Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Γιαν Βερμέερ και Μάνος Χατζιδάκις. Οι κρυφές συναντήσεις τους μέσα στον χρόνο


Αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο του Βλάσση Τρεχλή που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οδός Πανός (Απρίλιος-Ιούνιος 2010).

Ο Ολλανδός ζωγράφος Γιαν Βερμέερ έζησε από το 1632-1675. Ο Μάνος Χατζιδάκις έζησε από το 1925-1994. Ο ζωγράφος του 17ου αιώνα ανακαλύπτει την απόλυτη ομορφιά του ορατού κόσμου. Επενδύει με μοναδικά χρώματα τους καθημερινούς ανθρώπους και τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από το περιεχόμενο του θέματος, από τη φόρμα, στο χρώμα. Ακολουθώντας την τάση της εποχής του, εγκαταλείπει τον ρόλο της χιουμοριστικής εικονογράφησης και ζωγραφίζει τους ανθρώπους σαν νεκρές φύσεις. Βλέποντας τη Γαλατού, ένα από τα πιο διάσημα έργα του, δεν νομίζω πως ενδιαφέρει κανέναν η σημειολογία των λεπτομερειών. Ό,τι νιώθουν τα μοντέλα του υπάρχει καλά κλεισμένο μέσα τους. Πέρασαν περισσότερα από διακόσια πενήντα χρόνια για να επανεκτιμηθεί το έργο του μεγάλου ζωγράφου, και αυτό έγινε από έναν πολυπράγμονα Γάλλο, τον Theophile Burger-Thore.



Τριακόσια χρόνια αργότερα, ένας δεκαοχτάχρονος μουσικός αναζητεί κάποιες φωτεινές άκρες μέσα στα σκοτάδια της γερμανικής κατοχής. Έχουν προηγηθεί οι προπολεμικές μουσικές των καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν. Την ίδια όμως εποχή, παράλληλα με τα τραγούδια των καφέ, μακριά από τα φώτα του δρόμου, εξελίσσεται ένα περιθωριακό είδος μουσικής, γνωστό σε μας ως ρεμπέτικο. Η φύση δείχνει να προχωράει από μόνη της.
Αυτή η διάχυση του συναισθήματος στα τραγούδια των καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν, αυτή η καρικατούρα τραγουδιού, μετατρέπεται μέσα στο «κενοτάφιο» όπου ζει ο ρεμπέτης σε νεκρή φύση του συναισθήματος, (αν και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά τα δυο είδη μπερδεύονται). Πολύ μακριά από τις συνθετικές απόπειρες του Καλομοίρη, που προσπαθούσε να δημιουργήσει κάτι επικό, κάποιοι απλοί τραγουδοποιοί ζωγράφιζαν με νότες την καθημερινή ζωή τους. Άνοιγαν έναν δρόμο χωρίς να το γνωρίζουν και, συγχρόνως, χωρίς να γνωρίζουν προς τα πού οδηγεί αυτός ο δρόμος. Και όλα αυτά ως τον ερχομό του Χατζιδάκι, το 1943.



Ο Χατζιδάκις δείχνει, με τις πρώτες του συνθέσεις, τις μουσικές του προθέσεις. Όμως αυτό δεν του αρκεί. Θέλει να μεταμορφώσει όλον τον κόσμο γύρω του. Το 1952 παίρνει έξι ρεμπέτικα τραγούδια και τους αφαιρεί τα κατάλοιπα μιας προηγούμενης συνήθειας. Αφαιρεί τα λόγια και τη φορτισμένη, με μια σειρά επαναλαμβανόμενων συναισθημάτων, φωνή, τους αφαιρεί τα περιττά στολίδια. Η πίκρα, ο πόνος, ο έρωτας χάνουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους. Και, καθώς οι ήχοι τρέχουν, αφού η μουσική σε αντίθεση με τη ζωγραφική τρέχει μέσα στον χρόνο, τα συναισθήματα ακινητοποιούνται και δίνουν χώρο στη μελωδία.
Δεν έχει παρά να ακούσει κανείς τις δυο εκτελέσεις αυτών των τραγουδιών, τη ρεμπέτικη και τη χατζιδάκεια, για να καταλάβει πως ο ήχος μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο στέρεο και περισσότερο ακριβές.
Έβλεπε ή άκουγε; Ο Βερμέερ σίγουρα έβλεπε το φως σαν πηγή και λόγο ύπαρξης της ζωγραφικής. Δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Θέμα ήταν καθετί που φωτιζόταν από τον ήλιο. Ο Βερμέερ δεν έπαιρνε τον ήλιο, το φως, για να φωτίσει κάποια μεγάλη σύλληψη. Απλά άφηνε το φως να πέσει πάνω σε καθημερινά πρόσωπα, σε ρούχα, σε κοσμήματα.
Ο Χατζιδάκις, από την άλλη, άκουγε τους μουσικούς φθόγγους, όπως κάποιος απλός άνθρωπος ακούει το κελαρυστό νερό να τρέχει στο ρυάκι. Και η αξία αυτού φάνηκε από τον τρόπο που αντέδρασε ο παραλήπτης. Ο μεταπολεμικός άνθρωπος ξύνει τα αυτιά του, τρίβει τα μάτια του, ανοίγει το επάνω κουμπί από το πουκάμισο, τα κορίτσια ανακαλύπτουν τη χάρη του γυμνού ποδιού, σμιλεύουν το χνάρι τους πάνω στην υγρή άμμο, τα φορέματα κυματίζουν γύρω από τα γυμνά κορμιά και παίζουν με τις αχτίνες του ήλιου.
Τα διαγράμματα είναι περισσότερο καθαρά από ποτέ.
Ο Βερμέερ ανακαλύπτει τη φύση μέσα από το φως. Ο Χατζιδάκις πλησιάζει τη φύση απενοχοποιώντας τους ήχους.
Οι κριτικοί είπαν πως ο Βερμέερ διαπαιδαγωγεί μέσα από τα θέματά του. Δεν έχουν δίκιο. Είναι το φως που κάνει αυτή τη δουλειά. Όπως και στους φωτόχαρους ρυθμούς του Χατζιδάκι, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μέσα στα χρώματα και μέσα στις μελωδίες όλοι έχουν δικαίωμα να υπάρξουν.
Καμιά ηγεμονική ιδέα δεν βρίσκεται πίσω από τον Βερμέερ. Καμιά κοινωνική αγκύλωση πίσω από τον Χατζιδάκι. Υπήρξε μνημειώδης η αντίθεσή του με τις κάθε λογιών εξουσίες. Αφαιρώντας και οι δυο τους τα ψευδή σημάδια μιας δήθεν πραγματικότητας, οδηγούν, ο μεν ζωγράφος τον θεατή σε κουκκίδες φωτός, ο δε συνθέτης τον ακροατή σε διαυγείς ήχους που βρίσκονται μακριά από τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Οι «αιθέριες δονήσεις» του φωτός, και στη μουσική και στη ζωγραφική, των δυο μεγάλων καλλιτεχνών, είναι η μεγάλη αλήθεια.
Γράφει η Σοφία Σπανούδη, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο του Μάνου, Για μια μικρή λευκή αχιβάδα: «Ο ρυθμός του είναι ελληνικός, φωτόχαρος …, στις αναλαμπές και τις φωτοσκιάσεις των ελληνικών χρωμάτων. Ένας ρυθμός φοιβόληπτος στον άκρατο διονυσιασμό του».
Σχολιάζει ο Theophile Burger-Thore: «Στον Βερμέερ το φως δεν είναι ποτέ τεχνητό. Είναι συγκεκριμένο και φυσικό, και ούτε ένας λεπτολόγος φυσιοδίφης δεν θα μπορούσε να το επιθυμήσει πιο ακριβές. Σε αυτή την ακρίβεια του φωτός οφείλει την αρμονία των χρωμάτων του».
Και αν στο Εργαστήρι του ζωγράφου, ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Ολλανδού καλλιτέχνη, είναι διάχυτη μια υπαρξιακή ευτυχία, όπως επισημαίνει ο Κλεμάν Ροσέ, και που αποτυπώνεται σε μια και μοναδική στιγμή, στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι είναι ο χρόνος που βοηθάει ώστε αυτή η ευτυχία να έχει διάρκεια.
Μπορεί κάποιος, λίγο πριν περάσει στον κόσμο του μυστηρίου της ύπαρξης, να επιθυμήσει, σαν να είναι η τελευταία επιθυμία ενός μελλοθάνατου, να συναντηθεί με ένα καλλιτέχνημα, όπως ο μυθιστοριογράφος Μπεργκότ, στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προύστ, επιθυμούσε να συναντηθεί με τον κίτρινο τοίχο που ζωγράφισε με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ο Βερμέερ στην Άποψη του Ντελφτ.



Και είναι ενδιαφέρον όταν διαπιστώνουμε πως το πέρασμα αυτό, από τον ήχο στην αιώνια σιωπή, …..μας παρασέρνει, μας μεθά…. όπως στο τραγούδι "Ένα ρολόι στο καπηλειό", από το έργο του Μάνου Η εποχή της Μελισσάνθης.
Οι ζωγράφοι, από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι τον Βερμέρ και από τον Βερμέερ μέχρι τον Πικάσο, συμφωνούν πως η στιγμή δεν έχει χρόνο, πως στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον, και όλος ο αγώνας είναι πώς θα ακινητοποιήσουν τη στιγμή.
Από την άλλη, ο συνθέτης, ενώ όλη του η προσπάθεια είναι να ενώσει μέσα σε ένα τραγούδι τις μικρές-μικρές στιγμές, παίζοντας με τον χρόνο, με τους στίχους του αυτοαναιρείται εκφράζοντας την αντίθετη επιθυμία: 

-Τι προσπαθείς;
-Να σταματήσω τη στιγμή
-Μας προσπερνά, δεν ωφελεί
-Αν φύγεις, φεύγει
-Δεν μπορώ. Ο χρόνος φεύγει , όχι εγώ…
-Ανέβα πάνω στο λεπτό, στον λεπτοδείχτη. Κράτα γερά
-Οι δείχτες σπρώχνουν το λεπτό, είναι από σίδερο γερό, δεν τους βαστώ...

Δεν γνωρίζω αν ο Χατζιδάκις στη ζωή του ένιωθε μόνος. Σίγουρα όμως στο συννεφοπατάρι όπου συχνάζει τώρα θα έχει κάποιες συναντήσεις που σε εμάς τους γήινους θα φαίνονται απίθανες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου