Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Το οντολογικό επιχείρημα: Descartes και Kant


Μπορούμε να συλλάβουμε ένα τρίγωνο το άθροισμα των γωνιών του οποίου να μην είναι 180ο;  Η απάντηση είναι όχι, επειδή κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντίφαση. Ομοίως, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον από το οποίο να λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης. Αυτό υποστηρίζει ο Descartes στον 5ο Στοχασμό του, επαναφέροντας κατά τον 17ο αιώνα το επιχείρημα που ανέπτυξε έξι αιώνες νωρίτερα ο Anselm του Canterbury. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον φιλόσοφο, η ύπαρξη αποτελεί κατηγόρημα της τελειότητας και, κατά συνέπεια, εφόσον συλλαμβάνουμε με τον νου μας ένα απολύτως τέλειο ον, αυτό το απολύτως τέλειο ον πρέπει να υπάρχει.
Τότε γιατί να μην υπάρχει και το φανταστικό νησί του Gaunilo; Ο Descartes, για να υπερβεί το αδιέξοδο, διακρίνει τρία είδη ιδεών: α) τις έμφυτες ιδέες (αυτές που υπάρχουν μέσα μας, όπως η έννοια της ύπαρξης του αριθμού, της διάρκειας κ.λπ.), β) τις επίκτητες ιδέες (αυτές που προέρχονται από τον έξω κόσμο) και γ) τις ιδέες που είναι επινοημένες από εμάς τους ίδιους. Το νησί του Gaulino ανήκει στο τρίτο είδος, ενώ η ιδέα του Θεού είναι έμφυτη, διευκρινίζει ο Descartes, εξηγώντας ότι θα ήταν αδύνατο εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή όντα, να επινοήσουμε την ιδέα ενός τέλειου όντος, αν κάποιο εξίσου τέλειο ον –προφανώς, ο Θεός- δεν την μας την είχε εμφυτεύσει. Άρα, καταλήγει ο φιλόσοφος, ο Θεός υπάρχει.


Απάντηση στον Descartes ανέλαβε να δώσει ο Kant στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, αναδιατυπώνοντας ουσιαστικά το επιχείρημα του Gaulino. Η επιχειρηματολογία του προϋποθέτει διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις. Στις πρώτες το κατηγόρημα εμπεριέχεται στην έννοια του υποκειμένου, σε αντίθεση με τις δεύτερες. Η ύπαρξη, ισχυρίζεται ο Kant, δεν αποτελεί κατηγόρημα, το οποίο, εάν αφαιρεθεί, θα αλλάξει το περιεχόμενο της έννοιας του τέλειου όντος (πρόκειται, δηλαδή, για αναλυτική κρίση). Σύμφωνα με τον Kant, το οντολογικό επιχείρημα ισχύει μόνον εάν η ύπαρξη είναι κατηγόρημα. Εάν δεν είναι, τότε το οντολογικό επιχείρημα χάνει την ισχύ του, καθώς μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον δίχως αυτό να υπάρχει.
Βάσει των παραπάνω, όταν οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι ο Θεός δεν υπάρχει, εννοούν ότι υπάρχει ένας Θεός από τον οποίο λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης, βεβαιώνοντας και αρνούμενοι ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη του Θεού. Πάντως, οπωσδήποτε, το να λέμε ότι κάτι υπάρχει ισοδυναμεί με το να λέμε ότι η έννοια αυτού του πράγματος αντανακλάται στον κόσμο. Έτσι, υποδεικνύει ο Kant, η ύπαρξη δεν αποτελεί ιδιότητα του πράγματος, αλλά ιδιότητα της έννοιας η οποία αντιστοιχεί σε κάτι εντός του κόσμου. Απλούστερα, το μέγεθος, το βάρος ή το χρώμα ενός αντικειμένου δεν αλλάζουν εάν προσθέσουμε ότι το αντικείμενο υπάρχει. Εάν πούμε ότι το αντικείμενο υπάρχει δεν λέμε τίποτα για το ίδιο το αντικείμενο, διαπιστώνουμε μόνον ότι ο κόσμος περιλαμβάνει κάτι που ταιριάζει με την έννοια του αντικειμένου.


Επομένως, σύμφωνα με τον Kant, ένας Θεός που υπάρχει και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι το ίδιο και το αυτό. Ένας Θεός που υπάρχει είναι παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι επίσης παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Αν κάτι τέτοιο είναι αληθινό, τότε ο ισχυρισμός του Anselm ότι ένας υπαρκτός Θεός είναι μεγαλύτερος από έναν μη-υπαρκτό είναι εσφαλμένος και, άρα, το οντολογικό του επιχείρημα καταρρίπτεται.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Το οντολογικό επιχείρημα: Anselm και Gaunilo


Ο Anselm έζησε κατά τον 11ο αιώνα. Βενεδικτίνος μοναχός στην αρχή, έγινε αρχιεπίσκοπος του Canterbury στη συνέχεια και θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους θεολόγους και φιλοσόφους του Μεσαίωνα. Ο Anselm διατύπωσε το λεγόμενο «οντολογικό επιχείρημα» για την ύπαρξη του Θεού.
Πρόκειται στην ουσία για ένα a priori επιχείρημα (η γνώση της ύπαρξης του Θεού προηγείται της εμπειρίας) που συνιστά έναν λογικό συλλογισμό βασισμένο στην εις άτοπον απαγωγή (μέθοδος κατά την οποία η αλήθεια μιας πρότασης αποδεικνύεται βάσει του γεγονότος ότι η αντίθετή της είναι ψευδής ή λανθασμένη).


Ο Anselm, στο έργο του Proslogion (Προσλόγιο, 1077 μ.Χ.), ισχυρίζεται:
1. Ο Θεός είναι εξ ορισμού το τελειότερο ον που μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους.
2. Αν από αυτό το τελειότερο ον αφαιρέσουμε την ιδιότητα της ύπαρξης, τότε παύει να είναι τέλειο.
Συνεπώς, η υπόθεση πως ο Θεός δεν υπάρχει δεν μπορεί παρά να είναι ψευδής.
Ή, σύμφωνα με άλλη διατύπωση:
1. Ο Θεός είναι το μεγαλύτερο ον που μπορεί να υπάρξει.
2. Αν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε χρειάζεται να φανταστούμε ένα άλλο ον το οποίο υπάρχει και είναι, άρα, μεγαλύτερο από τον Θεό, πράγμα αδύνατο.
Άρα, ο Θεός υπάρχει.
Το επιχείρημα του Anselm, προσπαθώντας να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού δίχως αναφορά στον εξωτερικό κόσμο αλλά βασισμένο αποκλειστικά στον τυπικό ορισμό της έννοιας του Θεού, δεν είναι ισχυρό, πράγμα που πρώτος εντόπισε ένας άλλος σύγχρονός του Βενεδικτίνος μοναχός, ο Gaunilo του Marmoutier. Ο Gaunilo στο έργο του In Behalf of the Fool υποστήριξε ότι δεν μπορούμε αυθαίρετα να περάσουμε από την ιδέα στην πραγματικότητα (de posse ad esse non fit illatio) και αντιμετώπισε το επιχείρημα του Anselm επινοώντας ένα νησί πολύ μεγαλύτερο και τελειότερο από οτιδήποτε μπορούμε να φανταστούμε. Το νησί του ήταν γεμάτο από φρούτα, εξωτικά δένδρα και ζώα, ενώ ήταν έρημο από ανθρώπους πράγμα που το καθιστούσε ακόμη τελειότερο. Άπαξ και το φανταζόμαστε, τότε το νησί υφίσταται στο μυαλό μας, άρα, σύμφωνα με τον Anselm, θα πρέπει να υπάρχει και στην πραγματικότητα. Όμως, λέει ο Gaunilo, δεν γίνεται να εμφανίσουμε δια μαγείας ένα νησί στον κόσμο μόνο και μόνο επειδή φανταστήκαμε με τι μοιάζει. Εξάλλου, θα μπορούσαμε θαυμάσια να φανταστούμε ένα νησί με ακόμα μεγαλύτερο μήκος ακτών, πράγμα που θα οδηγούσε σε παραλογισμό.


Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι κάτι είναι πραγματικό δεν κάνει αυτόματα αυτό το κάτι πραγματικό. Και ένας συλλογισμός στηριγμένος σε παρόμοιο ισχυρισμό είναι λογική πλάνη (φαύλος κύκλος), καθώς χρησιμοποιεί ως αρχική υπόθεση το αποδεικτέο. Με άλλα λόγια, αν θέλουμε να αποδείξουμε ότι οι μονόκεροι υπάρχουν, δεν αρκεί να σκεφτούμε την έννοια «μονόκερος». Χρειάζεται να ανοιχτούμε στον κόσμο και να διενεργήσουμε μία εμπειρική έρευνα χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις μας. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε αν θέλουμε να αποδείξουμε ότι οι μονόκεροι δεν υπάρχουν. Φαίνεται, επομένως, ότι μόνον η εμπειρική μέθοδος μπορεί να θεμελιώσει θετικές και αρνητικές υπαρκτικές αξιώσεις. Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις: μπορούμε να αποδείξουμε ορισμένες αρνητικές υπαρκτικές αξιώσεις με απλή αναφορά στο περιεχόμενο της έννοιας. Για παράδειγμα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπάρχει στον κόσμο  τετράγωνος κύκλος χωρίς να ελέγξουμε κάθε πέτρα επί γης. Μπορούμε απλώς να σκεφτούμε ότι η έννοια «τετράγωνος κύκλος» είναι καταστατικά αντιφατική. Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η έννοια μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κάτι που να είναι ταυτόχρονα και τετράγωνο και κύκλος. Μήπως το οντολογικό επιχείρημα του Anselm θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αυτόν τον τρόπο; Μήπως το να υποστηρίξουμε ότι ο Θεός δεν υπάρχει θα ήταν σαν να λέμε ότι υπάρχουν τετράγωνοι κύκλοι;
Ο Anselm, πάντως, στην απάντησή του, δεν προσπαθεί καθόλου να αντιμετωπίσει την ουσία των ενστάσεων, απλώς υποστηρίζει ότι ο Gaunilo παρανόησε το επιχείρημά του το οποίο ούτως ή άλλως –επισημαίνει- ισχύει για τον Θεό και όχι για νησιά.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Χάντρες και καθρεφτάκια


Το 1992 η Αμερική γιόρταζε τα 500 χρόνια από τότε που ο Χριστόφορος Κολόμβος προσάραξε με το πλοίο του στη Β. Αμερική. Εκείνη τη χρονιά, μια ινδιάνα καλλιτέχνις, η Jaune Quick-to-See Smith, ως αντίδραση στους εορτασμούς δημιούργησε μια ολόκληρη σειρά πινάκων με το όνομα The Quincentenary Non-Celebration, μέρος της οποίας είναι ο μνημειώδης πολυμεσικός πίνακας Trade (Gifts for Trading Land with White People).



Χωρισμένος σε τρία μέρη, ο πίνακας θυμίζει έντονα μεσαιωνικό θρησκευτικό τρίπτυχο. Η επιφάνειά πίνακα αποτελείται από πολλαπλές στρώσεις εικόνων και αντικειμένων που παραπέμπουν στις διαστρωματώσεις της ιστορίας και αντικατοπτρίζουν τη σχέση των ντόπιων πληθυσμών με εκείνους που κατέφθασαν στη νέα ήπειρο. Η Smith κάλυψε τον καμβά με άρθρα από την εφημερίδα της φυλής της, την Char-Koosta, με φωτογραφίες από κόμικς, περιτυλίγματα από συσκευασίες ταμπάκου και τσιχλών, με χάρτνες ταμπέλες φρούτων, διαφημίσεις και άλλα αντικείμενα από αυτά που αποτελούν στερεοτυπικές αναφορές στους ιθαγενείς Αμερικανούς. Ανακάτεψε κείμενα με φωτογραφίες ελαφιών και βουβαλιών, καθώς και ιθαγενών ντυμένων με την παραδοσιακή τους ενδυμασία να κρατούν πίπες και να φορούν φτερά στο κεφάλι. Δημιούργησε λευκές, κίτρινες και πράσινες επιφάνειες, αλλά και κόκκινες που παραπέμπουν στο αίμα, στην οργή, στη θυσία. Στην τελευταία στρώση, η Smith ζωγράφισε ένα κανό, όμοιο περίπου σε μέγεθος με ένα αληθινό, σαν εκείνα που κατά τον 18ο και 19ο αιώνα χρησιμοποιούσαν ιθαγενείς και μη ιθαγενείς Αμερικανοί εξερευνητές και έμποροι για να ταξιδεύουν μέσα από τους υδάτινους δρόμους της Βόρειας Αμερικής. Στο πάνω μέρος του πίνακα, κρεμασμένα σε σκοινί μπουγάδας, η Smith τοποθέτησε παιχνίδια και σουβενίρ από την παράδοση των ιθαγενών: αναμνηστικά αθλητικών ομάδων, ένα παιδικό τόμαχοκ, μοκασίνια, μια φαρέτρα με ένα βέλος, μια πλαστική κούκλα κι ένα σωρό άλλα μπιχλιμπίδια. Η Smith μοιάζει να τα προσφέρει για να ξανακερδίσει τη χαμένη, την «κλεμμένη» γη των ιθαγενών φυλών, η οποία κάποτε πουλήθηκε στους λευκούς με αντάλλαγμα ακριβώς τέτοια φτηνά και δίχως αξία αντικείμενα. Επιπλέον, όλη αυτή η «μπουγάδα» είναι ένα σχόλιο για τη σύγχρονη ζωή των ιθαγενών, αφού θυμίζει ότι η κουλτούρα τους εμπορευματοποιήθηκε και ότι πραγματική αξία αυτών των αντικειμένων έχει οριστικά χαθεί.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Benito Sereno


Μια καλοστημένη θεατρική παράσταση με ενορχηστρωτή τον πανούργο σενεγαλέζο σκλάβο Babo είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει πάνω στο San Dominick, το ισπανικό πλοίο που έχει για καπετάνιο του τον Don Benito Sereno. Κι όμως … ο Amasa Delano, καπετάνιος του αμερικανικού πλοίου που πλευρίζει το περίπου ακυβέρνητο ισπανικό σκαρί και ετοιμάζεται να το βοηθήσει, ξεγελιέται από τα φαινόμενα αδυνατώντας να δει την πραγματικότητα. Ο Sereno  του φαίνεται αδύναμος και ασθενικός, ο Babo πιστός και αφοσιωμένος, το πλήρωμα ράθυμο και αδιάφορο, οι μαύροι σκλάβοι ταλαιπωρημένοι και αδικημένοι. Εγκατάλειψη, παραίτηση, ασθένεια και πείνα ταλαιπωρούν  το ισπανικό πλοίο και τους επιβάτες του. Ο Delano, αφελής, αισιόδοξος, αλαζόνας, ορμητικός όπως η νέα δύναμη που έρχεται να αντικαταστήσει την κουρασμένη ισπανική αυτοκρατορία στην κυριαρχία των θαλασσών, είναι στ’ αλήθεια τυφλωμένος από τη σκιά που ρίχνει στα πράγματα και στα γεγονότα ο διαβολικός Babo.


Seguid vuestro jefe (=ακολουθήστε τον αρχηγό σας) είναι γραμμένο στη θέση του ακρόπρωρου και μέχρι τα ίσαλα της πλώρης. Ωστόσο, πάνω στο ισπανικό πλοίο, όλα είναι αντεστραμμένα. Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός; Ποιος ο αφέντης και ποιος ο δούλος; Ακόμη κι όταν η απάτη αποκαλύπτεται, εκείνο που μένει να κυριαρχεί είναι η καρδιά του σκότους. Ο Babo πεθαίνει, η κουρασμένη ισπανική αυτοκρατορία προσπαθεί να δείξει ότι διατηρεί την εξουσία της, αλλά τα μάγια δεν λύνονται. Ο Don Sereno δεν μπορεί να αντέξει τόσο σκοτάδι όσο αυτό που έζησε αιχμάλωτος του «πιστού» του δούλου. Κοίταξε κατάματα το κακό κι ήρθε η ώρα αυτό να τον σκοτώσει. Σώζεται μόνον ο Delano, απλός παρατηρητής του κακού. Η τυφλότητά του τον σώζει, αν και δεν μπορεί παρά να έχει γίνει κάπως σοφότερος.   


Η εξέγερση σκλάβων που σημειώθηκε πάνω σε ισπανικό εμπορικό πλοίο το 1799 έδωσε στον Herman Melville την ιδέα να γράψει τη σπουδαία νουβέλα του Benito Sereno, λένε κάποιοι μελετητές. Όμως, εκτός από το γεγονός ότι το έργο είναι ενδεχόμενο να μιλάει για τη δουλεία (υπέρ ή κατά μένει να το αποφασίσουν οι κριτικοί), κυρίως αποκαλύπτει τα σκοτεινά και αχαρτογράφητα βάθη του ανθρώπινου μυαλού, πολύ πριν η ψυχανάλυση και οι μοντερνιστές λογοτέχνες του 20ού αιώνα καταπιαστούν με το θέμα.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι VI


Με περίμενε η Ιάνθη μαζί με όλα τα κορίτσια, τις μανάδες και τους γέροντες στις πύλες τις πόλης. Είχε προφτάσει ο αγγελιαφόρος τα χαρμόσυνα νέα. «Νικήσαμε στη μάχη τους εχθρούς», είπε κι έτρεξαν όλοι. Στα χέρια μας κρατούσαμε τα όπλα τους. Ένα στεφάνι από λουλούδια στόλιζε το κεφάλι της, μα δεν ήταν αυτό που την έκανε να ξεχωρίζει. Όλοι έλεγαν πως ήταν ίδια η θεά Άρτεμις, έτσι όπως τη ζωγράφισε ο Θέμις, ο ζωγράφος, πάνω στο αγγείο που γεμάτο σπονδές αφιερώσαμε στο ιερό της. Ψηλή. Λυγερή. Περήφανη. Πανέμορφη. Στάθηκε στο πλάι μου εκείνη την ημέρα. Μαζί περπατήσαμε ως τον ναό του Ηφαίστου και όλοι την είδαν. Στον μήνα πάνω την έκανα γυναίκα μου. 
Μ’ ακολουθούσε κάθε πρωί στα χωράφια. Μπροστά οι δούλοι πίσω εμείς, στιγμή δεν ήθελε να αφήσει ο ένας τον άλλον από τα μάτια του. Κάτω από τη συκιά καθόμαστε με πλεγμένα χέρια και κοιταζόμαστε στα μάτια, όταν ο αγριόχοιρος πέρασε από τις παρυφές του δάσους στα σπαρτά. Πιο πολύ τρόμαξε απ’ ό,τι οι δούλοι που τον κύκλωσαν στη στιγμή. Κάποιος απ’ αυτούς του έριξε μια με το τσαπί καθώς περνούσε πλάι του, κι άλλος ένας τον κάρφωσε με το δικράνι. Το λαβωμένο ζώο στριφογύρισε και αποτρελαμένο έφυγε κατά τη μεριά όπου στέκονταν η Ιάνθη. Όσο και αν το περήφανο κορίτσι έμοιαζε της Αρτέμιδας, δεν είχε ούτε το σπαθί ούτε το τόξο της θεάς στα χέρια. Ο αγριόχοιρος έπεσε πάνω της. Την πέταξε κάτω το δυνατό ζώο και μέσα στην τρέλα του την αποτέλειωσε με ένα δεύτερο χτύπημα.


Στο νεκροκρέβατο την έβαλα εγώ ο ίδιος. Το πέπλο του Υμέναιου κάλυπτε το αρμονικό κορμί της μαζί και τις πληγές. Ο πόνος είχε χαθεί από το πρόσωπό της. Γαλήνια έδειχνε. Απόθεσα στο θεϊκό κεφάλι της ένα ασημένιο στεφάνι στολισμένο με πήλινα, ζωγραφισμένα διακοσμητικά άνθη, φτιαγμένο από τον Χάρι, τον αδελφό του Θέμι του ζωγράφου. «Μόνον τη γη δεν τρώει ο χρόνος», μου είπε για να με παρηγορήσει. Όταν η ομορφιά θα έχει γίνει σκόνη, όταν όλα θα έχουν σβήσει σ’ αυτή τη γη, όταν κανείς δεν θα μνημονεύει τα ονόματά μας, αυτό το στεφάνι μέσα στο λαγούμι του Άδη θα ζει ακόμη. Αυτό το λουλουδάτο στεφάνι θα είναι ο μοναδικός μάρτυρας πως το κεφάλι που στόλιζε ήταν η περήφανη ομορφιά της Ιάνθης.

Σημείωση: Πρόκειται για κεφαλή μικρού κοριτσιού που στολίζεται από μεταλλικό στεφάνι με ένθετα πήλινα ζωγραφισμένα διακοσμητικά άνθη. Φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 300-400 π.Χ. και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Tin Pan Alley


Μεταξύ της Πέμπτης και της Έκτης λεωφόρου στο Μανχάταν υπάρχει ένας δρόμος που είναι γνωστός με το όνομα Tin Pan Alley. Τι σημαίνει το όνομά του κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι προέρχεται από μια παλιά συνήθεια των Αμερικανών να χρησιμοποιούν τενεκεδένια δοχεία για να κάνουν θόρυβο την παραμονή της πρωτοχρονιάς.  Άλλοι λένε ότι πρόκειται για μια έκφραση που χρονολογείται στον 19ο αιώνα και περιγράφει τον ήχο (την κακοφωνία, στην πραγματικότητα) που βγάζει το πιάνο όταν προσπαθεί να παίξει σ’ αυτό κάποιος μετριότατος πιανίστας. Κάπως σαν να χτυπάνε κατσαρολικά. Και κάποιο άλλοι λένε ότι προέρχεται από τη συνήθεια των μουσικών εκδοτών που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή να προσλαμβάνουν πιανίστες για δοκιμαστικά τραγουδιών, έτσι ώστε να μπορούν να πουλήσουν τις παρτιτούρες τους στους επίδοξους αγοραστές. Έτσι κι αλλιώς, εκείνη την εποχή πνευματικά δικαιώματα δεν υπήρχαν και κάθε εκδότης προσπαθούσε να πουλήσει τη δική του εκδοχή κάθε δημοφιλούς τραγουδιού. Ο «θόρυβος» από τα πιάνα που ταξίδευε από τα παράθυρα των κτηρίων και πλημμύριζε τον δρόμο τού έδωσε, λοιπόν, αυτό το όνομα.


Όποια όμως και να είναι η προέλευση του ονόματος, ένα είναι βέβαιο: ότι η περιοχή ταυτίστηκε με την αμερικανική μουσική των αρχών του 20ού αιώνα. Πολλοί διάσημοι καλλιτέχνες άρχισαν την καριέρα τους σ’ εκείνον τον δρόμο. Συγχρόνως, η περιοχή ήταν ο τόπος γέννησης της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας. Η μουσική που εκεί παραγόταν, αποτυπωνόταν στις παρτιτούρες και διετίθετο στην αγορά ως εμπόρευμα για μαζική κατανάλωση. Ήταν μια μουσική που προοριζόταν για τα λαϊκά στρώματα, τα οποία, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές της, δεν διέθεταν ούτε την παιδεία ούτε τους πόρους για να απολαμβάνουν αυτήν που εθεωρείτο «υψηλή» τέχνη. Τούτη η μουσική από τα μισοξεκούρδιστα πιάνα είναι μία από τις εκφάνσεις αυτού του καλλιτεχνικού φαινομένου που αργότερα θα ονομαστεί «pop art». 


Η Tin Pan Alley γνώρισε μεγάλη δόξα για δύο δεκαετίες, μέχρι περίπου το 1910. Έπειτα, οι μεγάλοι μουσικοί εκδότες άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν την περιοχή για το πιο ελκυστικό εμπορικά Broadway. Πάντως, γύρω στο 1930, την εποχή της μεγάλης ύφεσης, ο φωνόγραφος και το ραδιόφωνο αντικατέστησαν τη διάδοση της μουσικής μέσα από την κυκλοφορία παρτιτούρας και η  Tin Pan Alley άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Μόνο τα κτήρια που εξακολουθούν να διατηρούνται θυμίζουν την παλιά της ακμή, κομμάτι της αμερικανικής πολιτιστικής ιστορίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι V


Ένα ναυτάκι ήταν, πανέμορφο, λεβεντάκι με τα όλα του. Αμούστακο αγόρι ήταν όταν πρωτοπάτησε το πόδι του στα μέρη της Φοινίκης, κι εγώ μικρό κορίτσι. Μα μέσα σε δυο καλοκαίρια το χνούδι φούντωσε στο πρόσωπό του. Ήρθε και με βρήκε στο ιερό της Αστάρτης
«Έλα μαζί μου», είπε.                                              
«Βασίλισσα θα μ’ έχεις», του είπα πειραχτικά. «Αυτό λένε τ’ αγόρια».  
«Όχι», μου απάντησε σοβαρά. «Βασίλισσες στον κόσμο υπάρχουν πολλές και όλες ζουν στη σκιά του βασιλιά τους, εσύ θα είσαι κάτι παραπάνω».
«Μου κρύβεις τα καλύτερα και θες να σε πιστέψω;»
«Τίποτα δεν σου κρύβω. Να με αγαπήσεις, μόνο αυτό ζητώ».
«Μα είσαι νέος ακόμη. Μόλις φύτρωσε το χνούδι στο πηγούνι σου». 
«Τη θέληση που κρύβεται από κάτω θέλω να δεις».
«Και πού θα με πάει το πλοίο; Σε ποιο λιμάνι θα πιάσουμε; Πού μένουν οι δικοί σου;»
«Στο θεϊκό βουνό θα μας πάει. Εκεί όπου μεγάλωσε ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών».
«Καράβι σε βουνό; Δεν ακούς συχνά τέτοιες παραδοξότητες. Μα πάλι σκέφτομαι: κι αν μείνω εδώ;»
«Το ξέρεις πως η πατρίδα σου θα χαθεί».
«Πώς το ξέρεις; Είσαι μάντης;»
«Είμαι ό,τι φαίνομαι στα μάτια σου».
«Δεν μπορώ να πω, ασκείς πάνω μου μια γοητεία μοναδική, μα από την άλλη σκέφτομαι κιόλας».
«Αυτή είναι η προίκα που σου έδωσαν οι θεοί, μεγαλομάτα μου».
«Κι αν έρθω μαζί σου;»
«Θα μπορούσα να σου πω πως θα σε κάνω αθάνατη, μα ποιος πιστεύει έναν ναύτη».
«Έχεις δίκιο. Θέλω να σε πιστέψω και θα το κάνω, όχι γιατί με έπεισες αλλά γιατί χθες το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο».
«Πες μου τι είδες».
«Είδα τον αδελφό μου Κάδμο, που λείπει στο κυνήγι, μαζί με τον ποιητή Μουσαίο που μαντεύει του κόσμου τα δεινά, να μου λένε πως ένα πλοίο με περιμένει στο λιμάνι. Δικό σου πλοίο είναι;»
«Τρία καλοκαίρια πιάνω σκάλα στο λιμάνι της Βύβλου».
«Μου είπε ακόμη πως ένας άρχοντας από την Περσία με χιλιάδες πολεμιστές έρχεται να με κλέψει».
«Τα είπε όλα ο Μουσαίος. Τι άλλο μένει να πω εγώ;»
«Παρά την απειλή σε δίλημμα βρίσκομαι».
«Σκέψου πως ίσως γεννήθηκες για να βλέπεις όλο τον κόσμο και όχι ένα μικρό μέρος του».
«Ας γίνει τότε το θέλημα των θεών».
«Τώρα μιλάς σωστά. Βρες ένα λόγο να φθάσεις ως τη θάλασσα».
«Οι φίλες μου θα με συνοδεύουν. Καμιά δεν θα ξέρει τι πάω να κάνω».
«Έτοιμο θα έχω το καράβι».



Έτσι έγινε. Κατέβηκα στη θάλασσα με μια γιρλάντα στο λαιμό. Με τη βοήθεια του ναύτη μου πάτησα πάνω στο ξύλο. Το ακρόπρωρο τράβηξε τη ματιά μου. Ένας κατάλευκος ταύρος με χρυσά κέρατα στόλιζε το καράβι. Πήγα κοντά στο θεϊκό στολίδι. Του χάιδεψα την πονηρή μουσούδα και αφού ανέβηκα πάνω του πέρασα τη γιρλάντα στα χρυσά του κέρατα. Αμέσως το πλοίο άφησε πίσω τη στεριά. Τρίτωνες μας συνόδευαν και πανέμορφες Νηρηίδες έψελναν τον Υμέναιο. Τρομαγμένες έσυραν φωνή οι φίλες μου.
«Ευρώπη! Ευρώπη!» φώναζαν και τα χέρια τους μια ικέτευαν στον ουρανό και μια χτυπούσαν τα μηνίγγια τους.
«Μην φοβάστε», τους φώναξα. «Κανείς δεν χάνεται αν τον πιάσουν στο στόμα τους οι ποιητές».

Σημείωση: Η στάμνος είναι μεγάλο ανοιχτό αγγείο, με χαμηλό λαιμό και δύο μικρές οριζόντιες λαβές στο επάνω μέρος του σώματος, που προοριζόταν για την αποθήκευση υγρών. Η ερυθρόμορφη στάμνος που παρουσιάζεται εδώ, με διακοσμητικό θέμα την αρπαγή της Ευρώπης από τον ταύρο, κατασκευάστηκε πιθανόν το 480 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται στο Museo Archeologico Nazionale Tarquiniense..
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/Europa_(mythology)

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Το χιόνι έπεφτε ...


Κι ενώ η νέα χρονιά κάνει τα πρώτα της βήματα, το χιόνι αρχίζει να υποχωρεί σταδιακά κι εμείς εξακολουθούμε να είμαστε κουλουριασμένοι δίπλα στη φωτιά, δύο ζωγραφικά έργα βρίσκω πως είναι πολύ κοντά στην ατμόσφαιρα των ημερών.
Το πρώτο ένας πίνακας του Γάλλου Claude Monet με τίτλο Boulevard Saint-Denis, Argenteuil, in hiver (Το μπουλβάρ Σαιντ Ντενί, στην Αρτζεντίλ, τον χειμώνα), που ζωγραφίστηκε το 1875 και τώρα βρίσκεται στη Βοστόνη, στο Museum of Fine Arts. Το πυκνό χιόνι που σκεπάζει τους δρόμους και τα κτήρια της Argenteuil, δίνει την ευκαιρία στον ιμπρεσιονιστή ζωγράφο να μελετήσει την εντύπωση που δίνει και τα εικαστικά προβλήματα που δημιουργεί το εκτυφλωτικό λευκό. Οι πινελιές του δημιουργούν την ψευδαίσθηση των νιφάδων, ενώ ο χλωμός ήλιος αγωνίζεται να νικήσει τη χιονοθύελλα και οι κάτοικοι βιάζονται να επιστρέψουν στη θαλπωρή της εστίας τους.


Στον αντίποδα, ο Αμερικανός Barnett Newman, από τους αντιπροσωπευτικούς καλλιτέχνες του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, ζωγραφίζει το 1967 ένα τεράστιο σε διαστάσεις έργο με τίτλο Voice of Fire (Η φωνή της φωτιάς)


Είκοσι χρόνια αργότερα το έργο αγοράζεται από τη National Gallery of Canada της Οτάβα έναντι 1,76 εκατομμυρίων δολαρίων. Κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν είχε ασχοληθεί με αυτό, η αγορά του από το καναδικό μουσείο προκαλεί πραγματικό σεισμό. Ορισμένοι το θεωρούν απόκτημα πολύτιμο, ενώ άλλοι, φορώντας μπλουζάκια με το έργο σταμπαρισμένο πάνω τους, αντιδρούν στην αγορά και αμφισβητούν την αξία του. Τρεις ίδιου μεγέθους κάθετες λωρίδες, μπλε οι εξωτερικές και κόκκινη η εσωτερική, πώς στο καλό μπορεί να αξίζουν ένα τέτοιο ποσό ή, ακόμα χειρότερα, πώς μπορεί να θεωρούνται τέχνη, αναρωτιούνται οι επικριτές του. Δεν είναι να απορεί κανείς. Το ερώτημα για το αν είναι πραγματικά τέχνη συνοδεύει το ρεύμα του μοντερνισμού από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση. Πάντως, προς κακοφανισμό των αντιπάλων του, προσφάτως η αξία του έργου αποτιμήθηκε στα 40 εκατομμύρια δολάρια. Ο Newman και η «τέχνη» του μάλλον πήραν την εκδίκησή τους.

Πηγές για τις εικόνες: