο ουροδοχείο, δρα εικονοκλαστικά προς δύο κατευθύνσεις: ούτε έχει καμιά ομοιότητα με τα αντικείμενα που έως τότε συνήθως βρίσκονταν σε μουσεία, ενώ υποδεικνύει ότι στο εξής μπορούμε να συναντήσουμε την τέχνη και στις τουαλέτες ή στα καταστήματα ειδών υγιεινής. «Αυτό δεν είναι τέχνη», αποφάνθηκαν τα μέλη της διοικητικής επιτροπής της American Society of Independent Artists για το έργο που είχε υποβληθεί από κάποιον Richard Mutt (επρόκειτο για τον ίδιο τον Duchamp) προκειμένου να εκτεθεί στην έκθεση που προετοιμαζόταν το 1917 στη Νέα Υόρκη, καθώς ο καλλιτέχνης από το 1915 είχε μεταναστεύσει στην Αμερική λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι το έργο έπρεπε να γίνει δεκτό, εφόσον μοναδική προϋπόθεση συμμετοχής στην έκθεση είχε τεθεί η πληρωμή ενός συμβολικού αντιτίμου.


Ένα άλλο γνωστό του έργο είναι η χλευαστική για την προγενέστερη τέχνη Mona Lisa του. Πρόκειται για ένα objet trouvé, μια φτηνή αναπαραγωγή σε κaρτ-ποστάλ του γνωστού έργου του Leonardo da Vinci, πάνω στην οποία ο Duchamp πρόσθεσε μουστάκι και μούσι και τον σαρκαστικό τίτλο L.H.O.O.Q. Ο τίτλος ακούγεται σαν τη λαϊκή γαλλική έκφραση «Elle a chaud au cul» που σημαίνει «την τρώει ο κώλος της».


Μετά το 1923, ο Duchamp, έχοντας πια εγκαταλείψει πλήρως την ιδέα να ολοκληρώσει τον φιλόδοξο πίνακά του με τίτλο The Large Glass [Μεγάλο γυαλί], πάνω στον οποίο δούλευε από το 1913, στράφηκε στον κινηματογράφο, τη μηχανική και τη μεγάλη του αγάπη, το σκάκι. Αν και το ανολοκλήρωτο έργο του The Large Glass γνώρισε επιτυχία μετά το 1934, ο Duchamp ουδέποτε επέστρεψε στη ζωγραφική, αλλά συνέχισε με τις υπόλοιπες δραστηριότητές του.



Ο Duchamp επανανακαλύφθηκε γύρω στο 1960 και προκάλεσε μια ύστατη έκπληξη, όταν, μετά τον θάνατό του, έγινε γνωστό ότι τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του εργαζόταν πάνω σε ένα σημαντικό έργο με τίτλο Étant donnés: 1° la chute d'eau / 2° le gaz d'éclairage (Δεδομένα: 1. Ο καταρράκτης, 2. Το φωτιστικό αέριο), που σήμερα φιλοξενείται στο Μουσείο τέχνης της Φιλαδέλφειας και επιτρέπει μια σχετική αποκωδικοποίηση του μυστηρίου που περιέβαλλε αυτόν τον πρωτοπόρο καλλιτέχνη. 




Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

25η Μαρτίου 1821


Για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, έχω για σας ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη με τίτλο 1821. Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε. Πότε και πώς δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα, το οποίο μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη.


«Αυτά τα δύο χρόνια (σημ.: 1821-1822) φανέρωσαν περίλαμπρα πως κάτι πράγματι ένωνε μεταξύ τους αυτούς τους οπλαρχηγούς και τους προκρίτους, από τη Μακεδονία μέχρι την Κύπρο. Γεννημένοι σε διαφορετικά μέρη ο καθένας, με διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετική διαδρομή ζωής και ιδιοσυγκρασία, για δυο λαμπρά χρόνια έδρασαν φανερώνοντας πως οι Ρωμηοί είχαν συντηρήσει μέσα στους αιώνες τη συναίσθηση της ενότητος –δηλαδή του έθνους, που ολοένα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης. Λες και υπήρχε ήδη κράτος –που σχεδίαζε τις κινήσεις στεριανών και ναυτικών, και που υπαγόρευε και καθόριζε τις προτεραιότητες-, έπιασαν ο καθένας το πόστο του και θυσιάστηκαν πολεμώντας πρώτα για να ελευθερώσουν όλη την Πελοπόννησο και μετά, όταν αυτή είχε πια απαλλαγεί από τον Τούρκο, για να κρατήσουν ελεύθερη αυτήν την καρδιά της Επανάστασης, αποκόβοντας τους δρόμους απ’ όπου θα περνούσε ο εχθρικός στρατός, δηλαδή αφ’ ενός οι Τούρκοι και Τουρκαλβανοί διά ξηράς, μέσα από τη Μακεδονία και την Ήπειρο, και αφ’ ετέρου τα ασιατικά στρατεύματα διά θαλάσσης.



            Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται γενναία το Μεσολόγγι
                      Τοιχογραφία στο Μέγαρο της Βουλής

                                 Η μάχη στα Δερβενάκια

Πενήντα και πλέον χιλιάδες ο τουρκικός στρατός, τα πλούτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το μεγάλο της ναυτικό, το ελεύθερο να σφάζουν κατά δεκάδες χιλιάδες αμάχους για να τους εξανδραποδίζουν –αυτά από τη μια. Και από την άλλη, 500 παλληκάρια εδώ, 300 εκεί, αριθμοί μικρότατοι. και ως μέσα, μοναχά οι μικρές ή έστω κάπως μεγαλύτερες, αλλά πάντως πενιχρές εμπρός στα Ταμεία του Σουλτάνου, ατομικές περιουσίες των Ρωμηών και οι δωρεές Φιλελλήνων.
Είναι σπάνιες τέτοιες ώρες –σπανιότατες στην παγκόσμια Ιστορία- και σε θαμπώνουν με τη λάμψη τους.

                         Οδυσσέας Ανδρούτσος. 
         Σε έγχρωμη λιθογραφία του Adam Friedel


Τα χρόνια που ακολούθησαν έχουν λίγες ανάλογες δόξες και πλήθος πράξεις θλιβερές, ταπεινές, αξιοκατάκριτες, έχουν ανοησίες καταστροφικές  και εξοργιστικά πάθη. Αυτά όμως είναι πράγματα κοινά, τα βρίσκεις σε όλους τους αιώνες και όλους τους πολιτισμούς. Γι’ αυτό θα τα πω συνοπτικά, και τούτο όχι επειδή προκρίνω να τα κρύψω αλλά επειδή δεν το αξίζουν.
Πες πως μπαίνεις σ’ ένα πλούσιο Μουσείο. Πού θα σταθείς περισσότερο; Φυσικά στα δυο τρία απόλυτα αριστουργήματα που θα δεις εκεί μέσα. Και τι θα γυρέψεις να πάρεις καλά δεμένο στον νου σου φεύγοντας; Τα πολυάριθμα σημαντικά μεν αλλά δευτερότερα εκθέματα, αντικείμενα που παρόμοιά τους βρίσκεις και σε πλήθος άλλα Μουσεία; Όχι βέβαια. Αυτά μπορείς να τα δεις ως ένα σύνολο και να τα μισοξεχάσεις, ενώ τα άλλα, τα δυο τρία απόλυτα αριστουργήματα, αυτά θα θέλεις να σε συνοδεύουν σ’ όλη τη ζωή σου, πηγή θαυμασμού, απόλαυσης και παρηγοριάς.
Και γι’ αυτό γυρίζει και ξαναγυρίζει ο νους μας στο Δραγατσάνι, την Αλαμάνα, τη Γραβιά το Βαλτέτσι, τα Βασιλικά, την Ερεσσό, την Τρίπολη, τη Νάουσα, τη Χίο με τον Τσεσμέ, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι».



Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Όταν ο Zola συνάντησε τον Manet


Το 1866, όταν το Παρίσι συγκλονιζόταν από το διπλό σκάνδαλο Manet, υπήρξαν κάποιοι τολμηροί οι οποίοι ανέλαβαν την υπεράσπιση του ζωγράφου. Ανάμεσά τους ο στενός φίλος του ζωγράφου, ο ποιητής Charles Baudelaire. Όμως, το 1867 ο Baudelaire πεθαίνει και το πλήγμα για τον Manet είναι πολύ μεγάλο, αφού χάνει τον πιο θερμό υποστηρικτή του. Ωστόσο, η θέση δεν μένει κενή. Ένας εικοσιεξάχρονος συγγραφέας, ο Émile Zola, έχει γράψει, το 1866, ένα επαινετικότατo άρθρο για τον Manet στην εφημερίδα  Évenement. Γράφει σ' αυτό: «La place de Manet est marquée au Louvre, comme celle de Courbet, comme celle de tout artist dun tempérament fort et implacable» (=η θέση του Manet είναι στο Λούβρο, όπως του Courbet, όπως κάθε καλλιτέχνη με ιδιοσυγκρασία δυνατή και στιβαρή).
Τον Ιανουάριο του 1867, ο Zola δημοσιεύει στο Revue du XX Siècle ένα δοκίμιο για τη ζωγραφική του Manet με τίτλο «Une Nouvelle Manière en Peinture: Edouard Manet» και, αργότερα τον ίδιο χρόνο, επανεκδίδει το κείμενο με τίτλο: Édouard Manet: Étude Biographique et Critique.
Ο Manet, ευγνώμων στον συγγραφέα για τη στάση του, θα ζωγραφίσει, το 1868, το περίφημο πορτραίτο του Zola, το οποίο εκτέθηκε στο Salon de Paris της ίδιας χρονιάς και το οποία τώρα βρίσκεται στο Musée dOrsay. O Zola, στο γραφείο του με ένα ανοιχτό βιβλίο στο χέρι, έχει κρεμάσει στον τοίχο το πορτραίτο της Ολυμπίας, της οποίας μάλιστα το βλέμμα έχει αλλάξει κατεύθυνση και καρφώνεται πάνω στον συγγραφέα, δείχνοντας έτσι τον θαυμασμό του ζωγράφου για το πρόσωπό του. Πάνω στο γραφείο , πίσω από την πένα, υπάρχει ένα μπλε χειρόγραφο, πιθανόν το δοκίμιο του Zola για τον Manet.


Η φιλία των δύο ανδρών δεν θα κρατήσει πολύ, καθώς οι καλλιτεχνικοί τους δρόμοι απομακρύνονται: ο ρεαλισμός του Zola δεν συμφωνεί με τον ιμπρεσιονισμό του Manet. Οι δρόμοι τους, ωστόσο, συγκλίνουν και πάλι, καθώς η τύχη (ή η καλλιτεχνική τους αναζήτηση) τους παίζει ένα πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι.
Το 1877 ο Manet ζωγραφίζει το πορτραίτο μιας νεαρής κοπέλας, πόρνης της υψηλής τάξης το δίχως άλλο, όπως φανερώνει το όνομά της, δημοφιλές καλλιτεχνικό ψευδώνυμο για τις πόρνες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η Nana (Νανά), μέσα στο μπουντουάρ της, στέκεται μπροστά από έναν καθρέφτη διακοσμημένο με δυο σβησμένα κεριά και κοιτάζει κατάματα τον θεατή σαν τις προγενέστερές της, τη γυμνή γυναίκα από το Le déjeuner sur l’herbe (Πρόγευμα στη χλόη) και την Olympia (Ολυμπία). Φοράει ένα μικρό αμάνικο μπούστο, μεταξωτές κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Ο κομψός άνδρας που είναι καθισμένος στον σοφά διακρίνεται μόνο κατά το ήμισυ. Για άλλη μια φορά ο πίνακας απορρίφθηκε από την Ακαδημία ως επικίνδυνος για τα χρηστά ήθη, αλλά και επειδή ο ισχυρός προστάτης του μοντέλου, της Henriette Hauser, ενοχλήθηκε υπερβολικά. Σήμερα εκτίθεται στη Γερμανία, στο Kunsthalle Hamburg Art Museum.


Τρία χρόνια αργότερα, ο Zola γράφει τη Nana (Νανά), ένα από τα πιο διάσημα έργα του και κορυφαίο δείγμα του νατουραλισμού. Το γαλλικό κοινό έχει και πάλι λόγο να εξεγερθεί. Το βιβλίο δεν περιγράφει απλώς μια πόρνη των παρισινών σαλονιών, αλλά αποκαλύπτει την ανηθικότητα και τον ξεπεσμό της παραδοσιακής αριστοκρατίας, αλλά και μια ολόκληρης κοινωνίας, που παραδίδεται στην αρπακτικότητα του κέρδους, την ακολασία, τον αμοραλισμό. Έρωτας, ευαισθησία, πίστη, φιλία, αλληλεγγύη, δεν είναι προτερήματα, αλλά  στοιχεία που οδηγούν όποιον τα διαθέτει στη συντριβή. Ο Zola πετάει κατάμουτρα στους συγκαιρινούς του την αποτυχία της κοινωνίας τους και έτσι αιτιολογείται ο σάλος που προκλήθηκε από την έκδοση του βιβλίου, παρά την υποστήριξη που δέχτηκε από σπουδαίους άνδρες όπως ο Gustave Flaubert


Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Παγκόσμια ημέρα ποίησης


Για την παγκόσμια ημέρα της ποίησης, που συμπίπτει με την εαρινή ισημερία, ένα ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, την Ενδοχώρα (1945). Απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής.


Πηγή:

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Σκάνδαλο στο Παρίσι


Το 1863 οι καλλιτεχνικοί κύκλοι του Παρισιού σοκάρονται. Ο Édouard Manet, παραβαίνοντας όλους τους κανόνες της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, που υπαγόρευαν όχι μόνον τη θεματολογία αλλά και τις τεχνικές τις οποίες είχαν την υποχρέωση να ακολουθούν οι ζωγράφοι, υπέβαλε προς κρίσιν, για να εκτεθεί στο Salon de Paris, το έργο του Le déjeuner sur l’herbe (Πρόγευμα στη χλόη). Το έργο θεωρήθηκε σκανδαλώδες, αφού, μαζί με δύο άντρες ντυμένους σαν δανδήδες, στο πικ-νικ συμμετέχει και μια ολόγυμνη γυναίκα, η οποία μάλιστα τολμάει να κοιτάζει ξεδιάντροπα τους θεατές καταπρόσωπο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όσοι ξέρουν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της γυναίκας τη Victorine Meurent, το αγαπημένο μοντέλο του Manet, και στο μάλλον πληθωρικό κορμί τη Susanne Leenhoff, τη σύζυγο του ζωγράφου. Ωστόσο, το έργο εκτέθηκε τελικά στο Salon des Refusés, μια παράλληλη έκθεση με όλα τα απορριφθέντα από την Ακαδημία έργα, η οποία οργανώθηκε με προσωπική παρέμβαση του Ναπολέοντα Γ΄.


Πώς τόλμησε αυτός ο αναιδής να ζωγραφίσει μια γυμνή γυναίκα αποδίδοντας μια σκηνή της καθημερινότητας, ενώ μέχρι τότε το γυμνό είχε θέση μόνο σε έργα με συμβολικό χαρακτήρα;


Όμως, αυτός ο αναιδής επανέλαβε το ατόπημά του δυο χρόνια αργότερα, το 1865. Ο Manet εξέθεσε στο  Salon de Paris το έργο του Olympia (Ολυμπία). Και πάλι  μοντέλο για την προκλητική, ξαπλωμένη γυναίκα είναι η Victorine Meurent.  Ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο ξέσπασε: το έργο χαρακτηρίστηκε ανήθικο και χυδαίο.  Όχι μόνον εξαιτίας της γύμνιας της Ολυμπίας, η οποία για μια ακόμα φορά κοιτάζει με αυθάδεια κατάματα τους θεατές, αλλά κυρίως γιατί πρόκειται ολοφάνερα για μια πόρνη. Η ορχιδέα που στολίζει τα μαλλιά της, η μαύρη κορδέλα στον λαιμό, το βραχιόλι στο χέρι της, τα σκουλαρίκια της, το ανατολίτικο ριχτάρι πάνω στο κρεβάτι, η κατάμαυρη γάτα, όλα συνδέονται με την πορνεία. Ακόμα και το όνομα Ολυμπία, που φαίνεται πως δόθηκε στον πίνακα από τους κριτικούς, είναι το όνομα που χρησιμοποιούν ως καλλιτεχνικό πολλές πόρνες της εποχής.


Το Πρόγευμα στη Χλόη εκτίθεται σήμερα στο Musée dOrsay στο Παρίσι και μια μικρότερη, προγενέστερη εκδοχή του στην Courtauld Gallery στο Λονδίνο. Η Ολυμπία αποκτήθηκε από το γαλλικό έθνος το 1890 με πρωτοβουλία του Claude Monet και σήμερα βρίσκεται κι αυτή στο Musée dOrsay στο Παρίσι.


Πηγές για τις εικόνες:
http://www.manet.org/olympia.jsp