Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Jorge Luis Borges: to Die or not to Die?



Στους Λαβύρινθους του Jorge Luis Borges (ελλ. μτφ. Βαγγέλης Κατσάνης, Αθήνα: Πλειάς, 31982) υπάρχει ένα διήγημα με τίτλο «Ο κήπος των διχαλωτών μονοπατιών». 
Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο πράκτορας της γερμανικής αυτοκρατορίας Γιου Τσουν (το εξωτικό του όνομα τον κάνει πιο τρομερό στα μάτια ενός Δυτικού), απόγονος του φημισμένου Τσούι Πεν και διωκόμενος από έναν γερμανό λοχαγό, σκοτώνει τον σινολόγο Στέφεν Άλμπερτ, προκειμένου να υποδείξει στον αρχηγό του το όνομα της πόλης Άλμπερτ την οποία έπρεπε να βομβαρδίσει. Πριν όμως, συζητά με το θύμα του για τον λαβύρινθο του προγόνου του, του οποίου το μυστικό εκείνος έχει καταφέρει να ανακαλύψει. Αντίθετα από ό,τι όλοι πίστευαν, πρόκειται όχι για έναν χωρικό λαβύρινθο, αλλά για έναν λαβύρινθο άπειρου χρόνου. Ο Τσούι Πεν εγκαταλείπει τα πάντα και αφοσιώνεται σε δύο έργα που μοιάζουν καταρχήν απολύτως αντιφατικά μεταξύ τους: τη συγγραφή ενός βιβλίου και την κατασκευή ενός λαβύρινθου. Ο Στέφεν Άλμπερτ φωτίζει το μυστήριο χάρη σε ένα σημείωμα γραμμένο από τον ίδιο τον Τσούι Πεν: «κληροδοτώ στα ποικίλα μέλλοντα (όχι σε όλα) τον κήπο μου των διχαλωτών μονοπατιών». Το βιβλίο είναι ο λαβύρινθος. Στο έργο του ο Τσούι Πεν δημιουργεί ποικίλα μέλλοντα, διάφορους χρόνους, επιλέγοντας κάθε φορά όλες μαζί τις εναλλακτικές λύσεις ενός προβλήματος. Δημιουργούνται έτσι άπειρες διακλαδώσεις στον χρόνο, τερατώδεις αντινομίες και ένα μυθιστόρημα τόσο χαώδες, όσο ο ίδιος ο χρόνος. Είναι σε ένα από αυτά τα μέλλοντα που ο Γιου Τσουν σκοτώνει τελικά τον σινολόγο, ο ίδιος συλλαμβάνεται από τον διώκτη του και καταδικάζεται σε θάνατο, έχοντας όμως πρώτα εκπληρώσει την αποστολή του: ο αρχηγός του καταφέρνει να αποκωδικοποιήσει το μήνυμα που του έχει στείλει με τη δολοφονία του Άλμπερτ και έτσι η πόλη βομβαρδίζεται και η μάχη κερδίζεται.
Σε κάποιο άλλο μέλλον –ποιος ξέρει;- όλα μπορεί να έχουν γίνει αλλιώς..


Η συνάντησή μου με τον Jorge Luis Borges ξεκινάει όταν ήμουν 18 χρονών. Διάβασα τότε το καταπληκτικό Βιβλίο της Άμμου και εντυπωσιάστηκα κυρίως από το ομώνυμο διήγημα. Χρόνια πολλά έχουν περάσει από τότε, ακόμα όμως γοητεύομαι από τον παράξενο κόσμο του Αργεντίνου, γεμάτο με λαβυρίνθους, καθρέφτες και βιβλιοθήκες. Μέσα σε αυτό το μαγικό σύμπαν κατοικούν, Μινώταυροι και βασιλιάδες, δολοφόνοι και ντετέκτιβ, γκάουτσο και στρατιώτες. Α, ναι. Και τίγρεις! Ξαναγυρίζω στο έργο του με διάφορες αφορμές: κυρίως για να ξαποστάσω μετά από δαιδαλώδεις περιπλανήσεις σε άλλα λογοτεχνικά σύμπαντα, πιο ανθρώπινα, αλλά που σπάνια έχουν τη μαγεία του μπορχικού ρεαλισμού. Αντιφατικό, κι όμως ...
Σε μία από τις άπειρες διακλαδώσεις του λαβυρίνθου, που να είναι το ίδιο σαν να λες: σε μία από τις άπειρες διακλαδώσεις του βιβλίου, ο ήρωάς μας, ο Jorge Luis Borges, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1899, εργάστηκε για ένα διάστημα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της γενέτειρας πόλης του και αργότερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, άρχισε να χάνει την όρασή του όταν είχε μπροστά του χιλιάδες επιθυμητούς τόμους βιβλίων, ταξίδεψε πολύ, εργάστηκε ως καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια, παντρεύτηκε δύο φορές, απέκτησε μερικούς πολύ στενούς φίλους, κέρδισε κάμποσα βραβεία, έγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και κριτικές σε υπάρχοντα, αλλά και ανύπαρκτα, λογοτεχνικά έργα και πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986.
Σε κάποιο άλλο μέλλον –ποιος ξέρει;- όλα μπορεί να έχουν γίνει αλλιώς.


«Ένας άνθρωπος», γράφει ο Borges στον επίλογο της συλλογής του με τίτλο Ο Ποιητής, «βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους,καράβια, νησιά, ψάρια,σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του».




Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

C’est un cap? … c’est une péninsule!


Ο Hercule-Savinien de Cyrano de Bergerac, o μοναχικός ιππότης του τάγματος των Γασκόνων, που με το ξίφος του δαμάζει ορδές εχθρών, που με τους στίχους του πληγώνει τα αυτιά των φαύλων, αυτό το ελεύθερο πνεύμα, ο εκκεντρικός, ο παληκαράς, o ρομαντικός, έχει μια τεράστια μύτη! Κι αυτό του το ελάττωμα, για το οποίο όλοι τον χλευάζουν –όχι χωρίς επιπτώσεις-, τον εμποδίζει να διεκδικήσει την αγάπη της όμορφης Ρωξάνης.


Ο Cyrano υποχωρεί δανείζοντας συγχρόνως το ποιητικό του ταλέντο στον αντεραστή του, τον ωραίο Christian de Neuvillette, ο οποίος κατακτά τη Ρωξάνη με τα λόγια και τη φωνή του Cyrano

                              Syrano και Roxanne

Γεννημένος το 1619, ο Cyrano θα παρέμενε ενδεχομένως άγνωστος (μόνο δυο σκηνές από το έργο του Le Pédant joué θα διασώζονταν παραλλαγμένες στο έργο του Molière με τίτλο Fourberies de Scapin), αν δεν τον διάλεγε για ήρωά του ο Γάλλος δραματουργός του 19ου αιώνα Edmond de Rostand. Ο Rostand είναι ο πατέρας του ρομαντικού ήρωα που ξέρουμε εμείς σήμερα.

       O José Ferrer ως Syrano το 1950

Πόσο κοντά βρίσκεται ο μυθιστορηματικός ήρωας με τον πραγματικό Cyrano, ούτε το ξέρω ούτε, άλλωστε, έχει τόση σημασία. Το σημαντικό είναι πως αυτή η αντιφατική προσωπικότητα (γεμάτος αγριάδα αλλά και τρυφερότητα, αυστηρότητα αλλά και χιούμορ, περιθωριακός αλλά και αφόρητα μόνος) είναι ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς ήρωες της γαλλικής λογοτεχνίας και, πάντως, ένας από τους πιο αγαπημένους μας.


Από το 1897, που ανέβηκε στο Παρίσι η πρώτη παράσταση του έργου, ο Cyrano ήταν ο πρωταγωνιστής σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις, ταινίες, όπερες, μυθιστορήματα, τραγούδια. Μάλιστα, το 1986 χάρισε το όνομά του σε έναν αστεροειδή.
Από όλους ο πιο διάσημος Cyrano είναι ο Γάλλος ηθοποιός Gérard Deperdieu στην ταινία του 1990 με σκηνοθέτη τον Jean-Paul Rappeneau. Από αυτήν την ταινία, δείτε δύο σκηνές.


Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Paul Cézanne: ζωγραφίζοντας το όρος Sainte-Victoire


Στην περιφέρεια της Προβηγκίας, στη νότια Γαλλία, 30 χιλιόμετρα από τη Μασσαλία, βρίσκεται η πόλη Aix-en-Provence. Στα ανατολικά της υψώνεται το όρος Sainte-Victoire με τους αδρούς του όγκους. Σε ένα μικρό χωριό πλάι στο βουνό βρίσκεται η καλύβα όπου έμενε από το 1880 ο ζωγράφος Paul Cézanne. Από εκεί παρατηρούσε το βουνό, το οποίο αποτύπωσε, ανάμεσα στο 1882 και το 1906, μερικές δεκάδες φορές στα έργα του, που είναι σκορπισμένα σήμερα στα μουσεία όλου του κόσμου.


Τι είναι αυτό που κάνει έναν ζωγράφο να ζωγραφίζει το ίδιο και το ίδιο τοπίο, από διάφορες πλευρές, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, σε διαφορετικές εποχές, με ελαφρά τροποποιημένη κάθε φορά τεχνική;
Ο Cézanne, ζωγραφίζοντας το Sainte-Victoire, έκανε μια μεγάλη διαδρομή, από τον ιμπρεσιονισμό στον κυβισμό. Οι ιμπρεσιονιστές αναπαριστούν τα αντικείμενα όπως μας τα φανερώνει η στιγμιαία αντίληψη, ο Cézanne, πίσω από την ατμόσφαιρα που το περιβάλλει, αναζητεί το ίδιο το αντικείμενο. Θέλει να ζωγραφίσει την ύλη τη στιγμή που προσλαμβάνει μια μορφή, όπως το διατυπώνει ο Maurice Merleau-Ponty (Η αμφιβολία του Σεζάν. Το μάτι και το πνεύμα, Αθήνα: Νεφέλη, 1991, σ. 35). Στην πραγματικότητα, κάνει μια μεγάλη διαδρομή στην προσπάθειά του να αποδώσει, κατασκευάζοντας εμβληματικά συστήματα έκφρασης, τη συνάντησή του με τον κόσμο.
Ζωγραφίζει μόνος, με τους κριτικούς να μαίνονται εναντίον του («ζωγραφική ενός μεθυσμένου εκκενωτή βόθρων» θα χαρακτηρίσει τη δουλειά του κάποιος κριτικός) και τον ίδιο να διερωτάται μήπως αυτό το άλλο που εκείνος βλέπει και ζωγραφίζει οφείλεται απλώς και μόνο σε μια διαταραχή της όρασής του, σε ένα σωματικό ατύχημα.
Ο Cézanne ζωγραφίζει και ξαναζωγραφίζει το όρος Sainte-Victoire, επειδή η έκφραση αυτού που υπάρχει είναι μια ατελεύτητη προσπάθεια. Η εντύπωση παύει να συγκαλύπτει το ον, η ζωγραφική δεν είναι πια μια οπτική απάτη. Στα πρώτα του έργα με θέμα το Sainte-Victoire ο Cézanne σχεδιάζει, αποδίδει τα δέντρα σε πρώτο πλάνο και τις κορυφογραμμές στο βάθος. Σιγά-σιγά τα περιγράμματα υποχωρούν, ώσπου, στα τελευταία του έργα, οι γραμμές είναι ανύπαρκτες και οι διαφορετικοί όγκοι αποδίδονται μόνο με την εναλλαγή του χρώματος.

