Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Ο David Ricardo για το ελεύθερο εμπόριο


 Η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου του 1996 συνέπεσε να γιορτάζεται στην Αμερική μόλις μία εβδομάδα πριν από τις κρίσιμες προκριματικές εκλογές στην περιοχή του New Hampshire. Λόγω της ημέρας, ο ρεπουμπλικανός προεδρικός υποψήφιος Patrick Buchanan μπήκε σε ένα ανθοπωλείο θέλοντας να αγοράσει για τη σύζυγό του μια δωδεκάδα τριαντάφυλλα. Και τι ανακάλυψε; Ότι τα περιζήτητα μέσα στο καταχείμωνο τριαντάφυλλα εισάγονταν από την Κολομβία. Ταράχτηκε, επειδή σκέφτηκε πόσες θέσεις εργασίας χάνονται για τους Αμερικανούς πολίτες και μοιράστηκε τις ανησυχίες του με τους ψηφοφόρους του εκφωνώντας έναν πύρινο λόγο κατά της εισαγωγής λουλουδιών. Ο προεδρικός υποψήφιος φαίνεται ότι αγνοούσε δύο βασικές έννοιες τις οποίες εισηγήθηκε στην οικονομική θεωρία ο γεννημένος το 1772 στην Αγγλία αλλά ολλανδοεβραϊκής καταγωγής David Ricardo με το έργο του Principles of Political Economy and Taxation (Αρχές της πολιτικής οικονομίας και φορολογίας): την έννοια του συγκριτικού πλεονεκτήματος (comparative advantage) και την έννοια του κόστους ευκαιρίας (opportunity cost), που και οι δυο περιγράφουν αυτό που ονομάζουμε ρικαρντιανό υπόδειγμα.


Πράγματι, δεν είναι καθόλου κολακευτικό για τους Αμερικανούς να χαρίζουν στις αγαπημένες τους, την ημέρα της γιορτής των ερωτευμένων, λουλούδια που προέρχονται από την Κολομβία. Όμως, όπως είναι γνωστό, για να παραχθούν λουλούδια τον χειμώνα, απαιτούνται θερμαινόμενα θερμοκήπια με μεγάλο κόστος ενέργειας, αλλά και διάφοροι άλλοι σπάνιοι οικονομικοί πόροι. Θα μπορούσε, παρόλα αυτά, η Αμερική, εάν το επιθυμούσε, να προωθήσει την παραγωγή τριαντάφυλλων διαθέτοντας τους απαραίτητους πόρους; Η απάντηση είναι ναι. Αλλά με τι κόστος; Προφανώς, η χειμωνιάτικη παραγωγή λουλουδιών θα απορροφούσε πόρους στερώντας τους από άλλον παραγωγικό κλάδο, ας πούμε από τον κλάδο των ηλεκτρονικών, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Είναι αυτό που ο Ricardo ονόμασε κόστος ευκαιρίας. Το κόστος ευκαιρίας των τριαντάφυλλων σε σχέση με των υπολογιστών ισούται με τον αριθμό των υπολογιστών που θα μπορούσαν να παραχθούν με τους πόρους που θα χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή συγκεκριμένου αριθμού τριαντάφυλλων.
Πρακτικά, αν στην Αμερική καλλιεργούνταν για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου 10.000.000 τριαντάφυλλα με πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν στην παραγωγή 100.000 υπολογιστών, το κόστος ευκαιρίας αυτών των 10.000.000 τριαντάφυλλων  θα ήταν ίσο με 100.000 υπολογιστές. Αν, αντίθετα, αυτά τα 10.000.000 τριαντάφυλλα καλλιεργηθούν στην Κολομβία, το κόστος ευκαιρίας θα ήταν πολύ μικρότερο, δεδομένου ότι εκεί, στο νότιο ημισφαίριο, ο Φεβρουάριος είναι μήνας της καλοκαιρινής περιόδου. Επιπλέον, η πιθανότητα, αντί για τριαντάφυλλα, να παραχθούν εκεί υπολογιστές, είναι αμφισβητούμενη, διότι οι Κολομβιανοί εργάτες δεν είναι τόσο αποτελεσματικοί όσο οι συνάδελφοί τους στην Αμερική στην παραγωγή πολύπλοκων προϊόντων. Ενδεχομένως, λοιπόν, αντί για 10.000.000 τριαντάφυλλα θα ήσαν σε θέση να παράγουν μόνον 3.000 υπολογιστές.


Αυτή διαφορά στο κόστος ευκαιρίας οδηγεί σε μια πολύ επωφελή διευθέτηση: η Αμερική μπορεί να μην καλλιεργεί τριαντάφυλλα και να διοχετεύσει τους αντίστοιχους πόρους στην παραγωγή υπολογιστών, ενώ η Κολομβία μπορεί να καλλιεργεί τριαντάφυλλα αποδεσμεύοντας πόρους από την παραγωγή υπολογιστών. Στην ουσία, αυτή η διευθέτηση αυξάνει το παγκόσμιο προϊόν και στους δύο κλάδους προϊόντων, αυξάνοντας έτσι την κατανάλωση και, συνεπώς, την παγκόσμια οικονομική πίτα. Τι έχει συμβεί; Κάθε χώρα εξειδικεύεται στην παραγωγή εκείνου του προϊόντος για το οποίο, σύμφωνα με τον  Ricardo, διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και εξάγει αυτό το προϊόν στο πλαίσιο του ελεύθερου εμπορίου. Οι δύο χώρες αγοράζουν τελικά η μία από την άλλη το προϊόν που χρειάζονται σε τιμή χαμηλότερη από το κόστος ευκαιρίας της καθεμιάς. Με απλά λόγια ο Patrick Buchanan αγόρασε τα τριαντάφυλλα για τη σύζυγό του σε τιμή χαμηλότερη απ’ ό,τι αν παράγονταν στην Αμερική, και μάλιστα τα αγόρασε χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την εργασία των Αμερικανών πολιτών.
Είναι στην πραγματική οικονομία όλα τόσο ρόδινα; Όχι πάντοτε. Διάφορα στοιχεία παρεμβαίνουν προκαλώντας αναταράξεις, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει τον γενικό κανόνα. Μάλλον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και στο ελεύθερο εμπόριο πρέπει να εφαρμόζονται κανόνες που επιβάλλονται εντός του πλαισίου του και όχι από παράγοντες έξω από αυτό.

Πηγές:

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Οι έξι Μεταφυσικοί Στοχασμοί του Descartes


Έξι στοχασμοί που αναπτύσσονται σε έξι ημέρες, όσες και οι ημέρες δημιουργίας του κόσμου. Αυτό είναι το περιεχόμενο του έργου του René Descartes Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Εντελώς τηλεγραφικά, λοιπόν:
Στον Πρώτο Στοχασμό, ο Descartes αναφέρεται στους λόγους που μας οδηγούν να σκεφτόμαστε με βάση την αμφιβολία για όλα. Η αμφιβολία είναι αναγκαία, διότι βοηθάει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις και να οδηγηθεί στην αλήθεια.
Στον Δεύτερο Στοχασμό, με αφετηρία την αμφιβολία, ο φιλόσοφος αναζητεί την ύπαρξη ενός δείγματος βεβαιότητας ή την τελική απόρριψη κάθε βεβαιότητας. Ένα μόνο είναι βέβαιο: ότι δεν υπάρχει τίποτα βέβαιο. Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι το ότι αμφιβάλλουμε, δηλαδή το ότι σκεπτόμαστε. Αφού παραδεχόμαστε ότι σκεφτόμαστε, τότε υπάρχουμε. Αυτό είναι το περίφημο cogito ergo sum. Ο άνθρωπος είναι πράγμα σκεπτόμενο που αμφιβάλλει. Ο Descartes οδηγείται έτσι στην πρώτη βεβαιότητα, που είναι η δική του ύπαρξη.


Στον Τρίτο Στοχασμό, ο φιλόσοφος διερευνά την ύπαρξη άλλων όντων πέρα από το σκεπτόμενο υποκείμενο. Αναφέρεται, λοιπόν, στις έμφυτες ιδέες, σε αυτές δηλαδή που υπάρχουν μέσα μας, και αναζητεί την προέλευσή τους. Για τον φιλόσοφο αληθινό είναι οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια και ευκρίνεια. Μέσα στο πνεύμα μας υπάρχουν οι ιδέες, και αυτές οφείλονται σε κάποιο αίτιο. Μια ανώτερη αιτία είναι η ιδέα που δημιουργεί όλες τις άλλες. Τούτη την ανώτερη ιδέα μόνον ένα τέλειο ον θα μπορούσε να την δημιουργήσει και αυτό το τέλειο ον είναι ο Θεός. Επομένως, η ιδέα ενός υπέρτατου τέλειου όντος έχει αντικειμενική πραγματικότητα, πράγμα που αποδεικνύει ότι είναι δημιούργημα ενός τέλειου όντος, δηλαδή του Θεού. Η ιδέα του Θεού είναι μέσα μας και έχει ως αίτιο τον ίδιο το Θεό. Ο Θεός είναι το μόνο ον που υπάρχει καθ’ εαυτό. Έτσι ο Descartes οδηγείται στη δεύτερη βεβαιότητα, που είναι η ύπαρξη του Θεού.
Από τον Τέταρτο Στοχασμό και εξής η διαδρομή αλλάζει και από το πνεύμα καταλήγουμε στο σώμα, από τον νου στη φαντασία, στις αισθήσεις. Ο άνθρωπος οδηγείται στη γνώση των άλλων πραγμάτων μέσω της γνώσης του Θεού. Ο Θεός, ως τέλειο ον, δεν είναι δυνατόν να μας παραπλανά. Η πλάνη οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος δεν συγκρατεί τη βούλησή του μέσα στα επιτρεπτά όρια, αλλά την επεκτείνει και σε επίπεδο που δεν κατανοεί. Η στέρηση έχει σχέση με την ίδια την ανθρώπινη πράξη, και όχι με την ικανότητα που έλαβε από τον Θεό. Ο άνθρωπος έχει προικιστεί από τον Θεό με ελευθερία βούλησης, αλλά είναι δικό του σφάλμα αν δεν μπορεί να την αξιοποιήσει.
Στον Πέμπτο Στοχασμό, γίνεται λόγος για την ουσία των υλικών πραγμάτων, δίνεται δηλαδή έμφαση σε αυτά που συλλαμβάνουμε με σαφήνεια. Υπάρχουν μέσα μας ιδέες ορισμένων πραγμάτων που δεν δημιουργούνται από εμάς, αλλά έχουν τη δική τους υπόσταση, όπως για παράδειγμα η καθορισμένη φύση ενός τριγώνου που αποδεικνύεται από τις ιδιότητες του τριγώνου. Ο Descartes αναγνωρίζει τη βεβαιότητα των μαθηματικών και γεωμετρικών αληθειών, και μέσα από αυτές παρουσιάζει μια νέα απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Αφού δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από την ουσία του τριγώνου το ότι το μέγεθος των τριών γωνιών ισούται με δύο ορθές, ακόμα περισσότερο η ύπαρξη δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από την ουσία του Θεού. Η βεβαιότητα και η αλήθεια των επιστημών εξαρτάται από τη γνώση του Θεού.
Στον Έκτο Στοχασμό, διαχωρίζεται η νόηση από τη φαντασία. Όταν το πνεύμα βρίσκεται στη διαδικασία της νόησης, στρέφεται στον εαυτό του και ελέγχει τις ιδέες που βρίσκονται σ’ αυτό, ενώ, όταν φαντάζεται, στρέφεται στο σώμα και παριστάνει μια σωματική μορφή. Η σύλληψη της ιδέας με εικόνα είναι έργο της φαντασίας, διαφορετικά, χωρίς εικόνα, είναι έργο του καθαρού πνεύματος. Σε αυτόν τον Στοχασμό γίνεται επανασύνδεση σώματος και πνεύματος, χωρίς όμως συγχώνευση.

Πηγή για τις εικόνες:

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Φιλοσοφικοί διάλογοι: René Descartes, Μεταφυσικοί Στοχασμοί


Tο 1640 ο René Descartes έχει ολοκληρώσει το έργο του με τίτλο Meditationes de prima philosophia, πιο γνωστό με το όνομα Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Το έργο αυτό, γραμμένο στα λατινικά και άρα απευθυνόμενο σε λόγιους και διανοούμενους, είναι η δεύτερη, μετά το Discours de la methode (Λόγος περί της μεθόδου), «αφήγηση» στην οποία ο φιλόσοφος περιγράφει τη μεταφυσική του μάχη ενάντια στην αμφιβολία. 
Όμως, τον Descartes τον τρώει η ανησυχία ότι ένα τέτοιο έργο, στο οποίο εκτίθενται μεταξύ άλλων και οι αποδείξεις του για την ύπαρξη του Θεού, δεν θα γινόταν θετικά δεκτό, θέτοντας σε κίνδυνο και την προσωπική του ελευθερία. Γι’ αυτό, κοινοποιεί το χειρόγραφο σε διακεκριμένους σύγχρονούς του θεολόγους και φιλοσόφους, με σκοπό να δοκιμάσει την πειθώ των επιχειρημάτων του και να συγκεντρώσει τις αντιρρήσεις και τις υποδείξεις τους. Έτσι γεννιούνται οι Πρώτες Αντιρρήσεις, μερικές από τις οποίες αρκετά εκτεταμένες, τις οποίες ακολουθούν οι Πρώτες Απαντήσεις του Descartes. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ανοίγει έναν πρωτοφανή διάλογο στην ιστορία της Φιλοσοφίας.
Στη συνέχεια, ο Descartes, για να νιώσει ακόμα πιο ασφαλής –οι καταδίκες του Giordano Bruno και του Galileo Galilei είναι πολύ νωπές-, στέλνει το έργο του, μαζί με τις Πρώτες Αντιρρήσεις και τις Πρώτες Απαντήσεις, στον επιστήθιο φίλο του και ιερέα Marin Mersenne. Εκείνος αναζητεί για χάρη του κριτές και σε σύντομο χρονικό διάστημα συλλέγει επτά σειρές Αντιρρήσεων, οι οποίες διατυπώνονται κατά σειράν: από τον Δανό θεολόγο Johannes Caterus, από διάφορους θεολόγους μη κατονομαζόμενους, από τον Άγγλο φιλόσοφο και προτεστάντη στο θρήσκευμα Thomas Hobbes, από τον Γάλλο φιλόσοφο Antoine Arnauld, από τον Γάλλο φιλόσοφο και ιερέα Pierre Gassendi, από διάφορους μη κατονομαζόμενους φιλοσόφους, από τον Ιησουίτη Pierre Bourdin. Ο Descartes απαντά σε όλες αυτές με το ύφος που προσιδιάζει σε καθεμιά. Επιπλέον, ζητάει επίσημη επιδοκιμασία από τους θεολόγους της Σορβόννης, η οποία όμως δεν του δίνεται ποτέ.


Το έργο εκδίδεται για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1641 στο Παρίσι (και όχι στην Ολλανδία όπου κατοικεί ο φιλόσοφος) με τον πλήρη τίτλο Meditationes de prima philosophia, in qua Dei existentia et animae immortalitas demonstratur (Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού και η αθανασία της ψυχής). Σε αυτήν την έκδοση γίνεται ρητή αναφορά στις αντιλογίες και στις σχετικές απαντήσεις του Descartes, και μάλιστα με την παράκληση του φιλοσόφου προς τους αναγνώστες, στον πρόλογο της έκδοσης, να μελετήσουν και τις μεν και τις δε πριν βιαστούν να αξιολογήσουν το έργο του.
Το έργο είναι αφιερωμένο «στους Κυρίους Κοσμήτορες και Διδάκτορες της εκκλησιαστικής Σχολής Θεολογίας του Παρισιού»!

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

Jack-O’-Lantern: μια κολοκύθα για το Halloween


Μια σκαμμένη μεγάλη πορτοκαλί κολοκύθα με φως στο εσωτερικό της: αυτό είναι το περίφημο Jack-O’-Lantern και η καταγωγή του πηγαίνει πολύ πίσω, σε έναν παλιό ιρλανδικό μύθο, στον οποίο μάλιστα η μεγαλοπρεπής κολοκύθα δεν ήταν παρά ένα ταπεινό ραπανάκι.


Ο Jack, άνθρωπος τσιγκούνης, μίζερος και μπαγαπόντης, κάλεσε για ποτό τον διάβολο. Όμως, μετά την οινοποσία, δεν ήθελε να βάλει το χέρι στην τσέπη και να πληρώσει. Γι’ αυτό έπεισε τον διάβολο να μεταμορφωθεί σε νόμισμα ώστε να πληρώσει μ’ αυτό. Και πάλι όμως, αντί να πληρώσει, έχωσε το νόμισμα στην τσέπη του πλάι σε έναν σταυρό, ο οποίος εμπόδιζε τον διάβολο να ξαναπάρει την κανονική του μορφή. Ο Jack απελευθέρωσε τελικά τον διάβολο, αφού πρώτα του απέσπασε την υπόσχεση ότι για έναν χρόνο δεν θα τον ενοχλήσει ούτε θα διεκδικήσει την ψυχή του μετά θάνατον. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά. Ο Jack, αυτήν τη φορά, παγίδευσε τον διάβολο σε ένα δέντρο και τον απελευθέρωσε μόνον αφού έλαβε την υπόσχεση ότι για δέκα χρόνια δεν θα τον ενοχλήσει. Τα χρόνια πέρασαν και ο Jack πέθανε. Ο παράδεισος, όμως, δεν τον δέχτηκε λόγω της τσιγκουνιάς και της κακίας του, δεν τον δέχτηκε όμως ούτε ο διάβολος, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να πάρει την εκδίκησή του για τα καψόνια που είχε υποστεί από αυτόν όσο ήταν ζωντανός. Του θύμισε, λοιπόν, ότι ήταν μέρος της συμφωνίας τους να μην διεκδικήσει την ψυχή του μετά θάνατον, και τον έδιωξε. Ήταν νύχτα και ο Jack φοβόταν να περπατήσει στο σκοτάδι. Ο διάβολος τότε του χάρισε ένα αναμμένο κάρβουνο που, για να μην του σβήσει, ο Jack έσκαψε ένα ραπανάκι που είχε στην τσέπη του και το έβαλε εκεί. Με αυτό το αυτοσχέδιο φανάρι ακόμα περιπλανιέται στον κόσμο χωρίς να μπορεί να ησυχάσει.



Και οι άνθρωποι, κάθε χρόνο, την παραμονή της γιορτής των Αγίων Πάντων (All Hallows Day), κατασκευάζουν Jack-O’-Lanterns, τα οποία έχουν αποτρεπτικές ιδιότητες και απομακρύνουν από τα σπίτια τους το γρουσούζικο φάντασμα του Jack. Προτιμούν, μάλιστα, τις κολοκύθες, για το λαμπερό πορτοκαλί τους, που έρχεται σε αντίθεση με το σκοτάδι των νεκρών και του θανάτου. Σιγά-σιγά, αυτή η παραμονή της γιορτής των Αγίων Πάντων καθιερώθηκε ως το γνωστό μας Halloween (All Hallows Evening), τη γιορτή που σημαδεύει το πέρασμα από το τέλος του καλοκαιριού στον χειμώνα που βρίσκεται προ των πυλών. Παιδιά, με τρομακτικές μεταμφιέσεις, μικροσκοπικά κακοποιά πνεύματα (μάγοι και μάγισσες καβάλα σε σκουπόξυλα και φαντασματάκια), τριγυρίζουν στα σπίτια δίνοντας στους ανθρώπους δύο επιλογές: trick or treat (φάρσα ή κέρασμα). Φυσικά, όλοι διαλέγουν το δεύτερο κι έτσι τα πιτσιρίκια αποχωρούν φορτωμένα γλυκίσματα και ζαχαρωτά.


Το Halloween έχει πολύ βαθύτερες ρίζες από τις κελτικές παγανιστικές παραδόσεις στις οποίες το αποδίδουν. Συνδέεται με τον πολύ ανθρώπινο φόβο του θανάτου και με την ανάγκη αυτός να αποτραπεί με το μέσο της φάρσας και της γελοιοποίησης. Τα τρομακτικά προσωπάκια που χαράζονται πάνω στις κολοκύθες έχουν πάντοτε ένα τεράστιο κοροϊδευτικό χαμόγελο.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019

Μια κιβωτός: Ceux de chez nous


Στις 22 Νοεμβρίου 1915 δημιουργήθηκε ένα φιλμάκι με τον παράξενο τίτλο: Ceux de chez nous, που είχε δημιουργό τον ιδιότυπο Sacha Guitry. Πώς να μεταφραστεί ο τίτλος στα ελληνικά; Ίσως: Οι δικοί μας άνθρωποι; Οι συμπατριώτες μας;
Ήταν ένα ντοκιμαντέρ. Καλύτερα … ήταν μια κινηματογραφική εγκυκλοπαίδεια.
Η ταινία ανοίγει με τον Guitry καθισμένο στο γραφείο του να εξηγεί πώς του ήρθε η ιδέα της ταινίας. Γύρω του, το δωμάτιο γεμίζει από τη συλλογή του με έργα τέχνης.
Ο Anatole France, η Sarah Bernhardt, ο Claude Monet, ο Octave Mirbeau, ο Edgar Degas, ο Edmond Rostand, ο Auguste Rodin, ο André Antoine, ο Camille Saint-Saens, o Pierre-Auguste Renoir, ο Henri Robert, όλοι τους στενοί φίλοι του Guitry και όλοι τους πια νεκροί. Όλοι αυτοί πρωταγωνιστούν σε ένα έργο με θέμα τον εαυτό τους και όχι μόνο ... Ο Sacha Guitry, μέσα στη φωτιά του πολέμου, «χαράζει εικόνες» για όλες τις μελλοντικές γενιές, δείχνοντας στον φακό αυτές τις προσωπικότητες στην οποίες η Γαλλία οφείλει τη λάμψη της. Μας ξεναγεί, διαβάζοντας τις σημειώσεις του, με τρόπο αποκαλυπτικό στον κόσμο αυτών των ανθρώπων, κινηματογραφώντας τους, επιπλέον, σε στιγμές οικείας καθημερινότητας: στο σπίτι, στο γραφείο, στο ατελιέ τους. Να κινούνται, να εργάζονται, να δημιουργούν, να απορούν τι θέλει αυτός ο περίεργος τύπος με την κάμερα μέσα στον ιδιωτικό τους χώρο.


Κρατάει κάτι από την στιβαρή προσωπικότητα του Rostand, την πάλη του Rodin με το μάρμαρο, την απλότητα και την αφοσίωση στην τέχνη του Monet, τη θεατρικότητα του νομικού Henri Robert, την ευφυΐα του Anatole France, τη χάρη του Degas, τη «συντηρητική καινοτομία» του Antoine, την τόλμη και την καυστικότητα του Octave Mirbeau, τη μυθική ιδιοφυΐα της Sarah Bernhardt, τη μουσική πρωτοτυπία του Saint-Saens, το πείσμα του Renoir για την τέχνη ενάντια στην ασθένεια και την αγάπη του για τα πιο καθημερινά θαύματα, τον ξεχωριστό χαρακτήρα του πατέρα του, του Lucien Guitry.
Ο Sacha Guitry επεξεργάστηκε αρκετά την ταινία. Χωρίς ήχο αρχικά και πιο σύντομη, της προσέθεσε ήχο στη συνέχεια και την έκανε εκτενέστερη. Το 1952 έγινε η τελική επεξεργασία με τη συνεργασία του Frédéric Rossif. Η ταινία έχει πια διάρκεια 55 λεπτών και είναι μια πραγματική κιβωτός που σώζει ό,τι έπρεπε να σωθεί από έναν κόσμο που αλλιώς μπορεί να άρχιζε να ξεθωριάζει.

Πηγή:

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς


Longtemps, je me suis couché de bonne heure. Τι να περιμένει κανείς από ένα λογοτεχνικό έργο του οποίου αυτή είναι η πρώτη φράση; Οπωσδήποτε, τίποτα δεν προδίδει ότι θα ακολουθήσουν 3.200 σελίδες. Κι όμως … θα έπρεπε, κυρίως εξαιτίας αυτού του «long» από το οποίο συντίθεται η πρώτη-πρώτη λέξη του μεγαλύτερου (με την έννοια όχι απλώς της μεγάλης έκτασης) μυθιστορήματος του 20ού αιώνα.
Ο Marcel Proust έκανε πολλαπλές δοκιμές για να καταλήξει στη σύντομη –τι πλάκα πρέπει να έσπασε!- και κοινότοπη –τι ειρωνεία!- εισαγωγική φράση του À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο). Το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου εύκολο: η έκτασή του, ο συνεπής με το πνεύμα του έργου μακροπερίοδος λόγος, οι τεράστιες παράγραφοι, οι λεπτομερείς καταγραφές του, οι μακρόσυρτες εσπερίδες τις οποίες αφηγείται, τα βαρυφορτωμένα μοδάτα φορέματα που περιγράφει, οι αναλυτικότατα διατυπωμένες σκέψεις του, οι ματαιωμένοι του έρωτες, ένα πέπλο πένθους για όσα γρήγορα περνούν. Όλα διογκωμένα και μεταφερμένα με ματιά καλειδοσκοπική και ηδονοβλεπτική.
Όλα αυτά στην αρχή σε τρομάζουν.
Ένας μεταιωρισμός σαν αυτόν που ένιωθε ο αφηγητής κάθε πρωί που ξύπναγε.
Και μετά βυθίζεσαι.
Περπατάς μαζί του στην εξοχή και χαζεύεις τις ασπραγκαθιές και τις πασχαλιές, κινείσαι στα παρισινά βουλεβάρτα και στα κατάφωτα σαλόνια, ξεχωρίζεις τους καθεδρικούς ναούς,  ακούς τους ψιθύρους και τα ευφυολογήματα των κοσμικών, απολαμβάνεις τη σονάτα του Vinteuil, ανασαίνεις μαζί με τα φουρφουρίσματα του μεταξιού, ψάχνεις στους ζωγραφικούς πίνακες πρόσωπα που τα έχεις συναντήσει στην αληθινή ζωή, προσμένεις τον αφόρητο πόνο της απουσίας, μαθαίνεις την τέχνη της ζήλειας και, κυρίως, αφήνεις τον χρόνο να τρέχει και να χάνεται.

Το σπίτι της θείας Leoni στο Illiers-Combray

Για να διαβάσεις τον Proust πρέπει να αποφασίσεις να του διαθέσεις τον χρόνο σου. Όχι αυτόν που έχεις, αλλά εκείνον που δεν έχεις, όμως ελπίζεις ότι θα τον βρεις επειδή στο τέλος –να είσαι βέβαιος- θα τον κερδίσεις.
Αποστολή: να σωθεί από τη λήθη ό,τι σώζεται, δυσάρεστο ή ευφρόσυνο, με τη βοήθεια της «ακούσιας μνήμης».   

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Για τη συμφωνία Sykes-Picot


Ο Sir Tatton Benvenuto Mark Sykes, 6ος βαρονέτος, είχε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη το 1914, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μέχρι τότε, είχε ήδη υπηρετήσει στη Νότια Αφρική κατά τον πόλεμο των Boers, είχε ταξιδέψει στην ασιατική Τουρκία για κάμποσα χρόνια, είχε εκδώσει τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια και ήταν εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου με το συντηρητικό κόμμα από το 1911. Επειδή είχε πολλές γνώσεις και μεγάλη εμπειρία για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, στην αρχή του μεγάλου πολέμου η κυβέρνηση του ανέθεσε να εργαστεί στο τμήμα πληροφοριών του Υπουργείου Πολέμου, το οποίο διηύθυνε ο λόρδος Kitchener. Ο Sykes έκανε τη δουλειά του τόσο καλά, που γρήγορα απέκτησε μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των αποφάσεων για ζητήματα της Ανατολής. Εξάλλου, αυτός ήταν που είχε από νωρίς προειδοποιήσει το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του για την πρόθεση της Τουρκίας να συνταχθεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις και όχι με τους Συμμάχους.
Ο Francois Marie Denis Georges-Picot σπούδασε νομικά και στη συνέχεια, το 1895, εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα. Υπηρέτησε στην Κοπεγχάγη, στο Πεκίνο και, λίγο πριν από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τοποθετήθηκε ως Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στη Βηρυτό. Με το ξέσπασμα του πολέμου πήγε στο Κάιρο, από όπου ανέπτυξε καλές σχέσεις με τους Μαρωνίτες του Λιβάνου.
Η διανομή των αραβικών εδαφών του «μεγάλου ασθενή», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε πονοκέφαλο για τις τρεις ενδιαφερόμενες δυνάμεις, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, καθεμιά από τις οποίες επιθυμούσε να διατηρήσει σφαίρες επιρροής, εφόσον βέβαια ο μεγάλος πόλεμος είχε γι’ αυτές αίσιο τέλος. Προς αυτήν την κατεύθυνση έγιναν εντατικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή, στις 3 Ιανουαρίου 1916, κι ενώ ο πόλεμος δεν είχε ακόμα κριθεί, μιας μυστικής συμφωνίας μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Η συμφωνία είχε και τη συγκατάθεση της Ρωσίας, ελήφθησαν δε υπ’  όψιν και οι αξιώσεις της Ιταλίας. Η μυστική αυτή συμφωνία είναι γνωστή ως συμφωνία Sykes-Picot από τα ονόματα των δύο διπλωματών που ανέλαβαν να την συντάξουν εκ μέρους της Βρετανίας και της Γαλλίας και επικυρώθηκε από τις δύο κυβερνήσεις στις 9 και 16 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.
Οι δύο διπλωμάτες φαίνεται να κατέληξαν εύκολα στη μοιρασιά. Ο τριανταεξάχρονος Sykes πήρε στα χέρια του έναν μαρκαδόρο και χάραξε πρόχειρα μια γραμμή πάνω στον χάρτη της Μέσης Ανατολής. Η γραμμή ξεκινούσε από την Άκρα του σημερινού Ισραήλ (στη βόρεια πλευρά του κόλπου της Χάιφα) και έφτανε στα βορειοανατολικά, μέχρι το Κιρκούκ του σημερινού Ιράκ. Όσες περιοχές βρίσκονταν στα νότια της γραμμής ετίθεντο υπό βρετανικό έλεγχο (ώστε η Βρετανία να έχει το απαραίτητο στρατηγικό βάθος που θα προστάτευε τη διώρυγα του Σουέζ) και όσες βρίσκονταν στα βόρεια υπό γαλλικό. Πρακτικά, η μεν Βρετανία προτίμησε το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα αποτελεί το Ιράκ μαζί με τα τεράστια πετρελαϊκά του αποθέματα, ενώ άφησε στους Γάλλους την περιοχή που σήμερα αποτελεί τη Συρία. Για τη Ρωσία κράτησαν τα αρμενικά βιλαέτια που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά τής είχαν ήδη παραχωρηθεί με προηγούμενη συμφωνία.


Φυλές, εθνότητες, θρησκείες, ιστορικές παραδόσεις δεν έπαιξαν κανέναν ρόλο στη διανομή και στη συμφωνία. Ούτε έπαιξαν ρόλο οι υποσχέσεις που είχαν προηγουμένως δοθεί: οι Βρετανοί είχαν, για παράδειγμα, υποσχεθεί τη Συρία στον Σαρίφ Χουσεΐν Μπιν Αλί που είχε ξεσηκωθεί κατά Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως η συμφωνία την παραχωρούσε στη Γαλλία.
Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, όταν τα σύνορα χαράζονται αυθαίρετα, τότε υπάρχει αιτία για βιαιότητα και εξτρεμισμό. 
Σήμερα, οι μεγάλες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εκδηλώνονται ακριβώς στην καρδιά των εδαφών που ρυθμίστηκαν με τη Sykes-Picot.

Πηγή για την εικόνα: