Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Περί του κακού (Μέρος Β΄)


Μετά τον καταστροφικό σεισμό της Λισαβόνας (δες προηγούμενη ανάρτηση), το κακό αρχίζει να εξετάζεται όχι πια υπό τη θεολογική, αλλά υπό την κοινωνική του διάσταση. Ο Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant προσπαθεί πρώτος να διαχωρίσει τα μεταφυσικά από τα λογικά επιχειρήματα περί του κακού.


Βασικός άξονας της σκέψης του Kant είναι το χάσμα ανάμεσα στο είναι και στο δέον. Τρομακτικά πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο, λέει ο φιλόσοφος, όμως αυτός καταστατικά πρέπει να λειτουργεί. Έτσι, η ύπαρξη του κακού σημαίνει ότι εμείς οι άνθρωποι δεν ακολουθούμε τον ηθικό νόμο εντός μας (the moral law within). Σημαίνει ότι ενεργούμε ενάντια στη λογική, ότι κάνουμε κατάχρησή της.
Από τον Kant και μετά αρχίζει να αναπτύσσεται μια σαφής αντίληψη του καλού και του κακού συνδεδεμένη με τη λογική. Άλλωστε, έτσι κι αλλιώς, η νεωτερικότητα σημαδεύεται από την ανάδυση της λογικής. Η ανθρώπινη συμπεριφορά αποτιμάται βάσει της πίστης μας στη λογική, ενώ και στις κοινωνικές επιστήμες κυριαρχεί η έννοια της έλλογης επιλογής, καθώς και η ιδέα του homo economicus, του ανθρώπου που λαμβάνει ατομικές αποφάσεις υπολογίζοντας τη μέγιστη ωφέλεια που προκύπτει από αυτές.
Το Auschwitz, κατά τον 20ό αιώνα, αποτελεί ορόσημο για τη μεταβολή αυτής της αντίληψης. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν εκεί εξαιτίας της συνεπούς εφαρμογής της λογικής και της επιστήμης. Το κακό όχι μόνο δεν είναι αντίθετο προς τη λογική, αλλά βρίσκεται πολύ πιο κοντά της απ’ ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε: αυτό υποστηρίζει η Γερμανοεβραία φιλόσοφος Hannah Arendt, χαρακτηρίζοντας το κακό κοινότοπο και εξηγώντας ότι δεν χρειάζεται να έχει κάποιος κακές προθέσεις για να το διαπράξει, όπως ισχυριζόταν ο Kant. Ούτε διαθέτει δαιμονική πλευρά, αλλά εξαπλώνεται και καταλαμβάνει τον χώρο σαν μύκητας.


Κατά τον 20ο αιώνα, οι διανοούμενοι αρχίζουν να αμφισβητούν τη δύναμη της λογικής στον τομέα της λήψης απόφασης σε ατομικό επίπεδο. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και οι δύο ολοκληρωτισμοί που εμφανίστηκαν αποτελούν τις αιτίες αυτής της αμφισβήτησης. Η μετανεωτερικότητα είναι ακόμα πιο ριζοσπαστική: η πρόοδος στην ανθρώπινη ιστορία αποσυνδέεται από τη λογική. Το κακό παύει να είναι το αντίθετο της λογικής και της προόδου. 
Αντιθέτωςη λογική και η πρόοδος το ενισχύουν.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Περί του κακού (Μέρος Α΄)


Το πρωί της 1ης Νοεμβρίου 1755 η Λισαβόνα, μία από τις πιο πλούσιες πόλεις της εποχής, συγκλονίστηκε από έναν σεισμό για τον οποίο οι μαρτυρίες λένε ότι διήρκεσε δέκα λεπτά. Ο ουρανός γέμισε σκόνη τη στιγμή που τα σπίτια κατέρρεαν. Μετά τον σεισμό, φωτιά εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την πόλη. Ένα σωρό άνθρωποι έτρεξαν προς το λιμάνι για να σωθούν. Όμως, ο σεισμός προκάλεσε τσουνάμι. Τα τεράστια κύματα που σηκώθηκαν κατέπνιξαν όσους είχαν ζητήσει καταφύγιο εκεί.


Αυτό το τρομακτικό γεγονός υπήρξε η αφορμή ώστε οι άνθρωποι να ξανασκεφτούν πώς ορίζεται και από πού προέρχεται το κακό. Μέχρι τότε κυριαρχούσε η μεσαιωνική αντίληψη ότι υπάρχουν στον κόσμο δύο είδη κακού: το φυσικό κακό (ένας σεισμός, ένα τσουνάμι κ.λπ.), που προέρχεται από τον Θεό ως τιμωρία για τις αμαρτίες μας, και το ηθικό κακό, που οφείλεται στις δικές μας αποφάσεις ως αποτέλεσμα της αποξένωσής μας από τον Θεό.
Αφετηρία αυτής της διάκρισης ήσαν οι ιδέες που διατύπωσε ο Ιερός Αυγουστίνος σχετικά με την κοσμική ιεράρχηση. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, καθετί αξιολογότερο και αγαθότερο βρίσκεται ψηλά, κοντά στον Θεό, ο οποίος θυμίζει το πλατωνικό αγαθό, ενώ καθετί που βρίσκεται χαμηλά είναι πολύ κοντά στο μηδέν, χωρίς ωστόσο να είναι ολοκληρωτικά μηδέν. Όσον αφορά στο καλό και στο κακό, το επιχείρημά του συνοπτικά είναι ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο ο οποίος είναι καλός, όπως δημιούργησε και τον άνθρωπο, ο οποίος ζούσε αρχικά στον παράδεισο αλλά, λόγω της ανυπακοής του, εξέπεσε. Το κακό δεν έχει, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, αυτόνομη ύπαρξη, αλλά αποτελεί συνέπεια της πτώσης του ανθρώπου, της ελεύθερης έφεσής του προς το κακό. Το προπατορικό αμάρτημα, εν συνεχεία, καταδίκασε όλους τους ανθρώπους να είναι επιρρεπείς στην αμαρτία.


Όμως, σε αυτό το πλαίσιο σκέψης και με δεδομένους τρεις βασικούς ισχυρισμούς: α) το κακό υπάρχει, β) ο Θεός είναι αγαθός και γ) ο Θεός είναι παντοδύναμος, εμφανίζεται ένα λογικό πρόβλημα το οποίο δεν μπορεί να επιλυθεί. Πρόκειται για το πρόβλημα της θεοδικίας, όπως τίθεται από έναν άλλο φιλόσοφο, τον Gottfried Wilhelm Leibniz. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα παρακάτω. Γιατί, εφόσον ο Θεός θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν κόσμο με λιγότερα εγκλήματα και δυστυχίες, να υπάρχει το έγκλημα; Γιατί ο Θεός να δημιουργήσει την αιώνια κόλαση ως τιμωρία για πεπερασμένο αριθμό αμαρτιών; Γιατί να υπάρχει ο πόνος; Ο Θεός είναι ανώτερος ή κατώτερος από τη λογική; Αν θεωρήσουμε τη λογική ανώτερη, τότε ο Θεός είναι αδύναμος. Αν θεωρήσουμε τον Θεό ανώτερο, τότε η σχέση ανάμεσα στην ενοχή και στην τιμωρία, ανάμεσα στο καλό και στο κακό, είναι τυχαία.
Σύμφωνα με τον Leibniz , οι πράξεις του Θεού γίνονται για το καλό μας. Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχει ένας δεσμός ανάμεσα στην αμαρτία και στον πόνο, ακριβώς επειδή ο Θεός δημιούργησε τον καλύτερο δυνατό κόσμο. Η αμαρτία, με την έννοια του ηθικού κακού, πρέπει κατά συνέπεια να συνδέεται με τον πόνο, με την έννοια του φυσικού κακού, παρότι δεν είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε την αιτιότητα.


Αυτές ακριβώς τις αντιλήψεις απέδειξε ανεπαρκείς ο σεισμός της Λισαβόνας. Γιατί συνέβη ο σεισμός; Γιατί συνέβη στη Λισαβόνα; Γιατί συνέβη την ημέρα της μεγάλης γιορτής των Αγίων Πάντων; Και γιατί τόσες εκκλησίες καταστράφηκαν, ενώ οι οίκοι ανοχής κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν έπαθαν ζημιές;
Μαζί με τα κτήρια της Λισαβόνας, κατέρρευσε έκτοτε και η αντίληψη ότι το φυσικό κακό είναι συνδεδεμένο με το ηθικό. Στο εξής, οι φιλόσοφοι ενδιαφέρθηκαν να μελετήσουν αποκλειστικά το ηθικό κακό, εκείνο που διαπράττεται και εξαρτάται από τον άνθρωπο.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Το οντολογικό επιχείρημα: Descartes και Kant


Μπορούμε να συλλάβουμε ένα τρίγωνο το άθροισμα των γωνιών του οποίου να μην είναι 180ο;  Η απάντηση είναι όχι, επειδή κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντίφαση. Ομοίως, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον από το οποίο να λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης. Αυτό υποστηρίζει ο Descartes στον 5ο Στοχασμό του, επαναφέροντας κατά τον 17ο αιώνα το επιχείρημα που ανέπτυξε έξι αιώνες νωρίτερα ο Anselm του Canterbury. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον φιλόσοφο, η ύπαρξη αποτελεί κατηγόρημα της τελειότητας και, κατά συνέπεια, εφόσον συλλαμβάνουμε με τον νου μας ένα απολύτως τέλειο ον, αυτό το απολύτως τέλειο ον πρέπει να υπάρχει.
Τότε γιατί να μην υπάρχει και το φανταστικό νησί του Gaunilo; Ο Descartes, για να υπερβεί το αδιέξοδο, διακρίνει τρία είδη ιδεών: α) τις έμφυτες ιδέες (αυτές που υπάρχουν μέσα μας, όπως η έννοια της ύπαρξης του αριθμού, της διάρκειας κ.λπ.), β) τις επίκτητες ιδέες (αυτές που προέρχονται από τον έξω κόσμο) και γ) τις ιδέες που είναι επινοημένες από εμάς τους ίδιους. Το νησί του Gaulino ανήκει στο τρίτο είδος, ενώ η ιδέα του Θεού είναι έμφυτη, διευκρινίζει ο Descartes, εξηγώντας ότι θα ήταν αδύνατο εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή όντα, να επινοήσουμε την ιδέα ενός τέλειου όντος, αν κάποιο εξίσου τέλειο ον –προφανώς, ο Θεός- δεν την μας την είχε εμφυτεύσει. Άρα, καταλήγει ο φιλόσοφος, ο Θεός υπάρχει.


Απάντηση στον Descartes ανέλαβε να δώσει ο Kant στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, αναδιατυπώνοντας ουσιαστικά το επιχείρημα του Gaulino. Η επιχειρηματολογία του προϋποθέτει διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις. Στις πρώτες το κατηγόρημα εμπεριέχεται στην έννοια του υποκειμένου, σε αντίθεση με τις δεύτερες. Η ύπαρξη, ισχυρίζεται ο Kant, δεν αποτελεί κατηγόρημα, το οποίο, εάν αφαιρεθεί, θα αλλάξει το περιεχόμενο της έννοιας του τέλειου όντος (πρόκειται, δηλαδή, για αναλυτική κρίση). Σύμφωνα με τον Kant, το οντολογικό επιχείρημα ισχύει μόνον εάν η ύπαρξη είναι κατηγόρημα. Εάν δεν είναι, τότε το οντολογικό επιχείρημα χάνει την ισχύ του, καθώς μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον δίχως αυτό να υπάρχει.
Βάσει των παραπάνω, όταν οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι ο Θεός δεν υπάρχει, εννοούν ότι υπάρχει ένας Θεός από τον οποίο λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης, βεβαιώνοντας και αρνούμενοι ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη του Θεού. Πάντως, οπωσδήποτε, το να λέμε ότι κάτι υπάρχει ισοδυναμεί με το να λέμε ότι η έννοια αυτού του πράγματος αντανακλάται στον κόσμο. Έτσι, υποδεικνύει ο Kant, η ύπαρξη δεν αποτελεί ιδιότητα του πράγματος, αλλά ιδιότητα της έννοιας η οποία αντιστοιχεί σε κάτι εντός του κόσμου. Απλούστερα, το μέγεθος, το βάρος ή το χρώμα ενός αντικειμένου δεν αλλάζουν εάν προσθέσουμε ότι το αντικείμενο υπάρχει. Εάν πούμε ότι το αντικείμενο υπάρχει δεν λέμε τίποτα για το ίδιο το αντικείμενο, διαπιστώνουμε μόνον ότι ο κόσμος περιλαμβάνει κάτι που ταιριάζει με την έννοια του αντικειμένου.


Επομένως, σύμφωνα με τον Kant, ένας Θεός που υπάρχει και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι το ίδιο και το αυτό. Ένας Θεός που υπάρχει είναι παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι επίσης παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Αν κάτι τέτοιο είναι αληθινό, τότε ο ισχυρισμός του Anselm ότι ένας υπαρκτός Θεός είναι μεγαλύτερος από έναν μη-υπαρκτό είναι εσφαλμένος και, άρα, το οντολογικό του επιχείρημα καταρρίπτεται.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Το οντολογικό επιχείρημα: Anselm και Gaunilo


Ο Anselm έζησε κατά τον 11ο αιώνα. Βενεδικτίνος μοναχός στην αρχή, έγινε αρχιεπίσκοπος του Canterbury στη συνέχεια και θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους θεολόγους και φιλοσόφους του Μεσαίωνα. Ο Anselm διατύπωσε το λεγόμενο «οντολογικό επιχείρημα» για την ύπαρξη του Θεού.
Πρόκειται στην ουσία για ένα a priori επιχείρημα (η γνώση της ύπαρξης του Θεού προηγείται της εμπειρίας) που συνιστά έναν λογικό συλλογισμό βασισμένο στην εις άτοπον απαγωγή (μέθοδος κατά την οποία η αλήθεια μιας πρότασης αποδεικνύεται βάσει του γεγονότος ότι η αντίθετή της είναι ψευδής ή λανθασμένη).


Ο Anselm, στο έργο του Proslogion (Προσλόγιο, 1077 μ.Χ.), ισχυρίζεται:
1. Ο Θεός είναι εξ ορισμού το τελειότερο ον που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.
2. Αν από αυτό το τελειότερο ον αφαιρέσουμε την ιδιότητα της ύπαρξης, τότε παύει να είναι τέλειο.
Συνεπώς, η υπόθεση πως ο Θεός δεν υπάρχει δεν μπορεί παρά να είναι ψευδής.
Ή, σύμφωνα με άλλη διατύπωση:
1. Ο Θεός είναι το μεγαλύτερο ον που μπορεί να υπάρξει.
2. Αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε χρειάζεται να φανταστούμε ένα άλλο ον το οποίο υπάρχει και είναι, άρα, μεγαλύτερο από τον Θεό, πράγμα αδύνατο.
Άρα, ο Θεός υπάρχει.
Το επιχείρημα του Anselm, προσπαθώντας να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού δίχως αναφορά στον εξωτερικό κόσμο αλλά βασισμένο αποκλειστικά στον τυπικό ορισμό της έννοιας του Θεού, δεν είναι ισχυρό, πράγμα που πρώτος εντόπισε ένας άλλος σύγχρονός του Βενεδικτίνος μοναχός, ο Gaunilo του Marmoutier. Ο Gaunilo στο έργο του In Behalf of the Fool υποστήριξε ότι δεν μπορούμε αυθαίρετα να περάσουμε από την ιδέα στην πραγματικότητα (de posse ad esse non fit illatio) και αντιμετώπισε το επιχείρημα του Anselm επινοώντας ένα νησί πολύ μεγαλύτερο και τελειότερο από οτιδήποτε μπορούμε να φανταστούμε. Το νησί του ήταν γεμάτο από φρούτα, εξωτικά δένδρα και ζώα, ενώ ήταν έρημο από ανθρώπους πράγμα που το καθιστούσε ακόμη τελειότερο. Άπαξ και το φανταζόμαστε, τότε το νησί υφίσταται στο μυαλό μας, άρα, σύμφωνα με τον Anselm, θα πρέπει να υπάρχει και στην πραγματικότητα. Όμως, λέει ο Gaunilo, δεν γίνεται να εμφανίσουμε δια μαγείας ένα νησί στον κόσμο μόνο και μόνο επειδή φανταστήκαμε με τι μοιάζει. Εξάλλου, θα μπορούσαμε θαυμάσια να φανταστούμε ένα νησί με ακόμα μεγαλύτερο μήκος ακτών, πράγμα που θα οδηγούσε σε παραλογισμό.


Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι κάτι είναι πραγματικό δεν κάνει αυτόματα αυτό το κάτι πραγματικό. Και ένας συλλογισμός στηριγμένος σε παρόμοιο ισχυρισμό είναι λογική πλάνη (φαύλος κύκλος), καθώς χρησιμοποιεί ως αρχική υπόθεση το αποδεικτέο. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να αποδείξουμε ότι οι μονόκεροι υπάρχουν, δεν αρκεί να σκεφτούμε την έννοια «μονόκερος». Χρειάζεται να ανοιχτούμε στον κόσμο και να διενεργήσουμε μία εμπειρική έρευνα χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις μας. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε αν θέλουμε να αποδείξουμε ότι οι μονόκεροι δεν υπάρχουν. Φαίνεται, επομένως, ότι μόνον η εμπειρική μέθοδος μπορεί να θεμελιώσει θετικές και αρνητικές υπαρκτικές αξιώσεις. Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις: μπορούμε να αποδείξουμε ορισμένες αρνητικές υπαρκτικές αξιώσεις με απλή αναφορά στο περιεχόμενο της έννοιας. Για παράδειγμα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπάρχει στον κόσμο  τετράγωνος κύκλος χωρίς να ελέγξουμε κάθε πέτρα επί γης. Μπορούμε απλώς να σκεφτούμε ότι η έννοια «τετράγωνος κύκλος» είναι καταστατικά αντιφατική. Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η έννοια μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κάτι που να είναι ταυτόχρονα και τετράγωνο και κύκλος. Μήπως το οντολογικό επιχείρημα του Anselm θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αυτόν τον τρόπο; Μήπως το να υποστηρίξουμε ότι ο Θεός δεν υπάρχει θα ήταν σαν να λέμε ότι υπάρχουν τετράγωνοι κύκλοι;
Ο Anselm, πάντως, στην απάντησή του, δεν προσπαθεί καθόλου να αντιμετωπίσει την ουσία των ενστάσεων, απλώς υποστηρίζει ότι ο Gaunilo παρανόησε το επιχείρημά του το οποίο ούτως ή άλλως –επισημαίνει- ισχύει για τον Θεό και όχι για νησιά.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Χάντρες και καθρεφτάκια


Το 1992 η Αμερική γιόρταζε τα 500 χρόνια από τότε που ο Χριστόφορος Κολόμβος προσάραξε με το πλοίο του στη Β. Αμερική. Εκείνη τη χρονιά, μια ινδιάνα καλλιτέχνις, η Jaune Quick-to-See Smith, ως αντίδραση στους εορτασμούς δημιούργησε μια ολόκληρη σειρά πινάκων με το όνομα The Quincentenary Non-Celebration, μέρος της οποίας είναι ο μνημειώδης πολυμεσικός πίνακας Trade (Gifts for Trading Land with White People).



Χωρισμένος σε τρία μέρη, ο πίνακας θυμίζει έντονα μεσαιωνικό θρησκευτικό τρίπτυχο. Η επιφάνειά πίνακα αποτελείται από πολλαπλές στρώσεις εικόνων και αντικειμένων που παραπέμπουν στις διαστρωματώσεις της ιστορίας και αντικατοπτρίζουν τη σχέση των ντόπιων πληθυσμών με εκείνους που κατέφθασαν στη νέα ήπειρο. Η Smith κάλυψε τον καμβά με άρθρα από την εφημερίδα της φυλής της, την Char-Koosta, με φωτογραφίες από κόμικς, περιτυλίγματα από συσκευασίες ταμπάκου και τσιχλών, με χάρτνες ταμπέλες φρούτων, διαφημίσεις και άλλα αντικείμενα από αυτά που αποτελούν στερεοτυπικές αναφορές στους ιθαγενείς Αμερικανούς. Ανακάτεψε κείμενα με φωτογραφίες ελαφιών και βουβαλιών, καθώς και ιθαγενών ντυμένων με την παραδοσιακή τους ενδυμασία να κρατούν πίπες και να φορούν φτερά στο κεφάλι. Δημιούργησε λευκές, κίτρινες και πράσινες επιφάνειες, αλλά και κόκκινες που παραπέμπουν στο αίμα, στην οργή, στη θυσία. Στην τελευταία στρώση, η Smith ζωγράφισε ένα κανό, όμοιο περίπου σε μέγεθος με ένα αληθινό, σαν εκείνα που κατά τον 18ο και 19ο αιώνα χρησιμοποιούσαν ιθαγενείς και μη ιθαγενείς Αμερικανοί εξερευνητές και έμποροι για να ταξιδεύουν μέσα από τους υδάτινους δρόμους της Βόρειας Αμερικής. Στο πάνω μέρος του πίνακα, κρεμασμένα σε σκοινί μπουγάδας, η Smith τοποθέτησε παιχνίδια και σουβενίρ από την παράδοση των ιθαγενών: αναμνηστικά αθλητικών ομάδων, ένα παιδικό τόμαχοκ, μοκασίνια, μια φαρέτρα με ένα βέλος, μια πλαστική κούκλα κι ένα σωρό άλλα μπιχλιμπίδια. Η Smith μοιάζει να τα προσφέρει για να ξανακερδίσει τη χαμένη, την «κλεμμένη» γη των ιθαγενών φυλών, η οποία κάποτε πουλήθηκε στους λευκούς με αντάλλαγμα ακριβώς τέτοια φτηνά και δίχως αξία αντικείμενα. Επιπλέον, όλη αυτή η «μπουγάδα» είναι ένα σχόλιο για τη σύγχρονη ζωή των ιθαγενών, αφού θυμίζει ότι η κουλτούρα τους εμπορευματοποιήθηκε και ότι πραγματική αξία αυτών των αντικειμένων έχει οριστικά χαθεί.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Benito Sereno


Μια καλοστημένη θεατρική παράσταση με ενορχηστρωτή τον πανούργο σενεγαλέζο σκλάβο Babo είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει πάνω στο San Dominick, το ισπανικό πλοίο που έχει για καπετάνιο του τον Don Benito Sereno. Κι όμως … ο Amasa Delano, καπετάνιος του αμερικανικού πλοίου που πλευρίζει το περίπου ακυβέρνητο ισπανικό σκαρί και ετοιμάζεται να το βοηθήσει, ξεγελιέται από τα φαινόμενα αδυνατώντας να δει την πραγματικότητα. Ο Sereno  του φαίνεται αδύναμος και ασθενικός, ο Babo πιστός και αφοσιωμένος, το πλήρωμα ράθυμο και αδιάφορο, οι μαύροι σκλάβοι ταλαιπωρημένοι και αδικημένοι. Εγκατάλειψη, παραίτηση, ασθένεια και πείνα ταλαιπωρούν  το ισπανικό πλοίο και τους επιβάτες του. Ο Delano, αφελής, αισιόδοξος, αλαζόνας, ορμητικός όπως η νέα δύναμη που έρχεται να αντικαταστήσει την κουρασμένη ισπανική αυτοκρατορία στην κυριαρχία των θαλασσών, είναι στ’ αλήθεια τυφλωμένος από τη σκιά που ρίχνει στα πράγματα και στα γεγονότα ο διαβολικός Babo.


Seguid vuestro jefe (=ακολουθήστε τον αρχηγό σας) είναι γραμμένο στη θέση του ακρόπρωρου και μέχρι τα ίσαλα της πλώρης. Ωστόσο, πάνω στο ισπανικό πλοίο, όλα είναι αντεστραμμένα. Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός; Ποιος ο αφέντης και ποιος ο δούλος; Ακόμη κι όταν η απάτη αποκαλύπτεται, εκείνο που μένει να κυριαρχεί είναι η καρδιά του σκότους. Ο Babo πεθαίνει, η κουρασμένη ισπανική αυτοκρατορία προσπαθεί να δείξει ότι διατηρεί την εξουσία της, αλλά τα μάγια δεν λύνονται. Ο Don Sereno δεν μπορεί να αντέξει τόσο σκοτάδι όσο αυτό που έζησε αιχμάλωτος του «πιστού» του δούλου. Κοίταξε κατάματα το κακό κι ήρθε η ώρα αυτό να τον σκοτώσει. Σώζεται μόνον ο Delano, απλός παρατηρητής του κακού. Η τυφλότητά του τον σώζει, αν και δεν μπορεί παρά να έχει γίνει κάπως σοφότερος.   


Η εξέγερση σκλάβων που σημειώθηκε πάνω σε ισπανικό εμπορικό πλοίο το 1799 έδωσε στον Herman Melville την ιδέα να γράψει τη σπουδαία νουβέλα του Benito Sereno, λένε κάποιοι μελετητές. Όμως, εκτός από το γεγονός ότι το έργο είναι ενδεχόμενο να μιλάει για τη δουλεία (υπέρ ή κατά μένει να το αποφασίσουν οι κριτικοί), κυρίως αποκαλύπτει τα σκοτεινά και αχαρτογράφητα βάθη του ανθρώπινου μυαλού, πολύ πριν η ψυχανάλυση και οι μοντερνιστές λογοτέχνες του 20ού αιώνα καταπιαστούν με το θέμα.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι VI


Με περίμενε η Ιάνθη μαζί με όλα τα κορίτσια, τις μανάδες και τους γέροντες στις πύλες τις πόλης. Είχε προφτάσει ο αγγελιαφόρος τα χαρμόσυνα νέα. «Νικήσαμε στη μάχη τους εχθρούς», είπε κι έτρεξαν όλοι. Στα χέρια μας κρατούσαμε τα όπλα τους. Ένα στεφάνι από λουλούδια στόλιζε το κεφάλι της, μα δεν ήταν αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει. Όλοι έλεγαν πως ήταν ίδια η θεά Άρτεμις, έτσι όπως τη ζωγράφισε ο Θέμις, ο ζωγράφος, πάνω στο αγγείο που γεμάτο σπονδές αφιερώσαμε στο ιερό της. Ψηλή. Λυγερή. Περήφανη. Πανέμορφη. Στάθηκε στο πλάι μου εκείνη την ημέρα. Μαζί περπατήσαμε ως τον ναό του Ηφαίστου και όλοι την είδαν. Στον μήνα πάνω την έκανα γυναίκα μου. 
Μ’ ακολουθούσε κάθε πρωί στα χωράφια. Μπροστά οι δούλοι πίσω εμείς, στιγμή δεν ήθελε να αφήσει ο ένας τον άλλον από τα μάτια του. Κάτω από τη συκιά καθόμαστε με πλεγμένα χέρια και κοιταζόμαστε στα μάτια, όταν ο αγριόχοιρος πέρασε από τις παρυφές του δάσους στα σπαρτά. Πιο πολύ τρόμαξε απ’ ό,τι οι δούλοι που τον κύκλωσαν στη στιγμή. Κάποιος απ’ αυτούς του έριξε μια με το τσαπί καθώς περνούσε πλάι του, κι άλλος ένας τον κάρφωσε με το δικράνι. Το λαβωμένο ζώο στριφογύρισε και αποτρελαμένο έφυγε κατά τη μεριά όπου στέκονταν η Ιάνθη. Όσο και αν το περήφανο κορίτσι έμοιαζε της Αρτέμιδας, δεν είχε ούτε το σπαθί ούτε το τόξο της θεάς στα χέρια. Ο αγριόχοιρος έπεσε πάνω της. Την πέταξε κάτω το δυνατό ζώο και μέσα στην τρέλα του την αποτέλειωσε με ένα δεύτερο χτύπημα.


Στο νεκροκρέβατο την έβαλα εγώ ο ίδιος. Το πέπλο του Υμέναιου κάλυπτε το αρμονικό κορμί της μαζί και τις πληγές. Ο πόνος είχε χαθεί από το πρόσωπό της. Γαλήνια έδειχνε. Απόθεσα στο θεϊκό κεφάλι της ένα ασημένιο στεφάνι στολισμένο με πήλινα, ζωγραφισμένα διακοσμητικά άνθη, φτιαγμένο από τον Χάρι, τον αδελφό του Θέμι του ζωγράφου. «Μόνον τη γη δεν τρώει ο χρόνος», μου είπε για να με παρηγορήσει. Όταν η ομορφιά θα έχει γίνει σκόνη, όταν όλα θα έχουν σβήσει σ’ αυτή τη γη, όταν κανείς δεν θα μνημονεύει τα ονόματά μας, αυτό το στεφάνι μέσα στο λαγούμι του Άδη θα ζει ακόμη. Αυτό το λουλουδάτο στεφάνι θα είναι ο μοναδικός μάρτυρας πως το κεφάλι που στόλιζε ήταν η περήφανη ομορφιά της Ιάνθης.

Σημείωση: Πρόκειται για κεφαλή μικρού κοριτσιού που στολίζεται από μεταλλικό στεφάνι με ένθετα πήλινα ζωγραφισμένα διακοσμητικά άνθη. Φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 300-400 π.Χ. και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Tin Pan Alley


Μεταξύ της Πέμπτης και της Έκτης λεωφόρου στο Μανχάταν υπάρχει ένας δρόμος που είναι γνωστός με το όνομα Tin Pan Alley. Τι σημαίνει το όνομά του κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι προέρχεται από μια παλιά συνήθεια των Αμερικανών να χρησιμοποιούν τενεκεδένια δοχεία για να κάνουν θόρυβο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.  Άλλοι λένε ότι πρόκειται για μια έκφραση που χρονολογείται στον 19ο αιώνα και περιγράφει τον ήχο (την κακοφωνία, στην πραγματικότητα) που βγάζει το πιάνο όταν προσπαθεί να παίξει σ’ αυτό κάποιος μετριότατος πιανίστας. Κάπως σαν να χτυπάνε κατσαρολικά. Και κάποιο άλλοι λένε ότι προέρχεται από τη συνήθεια των μουσικών εκδοτών που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή να προσλαμβάνουν πιανίστες για δοκιμαστικά τραγουδιών, έτσι ώστε να μπορούν να πουλήσουν τις παρτιτούρες τους στους επίδοξους αγοραστές. Έτσι κι αλλιώς, εκείνη την εποχή πνευματικά δικαιώματα δεν υπήρχαν και κάθε εκδότης προσπαθούσε να πουλήσει τη δική του εκδοχή κάθε δημοφιλούς τραγουδιού. Ο «θόρυβος» από τα πιάνα που ταξίδευε από τα παράθυρα των κτηρίων και πλημμύριζε τον δρόμο τού έδωσε, λοιπόν, αυτό το όνομα.


Όποια όμως και να είναι η προέλευση του ονόματος, ένα είναι βέβαιο: ότι η περιοχή ταυτίστηκε με την αμερικανική μουσική των αρχών του 20ού αιώνα. Πολλοί διάσημοι καλλιτέχνες άρχισαν την καριέρα τους σ’ εκείνον τον δρόμο. Συγχρόνως, η περιοχή ήταν ο τόπος γέννησης της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας. Η μουσική που εκεί παραγόταν, αποτυπωνόταν στις παρτιτούρες και διετίθετο στην αγορά ως εμπόρευμα για μαζική κατανάλωση. Ήταν μια μουσική που προοριζόταν για τα λαϊκά στρώματα, τα οποία, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές της, δεν διέθεταν ούτε την παιδεία ούτε τους πόρους για να απολαμβάνουν αυτήν που εθεωρείτο «υψηλή» τέχνη. Τούτη η μουσική από τα μισοξεκούρδιστα πιάνα είναι μία από τις εκφάνσεις αυτού του καλλιτεχνικού φαινομένου που αργότερα θα ονομαστεί «pop art». 


Η Tin Pan Alley γνώρισε μεγάλη δόξα για δύο δεκαετίες, μέχρι περίπου το 1910. Έπειτα, οι μεγάλοι μουσικοί εκδότες άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν την περιοχή για το πιο ελκυστικό εμπορικά Broadway. Πάντως, γύρω στο 1930, την εποχή της μεγάλης ύφεσης, ο φωνόγραφος και το ραδιόφωνο αντικατέστησαν τη διάδοση της μουσικής μέσα από την κυκλοφορία παρτιτούρας και η  Tin Pan Alley άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Μόνο τα κτήρια που εξακολουθούν να διατηρούνται θυμίζουν την παλιά της ακμή, κομμάτι της αμερικανικής πολιτιστικής ιστορίας.

Πηγή για τις εικόνες: