Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του Sherlock Holmes


Όταν ο Watson επισκέπτεται τον Sherlock Holmes το δεύτερο πρωινό μετά τα Χριστούγεννα, τον βρίσκει να χουζουρεύει στον καναπέ φορώντας μια βαθυκόκκινη ρόμπα. Δίπλα στον καναπέ είναι ένα ξύλινο κάθισμα και στη ράχη του κρέμεται ένα πανάθλιο καπέλο από σκληρή τσόχα. Ένας φακός και μία λαβίδα φανερώνουν ότι το καπέλο έχει κρεμαστεί εκεί για εξέταση. Το καπέλο έφτασε στο σπίτι του Holmes το πρωί των Χριστουγέννων μαζί με μια τετράπαχη χήνα. Ο Peterson, ο κλητήρας, τα έφερε και τα δυο στον διάσημο ντετέκτιβ για να τα παραδοθούν στον ιδιοκτήτη τους, ο οποίος μπλέχτηκε σε καυγά με κάποιους ταραξίες και τα εγκατέλειψε στο πεδίο της μάχης μόλις εμφανίστηκε ο Peterson νομίζοντας, λόγω της στολής που φορούσε, πως είχε να κάνει με αστυνομικό.  


Ο ιδιοκτήτης του καπέλου είναι άγνωστος, όμως ο  Holmes, με την αλάνθαστη επαγωγική του μέθοδο, έχει εξασφαλίσει πολλά στοιχεία για την ταυτότητά του: πρόκειται, λέει, για πνευματικό άτομο, ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση τα τρία τελευταία χρόνια παρόλο που τώρα γνωρίζει δύσκολες μέρες, είναι προνοητικός, αν και τώρα λιγότερο από άλλοτε, με κάποιες τάσεις ηθικής οπισθοδρόμησης οι οποίες, σε συνδυασμό με την κακοτυχία του, μάλλον υποδηλώνουν κακές επιρροές, ίσως ποτό, η γυναίκα του έχει πάψει να τον αγαπά, αν και εκείνος διατηρεί κάποιον αυτοσεβασμό, ζει καθιστική ζωή, βγαίνει λίγο και δεν ασκείται καθόλου, είναι μεσήλικας, έχει ψαρά μαλλιά, τα οποία έκοψε τις τελευταίες μέρες και τα οποία αλείφει με μπριγιαντίνη, δεν έχει γκάζι στο σπίτι του.



Τα δύο αυτά αντικείμενα, το παλιό τσόχινο καπέλο και η τροφαντή χήνα, οδηγούν τον Holmes στην εξιχνίαση της κλοπής του μυθικού γαλάζιου ρουμπινιού, που έγινε πέντε μέρες πριν και για την οποία κατηγορήθηκε ένας αθώος, ο Horner. Η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο Horner επελευθερώνεται, αλλά και ο ένοχος, ένας δυστυχής μικροαπατεώνας, κερδίζει τη χριστουγεννιάτικη συγγνώμη του Holmes, ο οποίος, μετά τη διανοητική απόλαυση της λύσης του μυστηρίου, ετοιμάζεται για την πατροπαράδοτη γαστριμαργική απόλαυση.


Η περιπέτεια The Adventure of the Blue Carbuncle, που γράφτηκε από τον Sir Arthur Conan Doyle, δημοσιεύτηκε στο Strand Magazine τον Ιανουάριο του 1892.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του 1843


Η πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα στάλθηκε τo 1843. Από τον sir Henry Cole. Σχεδιάστηκε από τον J. C. Horsley.


Ήταν η εποχή που τα Χριστούγεννα είχαν αρχίσει να γιορτάζονται με λαμπρότητα στη Βρετανία, μετά την εισαγωγή γερμανικών εθίμων στη χώρα από τον πρίγκηπα Αλβέρτο, τον σύζυγο της βασίλισσας Βικτωρίας. Οι έμποροι είχαν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένοι, αφού τα κέρδη τους αυξήθηκαν σημαντικά. Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και οι ψητές χήνες έγιναν το σήμα κατατεθέν της γιορτής. Οι άνθρωποι έδειχναν τη διάθεση να ξοδέψουν λίγες πένες περισσότερες με την ψευδαίσθηση ότι θα γίνουν πιο ευτυχισμένοι. Εν τω μεταξύ, η βιομηχανική επανάσταση θριάμβευε.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό (Μέρος Β΄)


Πλησίαζαν Χριστούγεννα όταν ο ιδιόρυθμος πολυεκατομμυριούχος Simeon Lee προσκάλεσε όλη του την οικογένεια για να γιορτάσουν μαζί. Έτσι,  στο σπίτι του, εκτός από τον πειθήνιο Alfred και τη σύζυγό του Lydia, συγκεντρώνονται ακόμα ο προσκολλημένος στη νεκρή μητέρα του David και η στιβαρή σύζυγός του Hilda, ο τσιγγούνης George μαζί με τη νεαρή και όμορφη συζυγό του Magdalene, ο Harry, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, και η Pilar, η εγγονή του Simeon Lee από τη νεκρή κόρη του την Jennifer. Τυχαία φτάνει στο σπίτι και ο Stephen Farr, γιος ενός παλιού του συνεταίρου στα πλούτη και στις παρανομίες.


Όταν ο Simeon Lee βρίσκεται δολοφονημένος μέσα στο δωμάτιό του κάτω από τις πιο παράδοξες συνθήκες, την υπόθεση αναλαμβάνουν ο νεαρός αστυνόμος Sugden, ο συνταγματάρχης Johnson και ο δαιμόνιος Ηρακλής Πουαρό.  Και τότε, μετά τη δολοφονία, κάποιοι αντιλαμβάνονται πως ορισμένες σκηνές είναι σαν να επαναλαμβάνονται και πως ορισμένα πρόσωπα έχουν μεταξύ τους μια ανεξήγητη ομοιότητα στην όψη και στην ιδιοσυγκρασία. Ταυτόχρονα, έρχονται στο φως μυστικά καλά κρυμμένα για πάρα πολλά χρόνια, αποκαλύπτονται απάτες και ψέματα, κλονίζονται σχέσεις και δημιουργούνται νέες.
Εκείνα τα Χριστούγεννα, ούτε ο Ηρακλής Πουαρό ούτε όλοι οι άλλοι έζησαν πραγματικά εορταστικά: ούτε έφαγαν σπιτικά γλυκά ούτε στόλισαν το σπίτι με λαμπιόνια. 



Ευτυχώς για τον διάσημο ντετέκτιβ που ο, ιδιότροπος  κατά τα άλλα, Simeon Lee είχε φροντίσει ώστε το σπίτι του να διαθέτει κεντρική θέρμανση η οποία δούλευε ικανοποιητικά. 



Πηγές για την εικόνες:
https://retroflix.wordpress.com/2010/12/24/tv-review-agatha-christie%E2%80%99s-poirot-hercule-poirots-christmas/

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό (Mέρος Α΄)


Για να νιώσει ευτυχισμένος τα Χριστούγεννα ο Ηρακλής Πουαρό, του αρκούν μισό κιλό βελγικές πραλίνες, ένα καλό κρασί, κάποιο ενδιαφέρον βιβλίο και, κυρίως, ένα διαμέρισμα στο οποίο η κεντρική θέρμανση να λειτουργεί ικανοποιητικά. Όμως, τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο ιδεώδη. Αυτήν τη φορά πρόκειται για ένα κλεμμένο ρουμπίνι αμύθητης αξίας.


Ένας νεαρός άμυαλος ανατολίτης πρίγκηπας, πριν από τον γάμο του, καταφθάνει στο Λονδίνο για να απολαύσει τις τελευταίες ημέρες της ελευθερίας του, κουβαλώντας μαζί του κοσμήματα της οικογενειακής του συλλογής που πρόκειται να ξαναδεθούν από τον περίφημο κοσμηματοπώλη Cartier. Το περίφημο ρουμπίνι κάνει φτερά, κλεμμένο πιθανότατα από μια νεαρή γυναίκα αμφιβόλου ηθικής σε ένα από τα ύποπτα ραντεβού του πρίγκηπα. Το να ανακατευθεί η αστυνομία στην υπόθεση σημαίνει για εκείνον σκάνδαλο, γι’ αυτό ο μόνος ενδεδειγμένος είναι ο διάσημος Ηρακλής Πουαρό.


Για να λύσει το μυστήριο, ο σπουδαίος ντετέκτιβ αναγκάζεται να περάσει τα Χριστούγεννά του στην εξοχική έπαυλη Kings Lacey. Εκεί, μαζί με τη μεγάλη οικογένεια του συνταγματάρχη Lacey, είναι και ένας έκλυτος τύπος ο Desmond Lee-Wortley, με τον οποίο είναι ερωτευμένη –προς κακοφανισμό της οικογένειας- η Sarah, η εγγονή του συνταγματάρχη.  
Ο Πουαρό θα παίξει με μεγάλη επιτυχία παιχνίδια συναναστροφών και θα εντυπωσιάσει τους οικοδεσπότες δείχνοντάς τους να κόβουν ένα μάνγκο όπως τον έμαθε κάποιος δούκας. Επιπλέον, θα βρει το ρουμπίνι μέσα στη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα, όπου το έκρυψαν οι δύο κλέφτες, ο Lee-Wortley και η υποτιθέμενη αδελφή του (σύζυγός του στην πραγματικότητα), που κι αυτή φιλοξενείται στη βίλα. Χρειάζεται όμως τεκμήρια για να κατηγορήσει τους κλέφτες. Γι’ αυτό, θα σχεδιάσει μια ψεύτικη δολοφονία, που θα υποχρεώσει τους κλέφτες να φανερωθούν και θα τους συλλάβει.


Τα πράγματα θα επανέλθουν στον φυσιολογικό τους ρυθμό. Το ρουμπίνι θα επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του, ο πρίγκηπας θα μπορέσει να παντρευτεί την καλή του και η Sarah θα παντρευτεί, με τη συγκατάθεση της οικογένειάς της, τον παιδικό της φίλο David Welvyn.
Όμως, την Πρωτοχρονιά η οικογένεια Lacey θα την περάσει δίχως πουτίγκα, επειδή εκείνη που φαγώθηκε τα Χριστούγεννα, μέσα στην οποία βρέθηκε το ρουμπίνι, ήταν στην πραγματικότητα η πουτίγκα της Πρωτοχρονιάς. Ένα ατύχημα στην κουζίνα κατέστρεψε τη χριστουγεννιάτικη πουτίγκα της οικογένειας και η μαγείρισσα αποφάσισε στη θέση της να σερβίρει τα Χριστούγεννα εκείνη που είχε ετοιμάσει για την Πρωτοχρονιά.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Pieter Brueghel : χειμωνιάτικο τοπίο


Το Paysage dhiver avec trappes à oiseaux (Χειμερινό τοπίο με παγίδες πουλιών), η ελαιογραφία που ζωγράφισε ο Pieter Brueghel ο Πρεσβύτερος το 1565, είναι ένα έργο εμβληματικό, αφού ενέπνευσε, στη φλαμανδική ζωγραφική, μια ολόκληρη σειρά έργων τοπιογραφίας με χειμωνιάτικα θέματα.


Μια σκηνή από την καθημερινότητα μιας πόλης που έχει ολόκληρη σκεπαστεί με χιόνι. Οι άνθρωποι διασκεδάζουν στο παγωμένο κανάλι. Η αμεριμνησία και η ανεμελιά είναι η μία όψη του πίνακα. Η άλλη του όψη είναι το εύθραυστο και η αβεβαιότητα της ζωής, που αποδίδεται με την παγίδα για τα πουλιά, αριστοτεχνικά κρυμμένη κάτω από μια πόρτα, στα δεξιά του πίνακα.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Δεκέμβριος 2013)


Το χριστουγεννιάτικο διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Το παλτό


Όλοι οι άνθρωποι, πριν από τα δικά μου χρόνια, μιλούσαν για το δύσκολο παρελθόν τους. Άλλος για τη φτώχεια του, άλλος για την ορφάνια του, άλλος για τον κατατρεγμό του, άλλος για την ξενιτιά, όλοι μα όλοι είχαν να λένε για κάτι άσχημο και μπορώ να πω πως έτσι ήταν, αν μπορούσα να διακρίνω την αλήθεια μέσα από τις ρυτίδες τους και τα πρώιμα γηρατειά τους. Ήσαν δύσκολοι καιροί, το θυμάμαι πολύ καλά κι ας έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Οι αλλαγές στην Ελλάδα δεν ακολούθησαν αυτό που λέμε τη φυσική πρόοδο. Σαν να ήσαν ξεχασμένες ή ακόμα φυλακισμένες σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια που το δίκιο βρισκόταν περισσότερο σ’ ένα όνειρο παρά σ’ έναν κόσμο χειροπιαστό.


Αυτός ο χειροπιαστός χρόνος είχε χειμώνες και καλοκαίρια, μα, όπως όλοι ξέρουμε, τα καλοκαίρια είναι πιο ευχάριστα από τους χειμώνες, καθώς τα καλοκαίρια δεν κρυώνεις. Άλλοτε κάτω από τον ίσκιο της κληματαριάς και άλλοτε κάτω από το νερό της θάλασσας φέρναμε στα ίσα τη θερμοκρασία μας, άσε που το διασκεδάζαμε κιόλας. Είναι εύκολο το καλοκαίρι. Βολεύεσαι χωρίς πολλές έννοιες. Με ένα μαύρο βρακί βγάζαμε τρεις μήνες. Τα παπούτσια ήσαν περιττά. Οι υποχρεώσεις ελάχιστες.


Ο χειμώνας όμως ήταν άλλο πράγμα, ήταν δύσκολη εποχή, μα το χειρότερο ήταν πως υπήρχε παντού. Υπήρχε μέσα και έξω από τα σπίτια. Υπήρχε στους λασπωμένους δρόμους, πάνω στα ρούχα μας, στις μύτες μας, στα χέρια και στα πόδια. Υπήρχε στα σφιγμένα μάτια, στις κοφτές λέξεις, στα καμπουριασμένα από το κρύο κορμιά. Κι ακόμα, μπαίνοντας ο χειμώνας, χάναμε την ανεμελιά μας και ξαναγυρίζαμε στις υποχρεώσεις μας, που δυστυχώς ήσαν κι αυτές ταυτισμένες μαζί του.
Ο χειμώνας δεν υπήρχε μόνο στους δρόμους, αλλά και στη σχολική τάξη. Τα χνώτα θόλωναν τα τζάμια, απ’ όπου έτρεχαν, σχηματίζοντας αυλάκια, οι υγροποιημένοι ατμοί. Δεν ήσαν λίγες οι φορές που κάναμε την ανάγνωση με μουσική υπόκρουση το κροτάλισμα των δοντιών, και την ίδια στιγμή ενώναμε τα γυμνά μας γόνατα, μήπως ξεκλέψουμε λίγη ζεστασιά ο ένας από τον άλλον, ενώ τα χέρια μας χώνονταν ενστικτωδώς στις πιο ζεστές και απόκρυφες γωνιές του κορμιού μας. Στα διαλείμματα εφευρίσκαμε του κόσμου τις κινήσεις και ξοδεύαμε τα τελευταία υπολείμματα θερμίδων στα τρεχαλητά και σε άκομψα πειράγματα.
Λίγα αγόρια από την τάξη μου ήσαν καλοντυμένα, φορούσαν κάτι σαν παλτουδάκι πάνω από τα ρούχα τους και κορόιδευαν τον χειμώνα και όσους τρεμούλιαζαν. Ένα είδος υπαρξιακής ζήλιας κυριαρχούσε τότε, σαν οι άλλοι να είχαν ένα ποδάρι παραπάνω, ένα χέρι παραπάνω ή να ήσαν ένα κεφάλι πιο ψηλοί, και τους κακολογούσαμε στα κρυφά.  
Μα και στο σπίτι ο χειμώνας κυριαρχούσε. Μια μικρή ξυλόσομπα ζέσταινε μόνο την κουζίνα και όποιος κοιμόταν εκεί ήταν ο τυχερός της οικογένειας. Στα υπόλοιπα δωμάτια κρυφοκοίταζε ο βοριάς μέσα από τις χαραμάδες.


Η διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο ήταν κι αυτή μέρος του χειμώνα. Γυμνοί οι δρόμοι από ανθρώπους, όπως γυμνά ήσαν και τα φυλλοβόλα δέντρα. Τα χρόνια του δημοτικού πέρασαν με ένα τσόχινο κοντό παντελονάκι. Ένα κοντό παντελόνι για κάθε χρόνο. Ένα κοντό παντελονάκι, που το φορούσα από τη Δευτέρα μέχρι το Σάββατο. Το Σάββατο το μεσημέρι πλενόταν για να φορεθεί ξανά τη Δευτέρα το πρωί. Την άνοιξη όμως άρχιζε η αποσύνθεση, και τα ξεφτίσματα κρέμονταν απ’ όλες τις μεριές. Με το τέλος της σχολικής χρονιάς άλλαζε χρήση και γινόταν πρώτη ύλη για τις κουρελούδες.
Τις βροχερές ημέρες ούτε ομπρέλα ούτε αυτοκίνητο με προστάτευε. Τα πόδια κοκκίνιζαν από το ξεροβόρι και τη βροχή και η μοναξιά ήταν έντονη, ιδιαίτερα όταν έβλεπα κάποιους, λίγους είναι η αλήθεια, γονείς να περιμένουν τα παιδιά τους με την ομπρέλα έξω από το σχολείο. Κάποιες φορές ήμουν πιο τυχερός, καθώς συναντούσα τον γείτονά μου τον «Γάλλο», τον καροτσέρη, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του. Ήταν ένας ξερακιανός βλάστημος τύπος, από τον οποίο έμαθα όλες τις απαγορευμένες λέξεις. Πήδαγα πάνω στο κάρο του και σκεπαζόμουν με έναν χιλιοτρυπημένο μουσαμά που τον χρησιμοποιούσε για να καλύπτει όσα εμπορεύματα δεν έπρεπε να βραχούν. Έτσι, προστατευμένος από τη βροχή και τον αέρα, είχα την πολυτέλεια να παρατηρώ τον κόσμο μέσα από τις τρύπες του μουσαμά.


Τελείωσα το δημοτικό και θα πήγαινα στην πρώτη γυμνασίου. Σεπτέμβρης ήταν όταν ο πατέρας μου με πήγε στον ράφτη να μου πάρει μέτρα για παντελόνια. Δυο φανελένια μακριά παντελόνια του παράγγειλε.
«Πόσο κάνουν;», ρώτησε τον ράφτη.
«Τόσο», του απάντησε.
«Ωραία. Θα σου δίνω αυτά τα χρήματα κάθε μήνα. Συμφωνείς;»
«Εντάξει», του απάντησε ο ράφτης.
Φεύγοντας έκανα έναν γρήγορο υπολογισμό. Για να ξεχρεώσει ο πατέρας μου τα παντελόνια μου θα έπρεπε να πληρώνει τον ράφτη τους επόμενους έξι μήνες.
Εκείνο τον χειμώνα μου μπήκε η ιδέα του παλτού. Σαν τελειώσω την πρώτη γυμνασίου, είπα μέσα μου, και θα είναι ευχαριστημένοι από μένα, θα ζητήσω να μου αγοράσουν ένα παλτό. Τελείωσε η σχολική χρονιά και ήρθε το καλοκαίρι. Μα ακόμα και μέσα στην ανεμελιά του καλοκαιριού, αυτή η ιδέα δεν με άφηνε. Είχε γαντζωθεί στον νου μου όπως το χταπόδι στα χέρια του ψαρά. Σαν έφτασε ο επόμενος Σεπτέμβρης, ο πατέρας μου με πήρε και ξαναπήγαμε στον ράφτη.
«Δυο φανελένια παντελόνια», του παράγγειλε.
Έγινε ξανά ο ίδιος διακανονισμός και φύγαμε με μένα να κάνω τους ίδιους συλλογισμούς. Τους επόμενους έξι μήνες έπρεπε να πληρώνει τα παντελόνια μου. Τι να του ζητήσω μετά απ’ αυτό; Για πόσους μήνες έπρεπε να πληρώνει ένα παλτό; Παραμέρισα την ιδέα του παλτού και μετέθεσα την επιθυμία μου για την επόμενη χρονιά, όταν θα περνούσα στην επόμενη τάξη και θα ήσαν όλοι διπλά ευχαριστημένοι από μένα. Μα το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και το επόμενο φθινόπωρο, και το μεθεπόμενο, ώσπου τελείωσε το σχολείο και μπήκα μοναχός και δίχως παλτό στην περιπέτεια της ζωής όπου, δόξα τω θεώ, αρκετά καλά τα κατάφερα.


Πέρασαν τα χρόνια και η τύχη το έφερε να βρεθώ με την οικογένειά μου στις Βρυξέλλες. Εκεί λύσαμε πολλά προβλήματα. Περισσότερα χρήματα, καινούριες εμπειρίες, τα παιδιά έμαθαν κι άλλες γλώσσες, έμαθαν την όπερα, τα θέατρα, τον Μολιέρο, τον Μπαχ, γνώρισαν μέρη που μέχρι τότε τα ήξεραν μόνο μέσα από τα βιβλία της ιστορίας και της γεωγραφίας, είδαν πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από την παλάμη τους και κουράζεσαι να τον περπατάς. Τα ντύσαμε με ωραία ρούχα, με όμορφα παπούτσια και όλα τα σχετικά. Αγοράσαμε κι εμείς όμορφα και ακριβά ρούχα και νιώσαμε υπέροχα μέσα σ’ αυτόν τον καταναλωτικό παράδεισο.
Κι εκεί, τον τελευταίο χειμώνα που περάσαμε στην πρωτεύουσα της Ευρώπης, κυνηγώντας τις εκπτώσεις μαζί με χιλιάδες καλοπληρωμένους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έπεσα πάνω σ’ ένα παλτό. Ήταν ένα πανέμορφο καμηλό παλτό Burberry, και ήταν σαν να το είχε φτιάξει ο σχεδιαστής στα δικά μου τα μέτρα. Το δοκίμασα με κρυφή χαρά. Πρώτη φορά φορούσα παλτό και ήμουν σαράντα οχτώ χρονών.


«Τι να το κάνω;», λέω στη γυναίκα μου, «σήμερα δεν υπάρχουν χειμώνες, δεν κρυώνει ο κόσμος πια, δεν θα το φορέσω ποτέ, τζάμπα θα πάνε τα λεφτά».
«Σου το κάνω δώρο», μου είπε με νόημα, καθώς γνώριζε την ιστορία αυτού του απωθημένου, και μου το αγόρασε.
Έτσι, σήμερα, χωρίς απωθημένα πλέον, φοράω τις ημέρες των Χριστουγέννων το παλτό μου και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι, και η γυναίκα μου διηγείται στα παιδιά, για χιλιοστή φορά, την ιστορία του παλτού, για να μαθαίνουν, λέει, πως σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν πράγματα αυτονόητα.

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

P4C ή Philosophy for Children


Τα χρόνια που η Αμερική συγκλονιζόταν από τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο φιλόσοφος και παιδαγωγός Matthew Lipman διαπίστωνε ότι οι συμπατριώτες του, ακόμα και οι πιο καλλιεργημένοι, είχαν δυσκολία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με το εάν υπάρχει σοφία ή ηθική στον πόλεμο. Μα και οι φοιτητές του, όχι μόνο δεν ήσαν σε θέση να επιχειρηματολογήσουν για οποιοδήποτε ζήτημα, αλλά ούτε για τον εαυτό τους δεν μπορούσαν να μιλήσουν με τρόπο οργανωμένο και συστηματικό.


Ο  Lipman τότε σκέφτηκε κάτι εντελώς ριζικό: την εισαγωγή της φιλοσοφίας στο προσχολικό κιόλας στάδιο και τη διδασκαλία της μέχρι το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής των ανθρώπων.
Η ιδέα του αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από δύο πλευρές. Από τους θεωρητικούς της εκπαίδευσης, όπως ο Jean Piaget, οι οποίοι υποστήριξαν ότι τα παιδιά έως τα δώδεκα χρόνια τους δεν έχουν αναπτύξει την απαιτούμενη για τη διδασκαλία της φιλοσοφίας μεταγνωστική σκέψη. Αλλά και από τους δασκάλους, οι οποίοι δυσφόρησαν για την εισαγωγή ενός ακόμη μαθήματος στο ήδη επιβαρυμένο σχολικό curriculum.


Όμως ο Lipman δεν το έβαλε κάτω. Εγκαταλείποντας το Πανεπιστήμιο Columbia για το Montclair State College, είχε βρει τη μέθοδο, αυτήν που σήμερα ονομάζουμε P4C, δηλαδή Philosophy for Children. Ίδρυσε, λοιπόν, το Institute for the Advancement of Philosophy for Children (IAPC)και δημοσίευσε το πρώτο του φιλοσοφικό μυθιστόρημα για παιδιά με τίτλο Harry Stottlemeiers Discovery.


Η πρόταση του Lipman γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κυρίως στις αγγλοσαξωνικές χώρες, αλλά και σε ορισμένες γαλλόφωνες, ενώ παρόμοιες θέσεις ανέπτυξαν ο σπουδαίος Gareth Matthews, ο Michel Tozzi, που κατατάσσεται στο γαλλικό «δημοκρατικο-φιλοσοφικό» ρεύμα, ο Oscar Brenifier, ο οποίος εισηγήθηκε τη σωκρατική μέθοδο διδασκαλίας κ.ά.

Πηγές για τις εικόνες:
http://tempopieno.altervista.org/p4c.htm

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Για τα γλυπτά του Παρθενώνα


Μετά από κάμποσο καιρό σχετικής αποχής, είμαι πάλι εδώ, ελπίζω με μεγαλύτερη συνέπεια, και πάντως με ακόμα περισσότερη καλή διάθεση.

Για σήμερα, ένα βίντεο που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο, με τον εξαιρετικό ηθοποιό Stephen Fry να αποτίει φόρο τιμής στην Ελλάδα και να επιχειρηματολογεί για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα: 


Πηγή: