Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

P4C ή Philosophy for Children


Τα χρόνια που η Αμερική συγκλονιζόταν από τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο φιλόσοφος και παιδαγωγός Matthew Lipman διαπίστωνε ότι οι συμπατριώτες του, ακόμα και οι πιο καλλιεργημένοι, είχαν δυσκολία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με το εάν υπάρχει σοφία ή ηθική στον πόλεμο. Μα και οι φοιτητές του, όχι μόνο δεν ήσαν σε θέση να επιχειρηματολογήσουν για οποιοδήποτε ζήτημα, αλλά ούτε για τον εαυτό τους δεν μπορούσαν να μιλήσουν με τρόπο οργανωμένο και συστηματικό.


Ο  Lipman τότε σκέφτηκε κάτι εντελώς ριζικό: την εισαγωγή της φιλοσοφίας στο προσχολικό κιόλας στάδιο και τη διδασκαλία της μέχρι το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής των ανθρώπων.
Η ιδέα του αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από δύο πλευρές. Από τους θεωρητικούς της εκπαίδευσης, όπως ο Jean Piaget, οι οποίοι υποστήριξαν ότι τα παιδιά έως τα δώδεκα χρόνια τους δεν έχουν αναπτύξει την απαιτούμενη για τη διδασκαλία της φιλοσοφίας μεταγνωστική σκέψη. Αλλά και από τους δασκάλους, οι οποίοι δυσφόρησαν για την εισαγωγή ενός ακόμη μαθήματος στο ήδη επιβαρυμένο σχολικό curriculum.


Όμως ο Lipman δεν το έβαλε κάτω. Εγκαταλείποντας το Πανεπιστήμιο Columbia για το Montclair State College, είχε βρει τη μέθοδο, αυτήν που σήμερα ονομάζουμε P4C, δηλαδή Philosophy for Children. Ίδρυσε, λοιπόν, το Institute for the Advancement of Philosophy for Children (IAPC)και δημοσίευσε το πρώτο του φιλοσοφικό μυθιστόρημα για παιδιά με τίτλο Harry Stottlemeiers Discovery.


Η πρόταση του Lipman γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κυρίως στις αγγλοσαξωνικές χώρες, αλλά και σε ορισμένες γαλλόφωνες, ενώ παρόμοιες θέσεις ανέπτυξαν ο σπουδαίος Gareth Matthews, ο Michel Tozzi, που κατατάσσεται στο γαλλικό «δημοκρατικο-φιλοσοφικό» ρεύμα, ο Oscar Brenifier, ο οποίος εισηγήθηκε τη σωκρατική μέθοδο διδασκαλίας κ.ά.

Πηγές για τις εικόνες:
http://tempopieno.altervista.org/p4c.htm

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Για τα γλυπτά του Παρθενώνα


Μετά από κάμποσο καιρό σχετικής αποχής, είμαι πάλι εδώ, ελπίζω με μεγαλύτερη συνέπεια, και πάντως με ακόμα περισσότερη καλή διάθεση.

Για σήμερα, ένα βίντεο που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο, με τον εξαιρετικό ηθοποιό Stephen Fry να αποτίει φόρο τιμής στην Ελλάδα και να επιχειρηματολογεί για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα: 


Πηγή:

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Νοέμβριος 2013)


Τέλος Νοεμβρίου και το διήγημα του μήνα από τον Βλάσση Τρεχλή. 


Πώς αυτοκτόνησε ο ασκητής Ησύχιος ο Αφρικανός


Ο χριστιανισμός χρησιμοποίησε δυο μορφές αυτοκτονίας,
περιβάλλοντάς τες με τα πιο υψηλά αξιώματα,
φορτώνοντάς τες με τις πιο υψηλές ελπίδες
και απαγορεύοντας με τον πιο φριχτό τρόπο όλες τις άλλες.
Μα είχε επιτρέψει το μαρτύριο και τον αργό εκμηδενισμό του ασκητή.
Νίτσε


Ο ασκητής Ησύχιος δεν κατάλαβε ποτέ πως ο θησαυρός που αναζητούσε βρισκόταν στην καρδιά ενός λαβυρίνθου που δεν είχε έξοδο.


Ξεχασμένος σε κάποιον αιώνα, είχε χάσει προ πολλού την ικανότητα να μετράει τον χρόνο. Αν δεν είχε τη βούληση να απαξιώνει την ύλη για χάρη μιας ιδέας, που είχε κι αυτή χαθεί μέσα στον απροσδιόριστο χρόνο, θα λέγαμε πως δεν διαφέρει από εκείνα τα ζώα της ερήμου, όπως οι σαύρες, οι σκαραβαίοι και τα σκαθάρια, που ζουν με τη μεγαλύτερη οικονομία τροφής και νερού, αφού η μοίρα το έφερε να ζουν στο πιο άνυδρο και στο πιο φτωχό μέρος της γης. Από αυτή τη συνήθεια, που μοιάζει με ακατανίκητη ιδέα, δεν μπορούν να απαλλαγούν γιατί δημιούργησαν μέσα στους αιώνες τα ιδιαίτερα ένστικτα επιβίωσης των ζώντων οργανισμών της ερήμου. Οι βιολόγοι λένε πως αυτούς τους οργανισμούς, αν τους μετακομίζαμε σε μια περιοχή με πιο πλούσια βλάστηση και ευκολότερη τροφή, δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν, γιατί το ζητούμενο με αυτά τα ζωντανά φαίνεται πως δεν είναι το να βρουν εύκολα την τροφή τους, που έτσι κι αλλιώς είναι ιδιαίτερα λιτή, αλλά το να προστατευτούν από τους εχθρούς τους που είναι περισσότεροι και απειλητικότεροι σε μέρη με πλουσιότερη βλάστηση.
Ο ασκητής πέτυχε στην έρημο όσα είχαν πετύχει και οι μόνιμοι κάτοικοί της. Είχε ξεχάσει πως υπάρχουν εχθροί, αφού είχε να δει άνθρωπο εδώ και πολλά χρόνια, και είχε προσαρμόσει τις διατροφικές του απαιτήσεις σ’ αυτά που θα μπορούσε να του προσφέρει η έρημος.
Μάζευε τις λίγες σταγόνες νερού που η νυχτερινή δροσιά έφερνε ως τις κοιλότητες των βράχων. Σ’ αυτές τις κοιλότητες συντηρούνταν κάποια ελάχιστα αγριόχορτα που αποτελούσαν την κύρια τροφή του. Πολλές φορές ανακάλυπτε πεθαμένα σκαθάρια που ήσαν αφυδατωμένα από τη ζέστη. Αυτά τα σκαθάρια τα τοποθετούσε σε ένα γούβωμα που είχε λαξέψει στον βράχο και είχε λειάνει με υπομονή και μεράκι. Εκεί τα χτυπούσε μέχρι να γίνουν σκόνη και μ’ αυτή τη σκόνη πασπάλιζε τα χόρτα που είχε πάντοτε για μεσημεριανό του.


Εκτός από τις ώρες που αφιέρωνε για να λατρεύει τον Θεό, όλος ο υπόλοιπος χρόνος του εξαντλούνταν στο κυνήγι της δυσεύρετης τροφής του. Μόνο τα βράδια ξάπλωνε ανάσκελα και συνομιλούσε με τα αστέρια που μέσα στον νου του σχημάτιζαν τη βιβλική εικόνα του Θεού, των αγγέλων, των αγίων και όσων κατοικούσαν σ’ αυτό το παραδείσιο μέρος του ουρανού. Είχε δώσει ονόματα στους πιο φωτεινούς πλανήτες και στη γεωμετρία των σχημάτων είχε προσθέσει καμπύλες, γιατί το μάτι του είχε μάθει πως τίποτα στη γη δεν είναι πραγματικά ευθύγραμμο.
Πολλές φορές το φεγγάρι το διαδεχόταν ο ήλιος και δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει πως ο ήλιος ήταν ο πραγματικός Θεός που στην παρουσία του όλα χάνονταν, μα αυτό δεν ήθελε να το παραδεχτεί αφού σ’ αυτά τα μέρη οι πολύ παλιοί κάτοικοι λάτρευαν τον ήλιο σαν Θεό. Για να μην έρθει σε σύγκρουση με έναν αντίπαλο Θεό, χανόταν στο βάθος της σπηλιάς του για να μην τον βλέπει, άλλοτε προσευχόμενος με κλειστά τα μάτια και άλλοτε ψάχνοντας στο ημίφως για ξεραμένα σκαθάρια.
Η ανθρώπινη εικόνα του δεν είχε σημασία για κανέναν, αφού δεν υπήρχε κάποιος καθρέφτης για να δει το είδωλό του, ούτε κάποιος άλλος άνθρωπος για να παραξενευτεί από αυτό που θα έβλεπε. Τα μόνα ζωντανά όντα που τον αντίκριζαν ήσαν οι σαύρες, οι σκαραβαίοι και κάπου κάπου ένα γεράκι από ψηλά, που έψαχνε τη φωλιά κάποιου φιδιού. Αλλά τι θα μπορούσαν να πουν τα ζωντανά για την εικόνα ενός ασκητή. Για τις σάρκες του που είχαν χαθεί, για τα μάτια του που είχαν βυθιστεί μέσα στις κόγχες τους, για τα μαλλιά και τα γένια του που έτρεχαν άτακτα πάνω του, για τα γυμνά πόδια του που είχαν σκληρύνει για να προφυλαχτούν από την καυτή άμμο και τις κοφτερές πέτρες.


Ο ασκητής έλεγε πως είχε ξεχάσει τον τόπο που μεγάλωσε. Το χωριό που ήταν πλάι στο ποτάμι. Το εύφορο χώμα που έδινε όλα τα καλά του Θεού. Τους καλούς και τους κακούς ανθρώπους. Τα συνομήλικα αγόρια που πλατσούριζαν μαζί στα νερά των καναλιών. Το αυθόρμητο γέλιο τους. Τα κορίτσια που θέριζαν τα σιτηρά τραγουδώντας. Τον πατέρα και τη μάνα του. Τα έξι αδέρφια του και τις τρεις αδερφές του. Ο ασκητής έκλεινε τα μάτια του όταν τον επισκέπτονταν τέτοιες εικόνες. Θεωρούσε εχθρό του τη μνήμη και για να την εκμηδενίσει προσευχόταν με τις ώρες.
Και είναι να αναρωτιέται κανείς ποια δύναμη έστειλε αυτόν τον άνθρωπο στην ερημιά για να σκοτώσει τα δώρα του Θεού. Ποια δύναμη τον έστειλε για να μειώσει και τελικά να σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό, να μηδενίσει την ύπαρξή του, να εξαφανίσει το ανθρώπινο γένος. Ποιος μπορεί να διακρίνει σημάδια αγάπης σ’ αυτές τις επιλογές; Μόνο βαθιά σημάδια αγνωσίας μπορεί να διακρίνει κανείς μαζί με μια σιχαμερή περιφρόνηση για καθετί που αναπνέει πάνω σ’ αυτή τη γη.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Οκτώβριος 2013)


Τελευταία ημέρα του Οκτωβρίου και το διήγημα του μήνα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Τρεις ιστορίες γραμμένες σε στυπόχαρτο


Η πρώτη

Ο καπετάνιος γύρισε σελίδα στο ημερολόγιο του πλοίου, πήρε την πένα, βύθισε τη μύτη της στο μελανοδοχείο και έγραψε στην κορυφή του φύλλου με όμορφα γράμματα την ημερομηνία. Από κάτω συνέχισε:

Το ταξίδι συνεχίζεται ήρεμα όπως ήταν και τη νύχτα.

Τοποθέτησε ένα καθαρό στυπόχαρτο ανάμεσα στις σελίδες και το έκλεισε.
Μέχρι το βράδυ το βιβλίο άνοιξε και έκλεισε άλλες τρεις φορές. Την τελευταία φορά είχαν καλυφτεί τα δύο τρίτα της σελίδας. Το στυπόχαρτο ήταν πάντα ανάμεσα στα φύλλα και απορροφούσε το μελάνι που έβγαινε από τα τραύματα του χαρτιού.

____________________

Η δεύτερη

Ο καπετάνιος γύρισε σελίδα στο ημερολόγιο του πλοίου και έγραψε τελείως μηχανικά την ημερομηνία και τις συνηθισμένες λέξεις από κάτω. Ύστερα το έκλεισε με θόρυβο. Το βιβλίο αναπήδησε μια-δυο φορές πάνω στο τραπέζι και πήρε μια θέση στραβή. Από το τράνταγμα, το στυπόχαρτο στριμώχτηκε βίαια ανάμεσα στις σελίδες. Πίστεψε πως το μαλώνανε για κάτι και ρούφηξε με πάθος το μελάνι. Αντιπαθούσε κάτι τέτοιους τύπους. Αυτό, που η μοίρα του το έμαθε να χαϊδεύει γράμματα και λέξεις, να χαϊδεύει ολόκληρες προτάσεις, να ψηλαφεί έννοιες και εικόνες, να του φέρονται έτσι; Σκέφτηκε για λίγο και έφερε στον νου του τις εικόνες από την προηγούμενη ζωή του. Για πρώτη φορά διαπίστωσε πως όλα γραφόντουσαν ανάποδα πάνω του.

_______________

Η τρίτη

Το ημερολόγιο έμεινε σήμερα κλειστό. Δεν βρέθηκε χέρι να το ανοίξει,να ανασάνει λίγο. Ήταν σαν στόμα ερμητικά κλειστό, με τα σφιχτά και ξασπρισμένα χείλη του κολλημένα στα δόντια. Αυτό το γεγονός το ανησύχησε και έφερε χίλιες δυο άσχημες σκέψεις στον νου του. Τις παραμέρισε και χάιδεψε με έναν καλό λόγο το στυπόχαρτο,αλλά κι αυτό δεν κατάλαβε τίποτα έτσι όπως ήταν στριμωγμένο στη χθεσινή σελίδα.
«Δεν μπορώ να κάνω κάτι», σκέφτηκε το στυπόχαρτο με θλίψη, «ούτε καν να τεντωθώ. Φαίνεται πως αυτή είναι η μοίρα μου, να εξαρτώμαι πάντοτε από κάποιον άλλο».


Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Η γοητεία της σιωπής


Το 1928 η τεχνολογία δεν έχει ακόμα καταφέρει να επιτύχει την εισαγωγή του ήχου στις ταινίες. Είμαστε στο απόγειο του χολλυγουντιανού βωβού (ασπρόμαυρου) κινηματογράφου. Βέβαια, σταρ υπάρχουν και σ’ αυτήν την εποχή. Ο σκηνοθέτης Frank Borzage είναι ένας από αυτούς. Ηθοποιός ο ίδιος, εξαιρετικά όμορφος, καταφέρνει να γίνει ο ισχυρός άνδρας των Fox Studios και να είναι αυτός που θα παίρνει όλες τις αποφάσεις για τις πολλές ταινίες του. Σταρ είναι επίσης η Janet Gaynor, είκοσι δύο χρονών το 1928 και η αγαπημένη πρωταγωνίστρια του Borzage. Είναι η πρώτη που κερδίζει από την Ακαδημία βραβείο καλύτερης ηθοποιού για την παρουσία της σε τρεις ταινίες: Sunrise: A Song for two Humans, Seventh Heaven και Street Angel . Οι δύο τελευταίες είναι σκηνοθετημένες από τον Borzage και με τον Charles Farrell στον πρώτο ανδρικό ρόλο, ενώ και στις τρεις απονεμήθηκε από την Ακαδημία βραβείο καλύτερης ταινίας.


                     Ο Frank Borzage

Γυρισμένη το 1928, η ταινία Street Angel είναι ένα ερωτικό μελόδραμα, του είδους που ο Borzage λάτρευε υπενθυμίζοντας στους θεατές του που ήσαν έτοιμοι να συγκινηθούν πως η ίδια η ζωή είναι ένα μελόδραμα. 


Η υπόθεση του έργου είναι στοιχειώδης: μια νεαρή που καταδικάζεται σε φυλάκιση για να σώσει την άρρωστη μητέρα της, ο έρωτας στο πρόσωπο ενός νεαρού ζωγράφου, ένα πορτραίτο της που εύκολα επιχρωματίζεται για να κρεμαστεί ως εικόνα της Παναγίας σε μία εκκλησία, το παρελθόν που ξαναγυρίζει, ο χωρισμός των δύο ερωτευμένων και η τελική τους, «ιερατική», ένωση χάρη στο πορτραίτο το οποίο αποτυπώνει την αληθινή, την  αγγελική φύση της νεαρής. Η αγάπη είναι το μέσον για να υπερβεί κανείς τη σκληρότητα του φυσικού κόσμου: είναι το απώτερο μήνυμα της ταινίας.
Η γοητεία της ταινίας προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο η υπόθεση οπτικοποιείται. Ο Borzage αφήνει την εικόνα να μιλήσει, δείχνει ό,τι μπορεί να δειχθεί χρησιμοποιώντας ελάχιστα τους μεσότιτλους. 


Κατασκευάζει για τους πρωταγωνιστές του καταστάσεις που τους διευκολύνουν να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους με την έκφραση του προσώπου τους και τις κινήσεις του σώματος. Αξιοποιεί τη φυσική παρουσία των δύο πρωταγωνιστών του: ο πανύψηλος Gino προστατεύει τη μικρόσωμη Angela ώσπου να αποδειχθεί ότι στην πραγματικότητα εκείνη τον προστατεύει και τον σώζει. 


Παίζει με το φως και το σκοτάδι, εναλλάσσοντας αυτά τα δυο με τρόπο περίπου συμβολικό. Στήνει το σκηνικό του σε μια Νάπολη τόσο αφαιρετική που δεν μπορεί να είναι πραγματική, αλλά αποτελεί έναν άλλο, εντελώς ιδιαίτερο, επινοημένο κόσμο, τον κόσμο του Borzage αυτοπροσώπως. Δημιουργεί ένα ομιχλώδες παραπέτασμα που καλύπτει τους δύο του ήρωες στις πιο κρίσιμες στιγμές της πλοκής.  Την ταινία τη διατρέχει ένα ρυθμικό μοτίβο που το σφυρίζουν οι δύο πρωταγωνιστές ως κώδικα επικοινωνίας.  
Μια ταινία του βωβού κινηματογράφου. Τα λίγα τεχνικά μέσα δεν αποτελούν εμπόδιο: είναι μια δυνατή, μεστή δημιουργία.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Maria Callas


Η Maria Callas στο Summertime του George Gershwin από την όπερα Porgy and Bess (1935).


Και σε μια από τις δημοφιλέστερες άριες: Casta Diva από την όπερα Norma του Vincenzo Bellini σε λιμπρέτο του Felice Romani.


Τριάντα έξι χρόνια σήμερα από τον θάνατό της.

Πηγή:

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Σεπτέμβριος 2013)


Σεπτέμβριος και το διήγημα του μήνα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η μοναδική βεβαιότητα


Σήμερα το πρωί, ψαχουλεύοντας στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου, έπεσα πάνω στις παράξενες ιστορίες του Ευγένιου Ζουρνταίν με τίτλο Ιστορίες της δικιάς μου Ανατολής. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1901 και από μια ιδιοτροπία του συγγραφέα κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα. Πίστευε ο Ευγένιος Ζουρνταίν πως όσο πιο περιορισμένος είναι ο αριθμός των αντιτύπων ενός καλού βιβλίου τόσο πιο πολύτιμο γίνεται. Παραξενιά θα πει κάποιος, μα φαίνεται πως με παραξενιές στολίζεται η ιστορία του κόσμου.


Διάβασα από αυτό το βιβλίο τρεις συνεχόμενες ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι και μια.

Η πρώτη ιστορία:

«Ο ξεχασμένος Κέλτης βασιλιάς, με ένα όνομα χαμένο στον λαβύρινθο της ιστορίας, προκειμένου να νομιμοποιήσει τη βασιλεία του, θυσιάζει τη μια και μοναδική φορά που απαιτεί η παράδοση μια ντουζίνα υπηκόους του, με πρώτο τον πρωτότοκο γιο του, στο όνομα κάποιας θεάς που στο στόμα των απλών ανθρώπων λεγόταν μάγισσα. Η μάγισσα δηλώνει την παρουσία της περνώντας μέσα από τα φυλλώματα των δένδρων και είναι πάντα αγριεμένη αφού έρχεται  με τους αέρηδες των μικρών ημερών. 


Ο Κέλτης βασιλιάς, υποταγμένος στα παιχνίδια της φαντασίας, σηκώνει τα χέρια του στον ουρανό και επικαλείται αυτό που δεν καταλαβαίνει. Πιστεύει πως το αντίδοτο στην αταξία των ανέμων είναι η υποταγή. Και η μέγιστη υποταγή είναι η θυσία της ύπαρξής τους». Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Η βεβαιότητα είναι η δύναμη των αμαθών». 


Η δεύτερη ιστορία:
«Δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, σε μια προσπάθεια προσδιορισμού του ρόλου του, λέει ο ηγεμόνας των ηγεμόνων: «Από όλες μου τις ιδιότητες κρατάω αυτήν που μου δίνει την περισσότερη δύναμη». Και κράτησε την ιδιότητα του ηγεμόνα των ηγεμόνων. Όταν άλλαξαν οι καιροί και έκανε με το κάρο το τελευταίο του ταξίδι, διαπίστωσε πως το ατσάλινο λεπίδι της  γκιλοτίνας είχε τη μεγαλύτερη δύναμη, αφού δεν του αντιστεκόταν ούτε ο ηγεμόνας των ηγεμόνων». 

Και η τρίτη ιστορία:
«Ο μεγάλος σοφός που το όνομά του δεν χάνεται στον λαβύρινθο της ιστορίας, μολονότι δεν γνωρίζουμε αν πράγματι υπήρξε ή είναι δημιούργημα του βιογράφου του, ξεκινάει τις έρευνές του με ένα παλιό αξίωμα:  
«Δεν γνωρίζω τίποτα και πρέπει να μάθω».
Δεν στρέφει τα μάτια του στον ουρανό αλλά στη γη.
«Αρκετά σκαλίσαμε στον ουρανό», λέει. «Καιρός να δούμε και τον κήπο μας».
Παίρνει μια πρόχειρη γραφίδα και ιχνογραφεί στο φρεσκοστρωμένο χώμα:
Η βεβαιότητα είναι η δύναμη των αμαθών.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που πρωτοσκάλισε τον κήπο του. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει προ πολλού και τα πόδια του ίσα που τον κρατούσαν. Άπειρες φορές έγραψε και έσβησε τις σκέψεις του δίχως να καταλήξει πουθενά. Η νύχτα αναιρούνταν από την ημέρα και η ημέρα από τη νύχτα. Αυτό που τον παραξένευε πιο πολύ ήταν η ευκολία με την οποία γινόταν αυτό.
«Τι θα κρατήσω τελικά από όλα αυτά;», αναρωτιόταν κατά καιρούς. «Όλα τα γράφω και όλα τα σβήνω. Μόνο τη βεβαιότητα της εναλλαγής δεν μπόρεσα να αναιρέσω όλα αυτά τα χρόνια».


Την επόμενη εαρινή ισημερία, τότε δηλαδή που η νύχτα με την ημέρα έχουν την ίδια διάρκεια, επιβεβαίωσε με την απώλεια της ύπαρξής του τη μοναδική βεβαιότητα».

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Μια καλή παρέα


Στο 17ο arondissement στο Παρίσι υπάρχει μια περιοχή που ονομάζεται Batignolles. Tον 19ο αιώνα η περιοχή έσφυζε από ζωή και γι’ αυτό την προτιμούσαν πολλοί νεαροί ζωγράφοι και ανάμεσά τους ο Édouard Manet, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του μια παρέα φίλων του που έγιναν γνωστοί ως Le groupe des Batignolles. Το 1870, ο Henri Fantin-Latour, θέλοντας να τιμήσει τον  Manet, τον ζωγραφίζει στο ατελιέ του περιστοιχισμένο από αυτήν την παρέα, σε ένα έργο με τίτλο Un atelier aux Batignolles.


Ο Manet, καθιστός μπροστά στο καβαλέτο, καρφώνει τα μάτια στο μοντέλο του, τον Zacharie Astruc, ζωγράφο, ποιητή γλύπτη και κριτικό τέχνης, που κάθεται ακριβώς απέναντί του. Είναι εκείνος που έχει κάμποσες φορές υποστηρίξει τους ιμπρεσιονιστές ενάντια στις επιθέσεις που από πολλούς έχουν δεχτεί. Γύρω τους, ντυμένοι με σκούρα κοστούμια, σοβαροί και αγέλαστοι, παρατηρώντας τον ζωγράφο να δημιουργεί, στέκονται άλλοι έξι καλλιτέχνες.
Ακριβώς πίσω από τον Manet, αφοσιωμένος να τον παρακολουθεί στο έργο του, είναι ο Γερμανός ζωγράφος Otto Schölderer και πλάι του, ο μοναδικός με καπέλο, είναι ο Auguste Renoir. O Émile Zola, που έχει επανειλημμένως υποστηρίξει τους ιμπρεσιονιστές με την πένα του, στέκεται δίπλα τους απορροφημένος να κοιτάζει κάτι άλλο, και κοντά του, κοιτάζοντας κι αυτός σε άλλη κατεύθυνση, είναι ο μουσικός Edmond Maître, ένας ακόμα υποστηρικτής των ιμπρεσιονιστών. Ψηλός, αρρενωπός, στέκεται αμέσως μετά ο γενειοφόρος Frédéric  Bazille, ο οποίος δύο μήνες αργότερα θα σκοτωθεί στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο,  ενώ στη γωνία του πίνακα, κρυμμένος σχεδόν, βρίσκεται ο Claude Monet. Το αγαλματάκι της Αθηνάς στον διάκοσμο του ατελιέ φαίνεται να προτείνει πως οι ιμπρεσιονιστές σέβονται τις καλλιτεχνικές παραδόσεις αντίθετα με όσα τους κατηγορούν.
Ο Henri Fantin-Latour, παραδοσιακός στην τεχνική  παρά τις κακές παρέες του, υπέβαλε το έργο στο Salon de Paris εκείνης της χρονιάς και η συμμετοχή του εγκρίθηκε. Ο πίνακας εκτέθηκε στον χώρο που τόσο πολύ πολέμησε τους ιμπρεσιονιστές κατηγορώντας τους για αντισυμβατικότητα.
Σήμερα το έργο εκτίθεται στο Παρίσι, στο Musée d’ Orsay.


Πηγή για τις εικόνα:
https://fr.wikipedia.org/wiki/Groupe_des_Batignolles