1882-85, 1885-87, 1904, 1904-06

Το τοπίο, έλεγε ο Cézanne, σκέφτεται τον εαυτό μου μέσα μου. εγώ είμαι η συνείδησή του.
Ο καλλιτέχνης βλάσταινε μαζί με το τοπίο.


Πηγές:

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Βλάσσης Τρεχλής, Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα

Το 2006 κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Αρμός το βιβλίο του Βλάσση Τρεχλή με τίτλο Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα. Μια περιπέτεια από άλλους καιρούς, γεμάτη με θρύλους, χρώματα, αρώματα και σοφία. Η Μεσόγειος, τα λιμάνια της, η μοίρα των ανθρώπων, ο έρωτας, ο αγώνας, η αναζήτηση, η αιωνιότητα, ο θάνατος ...  

    
Αναδημοσιεύω εδώ δύο από τις κριτικές που γράφτηκαν για το βιβλίο.
Η πρώτη γράφτηκε από τον Γιώργο Βιδάλη και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 15 Σεπτεμβρίου 2006:
Μια περγαμηνή κι ένας χάρτης Αλεξανδρινού σοφού του 2ου αιώνα μ. Χ. για ένα άγνωστο απάνεμο λιμάνι της Λευκής Θάλασσας, της Μεσογείου δηλαδή (ένας ειδυλλιακός τόπος πνευματικής γαλήνης και φυσικής ομορφιάς).
Χίλια χρόνια αργότερα ένας ριψοκίνδυνος καπετάνιος εμπορικού πλοιάριου από τη Συρία, ο Ώρος, θα βρει σ’ ένα παλαιοπωλείο ένα κομμάτι της περγαμηνής. Η ζωή του θα γίνει μια συνεχής περιπλάνηση, καθώς αναζητεί τα υπόλοιπα κομμάτια στα νότια παραθαλάσσια μέρη της μεσογείου (Αίγυπτος, Συρία, Παλαιστίνη, Κύπρος, Ρόδος κ.ά.)
Με γραφή που θυμίζει μάστορες αφηγητές παραμυθιών και δοκιμασμένους συγγραφείς θαλασσινών περιπετειών, η Βλάσσης Τρεχλής κάνει το πρώτο του λογοτεχνικό βήμα με το μυθιστόρημα «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» (εκδόσεις «Αρμός»). Οι σελίδες του είναι εμβαπτισμένες σ’ αισθήσεις, αξίες, όνειρα κι επιθυμίες, στη φιλία και τον έρωτα, στην αλμύρα των κυμάτων και στην κάψα της ερήμου. Η φαντασία με τη δράση, ο στοχασμός με την περιπέτεια, ο μύθος με την ποίηση εναλλάσσονται και συμπλέκονται αρμονικά, αναβιώνοντας τον πολύχρωμο κόσμο της νοτιοανατολικής Μεσογείου του 12ου αιώνα.
Πρόσωπα αντρικά και γυναικεία, που είτε ψάχνουν είτε δέχονται μοιρολατρικά το πεπρωμένο τους. Ένα μωσαϊκό ανθρώπων αποτελούμενο από ναυτικούς, εμπόρους, πόρνες, βοσκούς, ψαράδες κ.ά.
Μέσα από την «ανάσα των λέξεων» μπορεί ν’ αφουγκραστεί κανείς την ηχώ των αστεριών, τα μυστικά της άμμου, τον θάνατο του χρόνου, τις ρυτίδες του ουρανού, τη γλώσσα των μοναχικών ανθρώπων. Χωρίς να ξεχνάμε ότι «οι δρόμοι της θάλασσας στ’ αστέρια είναι γραμμένοι». Κι ότι «όλοι οι άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για ανοιχτούς ορίζοντες».
Ένα βιβλίο με άρωμα Χαλιμάς, που σε ταξιδεύει σ’ αλλοτινές εποχές. Ο Κόρτο Μαλτέζε, ο ευγενής τυχοδιώκτης ναυτικός του 20ού αιώνα, διά χειρός Ούγκο Πρατ σίγουρα θα έβρισκε κάποια μακρινή συγγένεια στον κεντρικό ήρωα του βιβλίου.

Η δεύτερη γράφτηκε από τη Λίζα Κοντομίχαλου και δημοσιεύθηκε στις 15 Μαΐου 2011 στην ένθετη έκδοση «7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ» της εφημερίδας Ριζοσπάστης:
Ξαναδιαβάσαμε το βιβλίο του Βλάσση Τρεχλή «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» των εκδόσεων ΑΡΜΟΣ, έργο εξαιρετικό! Πρόκειται για ένα θαυμάσιο ταξίδι μέσα στο χρόνο, στις πολυποίκιλες διαδρομές της Ιστορίας, στην αέναη περιπλάνηση του γένους των ανθρώπων, στον αγώνα τον καλό, στις συγκρούσεις και τις καταστροφές, στο όνειρο για την κατάκτηση της γνώσης, στην προσπάθεια κατανόησης του κόσμου και της ζωής! Ένα μυθιστόρημα συναρπαστικό που όποιος το διαβάσει δε θα το ξεχάσει ποτέ!
Στην αρχή της υπέροχης αφήγησης συναντάμε τον σοφό Αλεξανδρινό Ανώνυμο, του οποίου το έργο –περγαμηνές γεμάτες με τις σκέψεις του και ένας χάρτης σχεδιασμένος σε προβιά- χάθηκε μετά το θάνατό του. Χίλια χρόνια αργότερα, την εποχή «που η φροντίδα του μεταξοσκώληκα απασχολούσε πολλές πόλεις στη μεσόγειο», ο έμπορος Ώρος «ψάχνοντας να βρει μέσα στα δημιούργηματα των ανθρώπων το μέγεθος της ελευθερίας τους», ανακάλυψε στην αγορά της πόλης Ροζέτας, στο Δέλτα του Νείλου, τη χαμένη περγαμηνή του Αλεξανδρινού σοφού. Με οδηγό τον παλιό χάρτη, αυτός ο φιλομαθής καπετάνιος ξεκίνησε το πιο περιπετειώδες ταξίδι της ζωής του! Προορισμός του ήταν το λιμάνι που «κανείς ναυτικός δεν είχε πιάσει σκάλα σ’ αυτό»! Το καράβι του Ώρου, με τους αντρειωμένους αέρηδες της αναζήτησης στα πανιά του, ταξιδεύει τους αναγνώστες στην καθημερινότητα των λιμανιών, στις δυσκολίες του αγώνα των ναυτικών, στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα των ανθρώπων. Γύρω πάντα η Μεσόγειος, η Λευκή θάλασσα, με τις πανάρχαιες χώρες και τα λαμπερά νησιά, τους αέναους αγώνες και τους αθάνατους πολιτισμούς, που οι λαοί της και οι αιώνες γέννησαν. Το αίνιγμα της περγαμηνής παραμένει μυστήριο μέχρι τις τελευταίες σελίδες και η λογοτεχνική μαγεία, σε συνδυασμό με την εξαίρετη συγγραφική τέχνη, μας χαρίζει μια μοναδική εμπειρία! Η γλώσσα του βιβλίου, αστραφτερή γλώσσα ελληνική, είναι εξαιρετικά προσεγμένη, γεμάτη ολοζώντανες, απρόσμενες εικόνες, ποιητικές παρομοιώσεις, μεταφορικές προεκτάσεις! Και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό: Στις τελευταίες σελίδες του έργου του ο συγγραφέας μάς χαρίζει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον γλωσσάρι, ένα ακόμη μαγικό ταξίδι! Μας παρουσιάζει π.χ. γνωστές πόλεις με τα μεσαιωνικά τους ονόματα, μας οδηγεί σε μυστηριώδεις θάλασσες! Η Νέα Ιουστινιανή είναι η Αμμόχωστος, Η Νέμεσος σήμερα λέγεται Λεμεσός, Η Συκάμινος είναι η Χάιφα του Ισραήλ, η Τζουμπάιλ, στο Λίβανο, είναι η ιστορική πόλις Βύβλος, η θάλασσα των Βούρλων ή των Καλαμιών δεν είναι άλλη από την πασίγνωστη Ερυθρά θάλασσα! Αποκορύφωμα του περιπετειώδους ταξιδιού, αυτή τη φορά στου βιβλίου το γλωσσάρι, είναι η συνάντησή μας με τα ονόματα των ανέμων! Συναντήσεις γοητευτικές, πνευματική ευωχία με πλήθος γλωσσικών και ιστορικών πληροφοριών.

Αν θέλετε κάτι περισσότερο, μπορείτε να δείτε και αυτό: http://bibliofagos.blogspot.gr/2007/06/blog-post_23.html  

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

My name is Bond, James Bond!


Daniel Craig, Pierce Brosnan, Timothy Dalton, Roger Moore, George Lazenby, και ο ανεπανάληπτος, ο μοναδικός Sean Connery. Όλοι αυτοί είναι οι κινηματογραφικοί James Bond της πεντηκονταετίας.
Πενήντα χρόνια τώρα και ο μυθικός υπερκατάσκοπος εξακολουθεί να είναι ακόμα νέος, γοητευτικός και έτοιμος να σώσει τον κόσμο από κάθε λογής παρανοϊκούς που απειλούν να τον καταστρέψουν. Η συνταγή είναι απλή και πιασάρικη και γι’ αυτό ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας που επινόησε το 1953 ο μάλλον δευτεροκλασάτος συγγραφέας Ian Fleming ακόμα κλέβει καρδιές.

O Hoegy Carmichael
είναι κατά τον Ian Fleming ο ιδανικός Bond.

Μέσα στην καρδιά του ψυχρού πολέμου, ο Bond, πράκτορας της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας, της περίφημης ΜΙ6, με κωδικό όνομα 007, είναι το δυνατό χαρτί της Δύσης στον ανταγωνισμό της με το ανατολικό μπλοκ. Το αρρενωπό πρόσωπο του Bond, το ατσαλάκωτο σμόκιν του, το αγαπημένο Martini του –shaken, not stirred-, τα πανέμορφα κορίτσια του, τα πολυτελή του αυτοκίνητα, τα gadget που του προμήθευε ο Q, όλα αυτά έδειχναν την υπεροχή της Δύσης και βρίσκονταν στην υπηρεσία του πιο αποτελεσματικού ιδεολογικού πολέμου.

Η Aston Martin DS5,
που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στον Goldfinger.

Και η μοντέρνα εκδοχή της στο Skyfall.

Το περίφημο Walther PPK .

Με τον Bond η Δύση παίρνει τη ρεβάνς από τη Μόσχα η οποία, χρησιμοποιώντας μια εξαιρετικά ευφυή προπαγάνδα, είχε καταφέρει να ταυτίσει τη Δύση με το στερεότυπο του απολίτιστου, σχεδόν βάρβαρου, ρατσιστή, μεθυσμένου Αμερικανού της τσίχλας, της σεβρολέτ και των δολαρίων. CIA (Central Intelligence Agency), CCF (Congress for Cultural Freedom), Rockfeller Foundation, Carnegie Institution, Fairfield Foundation, Ford Foundation ήσαν τα όπλα της Αμερικής στον αγώνα της να ανακτήσει την τιμή της και να πείσει ολόκληρο τον κόσμο (μεταξύ άλλων και τους υπεροπτικούς ευρωπαίους συμμάχους της) πως η εικόνα της, όπως την παρουσίαζε η ύπουλη σοβιετική προπαγάνδα, δεν είχε καμία σχέση με τη χώρα της αλήθειας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας που πραγματικά ήταν. Κλασικός αθλητισμός, μπαλέτο, τζαζ, σκάκι, κινηματογράφος και τεχνολογία επιστρατεύθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό.
Η Ευρώπη πάλι, πεπεισμένη για την πολιτισμική της ανωτερότητα σε σχέση με όλους τους άλλους, καχύποπτη έναντι της Αμερικής, αλλά και προσβεβλημένη από τη συντονισμένη σοβιετική προπαγάνδα, ρίχνει στη μάχη τον James Bond, κυρίως τον κινηματογραφικό James Bond, που κάνει την εμφάνισή του δυναμικά το 1962, ενσαρκωμένος από τον Sean Connery, άριστη αποτύπωση του απαράμιλλου βρετανικού φλέγματος και στυλ. Πλάι του το πιο όμορφο κορίτσι του ever, η Ursula Andress, και απέναντί του ο Dr. No.


Τα χρόνια κύλησαν, ο ψυχρός πόλεμος έληξε, άλλοι πέντε ηθοποιοί διαδέχθηκαν τον Sean Connery στον ρόλο του Bond, σκηνοθέτες ήρθαν και παρήλθαν, διάσημοι μουσικοί έγραψαν ο ένας μετά τον άλλον το κεντρικό θέμα των ταινιών, πανέμορφα κορίτσια έπεσαν το ένα μετά το άλλο στην αγκαλιά του, νέοι αντίπαλοι ήρθαν στο προσκήνιο, όμως η γοητεία που ασκεί ο φονικός υπερασπιστής της τάξης και της ισορροπίας του κόσμου παραμένει. Στις 9 Νοεμβρίου θα υποδεχθούμε στην Ελλάδα τη νέα ταινία, την εικοστή τρίτη, του 007, με τίτλο Skyfall και Bond, για τρίτη φορά, τον Daniel Craig. Λένε πως είναι ο καλύτερος Bond του κινηματογράφου. Δεν θα συμφωνήσω.


Για μένα ο Bond έχει ένα μόνο πρόσωπο για πάντα: εκείνο του Sean Connery, που σημάδεψε την εποχή της αθωότητας του ήρωα –την εποχή της αφέλειας, λένε κάποιοι. Τότε που τα εφέ δεν ήσαν τόσο εντυπωσιακά και οι υποθέσεις δεν ήσαν τόσο περίπλοκες, τότε που το μπικίνι ήταν αποκάλυψη και δεν είχε περάσει από το μυαλό κανενός πως η μπύρα Heineken θα μπορούσε ποτέ να αντικαταστήσει το Martini.



Εξαιρετικά γοητευτικός ήταν ο Pierce Brosnan –δεν ξεχνώ την αρχική σκηνή του Tomorrow Never Dies, ο Bond χωρίς το σμόκιν του, αλλά με ένα καταπληκτικό δερμάτινο σακάκι, να τρέχει μέσα στις φλόγες και να είναι η επιτομή της κομψότητας. 


Pierce Brosnan

Συμπαθητικός ήταν και ο Roger Moore, με τις καρτουνίστικες γκριμάτσες του, αδιάφοροι οι εντελώς περιστασιακοί Timothy Dalton και George Lazenby.

Roger Moore

Timothy Dalton

George Lazenby

Όμως τούτος ο νέος Bond του Daniel Craig, με τους φουσκωμένους μυς, το γωνιώδες πρόσωπο και το παγωμένο βλέμμα, 


Daniel Craig

είναι ίσως πιο συμβατός με το σύγχρονο πρότυπο ομορφιάς, αλλά του λείπει αυτή η χαμογελαστή παιδικότητα που τον έκανε ανθρώπινο –κι όχι έναν ακόμα υπερήρωα.



Πηγές για τις εικόνες: