Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Το δαχτυλίδι του Γύγη και η ηθική (Μέρος Β΄)


Στην Πολιτεία ο Πλάτων αντιστρέφει τα συμπεράσματα των σοφιστών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο νόμος καταπιέζει τη φύση και, κατ’ επέκτασιν, οδηγούνται στην υπεράσπιση του δίκαιου του ισχυρότερου και στην αξίωση να αποκατασταθεί η φυσική ισότητα. Βασική τους θέση είναι η απόρριψης κάθε απόλυτης αξίας όποια μορφή και αν αυτή παίρνει. Νόμος, δικαιοσύνη, και μαζί τους αρετή, σοφία, αγαθό κ.λπ., είναι λέξεις που περιγράφουν πράγματα χωρίς περιεχόμενο. Τουλάχιστον, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η σημασία και η βαρύτητά τους αλλάζει κατά περίπτωσιν. Με αυτούς τους όρους, η πολιτική κοινωνία παραπαίει, επειδή η δικαιοσύνη παραπαίει, δεδομένου ότι οι σοφιστές με αφετηρία μια τέτοια αθεμελίωτη φυσιοκρατία οδηγούνται σε ένα διπλό συμπέρασμα, σε μια πολιτική διγλωσσία: από τη μια, θεωρούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι φύσει ίσοι, καταργώντας έτσι κάθε κοινωνική διαφορά, και, από την άλλη, υποστηρίζουν μια κυρίαρχη ανισότητα, η οποία εκφράζεται ως απαίτηση οι ισχυρότεροι να επιβάλλονται στους πιο ανίσχυρους. Ποια δικαιοσύνη να εφαρμοστεί όταν ισχύει αυτή η διπλή συνθήκη; Πώς να λειτουργήσει η δικαιοσύνη μέσα σε έναν κόσμο γενικευμένης ανισότητας στον οποίο ο κανόνας είναι οι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής; Η δικαιοσύνη, όπως και κάθε άλλη αξία, είναι υποχρεωτικά σχετική, καθώς σχετική, προσωρινή και συγκυριακή είναι και η κυριαρχία η οποία διατρέχει τον κίνδυνο να ανατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη από έναν διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων, εφόσον ο ισχυρός και ο ανίσχυρος ορίζονται από τον καιρόν που, όταν αλλάξει, τους παρασέρνει μαζί του.


Ο ίδιος ο Πλάτων δεν αρνείται την ανισότητα, και μάλιστα την καθιστά κεντρική στο δικό του σύστημα: η προτεραιότητα της Ιδέας του αγαθού σε σχέση με τον αισθητό κόσμο και η προτεραιότητα του λόγου σε σχέση με τα κατώτερα στρώματα της ψυχής είναι δύο μόνον από τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε. Διαφωνεί όμως με την αδυναμία των σοφιστών να στηρίξουν οντολογικά αυτήν τη φύσει ανισότητα. Η θεωρία τους κινείται στο περιγραφικό πεδίο και οι εξηγήσεις που δίνουν δεν ξεπερνούν την εμπειρική πιστοποίηση. Ο Πλάτων μεταθέτει το θεμέλιο της δικαιοσύνης στην εμμενή ιδέα του αγαθού, επικαλούμενος το όνομα «γεωμετρική ισότητα» που της είχαν δώσει οι Πυθαγόρειοι, και αυτού του τύπου τη δικαιοσύνη την βρίσκει να αντανακλά στην ανθρώπινη κοινότητα ελαφρώς τροποποιημένη, ως «αριθμητική ισότητα». Η ιστορία που διηγείται ο Πλάτων είναι η ιστορία ενός μετασχηματισμού (των πόλεων και της ψυχής του ανθρώπου): είναι το πέρασμα από τη φυσική κατάσταση της ανισότητας και της αδικίας σε ένα είδος ισότητας και δικαιοσύνης, μετασχηματισμός που όμως θεμελιώνεται οντολογικά και έτσι αποκτά περιωπή εδραίου κανόνα. Η δικαιοσύνη γίνεται έτσι έννοια κομβική της πλατωνικής φιλοσοφίας και ρυθμίζει πια τις ποιότητες της ψυχής.
Γι’ αυτό, με μια μόνο φράση (612b 2-5), ο Πλάτων αντιμετωπίζει τη σοφιστική θέση: Δεν αποδείξαμε ότι καθεαυτήν η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερο αγαθό της ψυχής αυτής και ότι η ψυχή πρέπει να πράττει τα δίκαια, είτε κατέχει το δαχτυλίδι του Γύγη είτε όχι, ακόμη κι αν έχει, μαζί με το δαχτυλίδι, την περικεφαλαία του Άδη;
Η ηθική του Πλάτωνος δεν είναι à la carte. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι δίκαιος, ακόμη κι όταν κινδυνεύει αυτή του η ηθικότητα να στραφεί εναντίον του, όπως έγινε με τον Σωκράτη που προτίμησε να πεθάνει πιστός στις αρχές του παρά να δραπετεύσει.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Το δαχτυλίδι του Γύγη και η ηθική (Μέρος Α΄)


Θα επέλεγε κάποιος να είναι ηθικός, εάν είχε τη δυνατότητα να διαπράξει αδικία ατιμώρητος;
Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται στη συζήτηση μεταξύ του Σωκράτη και του Γλαύκωνος στο 2ο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας. Αν σε δύο ανθρώπους, έναν άδικο και έναν δίκαιο, δινόταν η δυνατότητα να αδικούν δίχως τον φόβο της τιμωρίας, τότε ο μεν πρώτος θα συνέχιζε να αδικεί, αλλά και ο δεύτερος, όπως ο καημένος απονήρευτος Γύγης, θα παρασυρόταν κι αυτός στην αδικία, αφού θα είχε το κεφάλι του ήσυχο και δεν θα κινδύνευε καθόλου να υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του. Τελικά, οι δίκαιοι άνθρωποι, ισχυρίζεται ο Γλαύκων, είναι δίκαιοι από ανάγκη, αφού αναμφίβολα η ζωή του αδίκου είναι απείρως προτιμότερη από τη ζωή του δικαίου. Έχοντας αυτό κατά νου, ο σοφιστής επιδίδεται σε έπαινο του αδίκου βίου, προκαλώντας ταυτόχρονα τον Σωκράτη να εγκωμιάσει, εάν νομίζει ότι είναι ικανός, τη δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λέει ο Γλαύκων, συναίνεσαν ότι είναι πιο συμφέρον γι’ αυτούς ούτε να αδικούν ούτε να αδικούνται, και γι’ αυτό θεμελίωσαν νόμους και όρισαν συμφωνίες. Κι έτσι γεννήθηκε η δικαιοσύνη, η οποία είναι το μέσον ανάμεσα σε δύο πράγματα: ανάμεσα στο καλύτερο, που είναι το να αδικεί κανείς χωρίς να τιμωρείται, και στο χειρότερο, που είναι να μην έχει κανείς τη δύναμη να εκδικηθεί όταν αδικείται. Επομένως, σύμφωνα με τον Γλαύκωνα, η δικαιοσύνη ικανοποιεί τους ανθρώπους όχι γιατί είναι καλή καθεαυτή, αλλά γιατί οι περισσότεροι είναι αδύναμοι και, άρα, δεν είναι σε θέση να αδικούν. Αντίθετα, ο ισχυρός δεν έχει κανέναν λόγο να δεχθεί τον συμβιβασμό της δικαιοσύνης, εφόσον μπορεί να αδικεί όσο θέλει ατιμώρητος. Όσοι, λοιπόν, δεν αδικούν δεν ενεργούν έτσι από ευχαρίστηση, αλλά από αδυναμία, οπότε εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, εάν είχαν στα χέρια τους το μαγικό δαχτυλίδι του Γύγη που θα τους επέτρεπε αόρατοι, και άρα ατιμώρητοι, να αδικούν, τότε εκείνοι δίχως δεύτερη σκέψη, και με δεδομένη την πλεονεξία που διακρίνει την ανθρώπινη φύση, θα επέλεγαν την ηδονή της αδικίας.



Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Οι λυρικοί ποιητές για τον Γύγη


Του Γύγη του πολύχρυσου τα ελέη δεν θέλω,
δεν έχω ζήλεια ούτε φθονώ των θεών τα έργα,
την τυραννία δεν αγαπώ μεγάλη ας είναι.
μακριά, μακριά από τα δικά μου μάτια κείται (μετάφραση: Γ. Δάλλας)
Το όνομα του Γύγη, συνδεδεμένο με την τυραννία, αναφέρεται στα μέσα του 7ου αιώνα στο παραπάνω απόσπασμα (19. 1-4 W) του Αρχιλόχου. Σε αυτό, ένας φλεγματικός τύπος, ο οποίος αμφισβητεί και κοροϊδεύει παραδοσιακές αξίες απ’ αυτές που στήριξαν τις προηγούμενες κοινωνικές δομές, δηλώνει απερίφραστα ότι, παρά τη μάλλον κακή οικονομική του κατάσταση και το ταπεινό του πεπρωμένο, δεν νοιάζεται ούτε για τα πλούτη του πολύχρυσου Γύγη, δεν του «καίγεται καρφί» (οδ’ ελέ πώ με ζλος) ούτε ζηλεύει τα έργα των θεών κι ούτε έχει έρωτα για την τυραννία.
Στο απόσπασμα του Αρχιλόχου έχουμε την παρθενική χρήση της λέξης «τυραννία» ως ταυτόσημης μάλλον με την ευρέως χρησιμοποιούμενη εκείνη την εποχή λέξη «βασιλεία». Εξάλλου, το όνομα του Γύγη παραπέμπει, όπως και άλλες ανάλογες φράσεις του αποσπάσματος, στην υπερβολή, στην βριν, που εδώ προέρχεται από τα μεγάλα πλούτη του (πολύχρυσος είναι το χαρακτηριστικό επίθετο που του αποδίδεται). Και είναι χαρακτηριστικό ότι, στο συγκεκριμένο απόσπασμα, η απαξίωση για τον τύραννο δεν έχει να κάνει με τη μορφή διακυβέρνησης που εκείνος εγκαθιστά (της οποίας, εξάλλου, οι βασικές παράμετροι δεν έχουν ακόμη συστηματικά καταχωριστεί), αλλά με την υπερβολή του πλούτου που τον συνοδεύει.

Το δαχτυλίδι του Γύγη (Σχολή της Ferrara/16ος αι.)

Μπορούμε να εξηγήσουμε την αναφορά του λυρικού ποιητή στα αμύθητα πλούτη του Γύγη, αν αξιοποιήσουμε τα ελάχιστα βάσιμα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε γι’ αυτόν. Ξέρουμε, λοιπόν, ότι ο Γύγης ήταν Λυδός, ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας των Μεμναρδών, τελευταίος απόγονος της οποίας υπήρξε ο κακότυχος Κροίσος, και ότι η εξουσία του καλύπτει την περίοδο 687-652 περίπου π.Χ.. Από εδώ και πέρα, ούτως ή άλλως, ο μύθος μπερδεύεται με την ιστορία. Τον συνοδεύει λοιπόν η φήμη ότι τα πλούτη του ήσαν αμέτρητα. Και η δύναμή του επίσης. Το βασίλειό του το διέσχιζε ένα χρυσοφόρο ποτάμι που είχε το όνομα Πακτωλός (άραγε, μήπως ο Γύγης υπήρξε ο πρώτος χρυσοθήρας;). Σήμερα, η λέξη «πακτωλός» περιγράφει το τεράστιο απόθεμα, την τεράστια ποσότητα αγαθών, και χρησιμοποιείται σχεδόν πάντοτε με τη συνοδεία της λέξης «χρήματα»: πακτωλός χρημάτων. Τον πλούτο, εξάλλου, της Λυδίας τον επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι αυτή υπήρξε το πρώτο μεσογειακό κράτος που, πρώιμα, στον 7ο προχριστιανικό αιώνα, έκοψε νόμισμα.
Είναι, πάντως, ενδιαφέρον ότι ο Ανακρέων (8. 1-4 Pr.) θα επαναλάβει σχεδόν αυτούσια τα λόγια του Αρχιλόχου:
Δεν νοιάζομαι για του Γύγη
το χρυσό δαχτυλίδι.
Δεν με κυβερνάει το χρήμα,
Δεν δοξάζω τυράννους.

Πηγή για την εικόνα:
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Der_Ring_des_Gyges_(Ferrara_16_Jh).jpg

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Ο Ηρόδοτος για τον Γύγη


Ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι, Ι, 8-12.) διηγείται κι αυτός μια ιστορία για τον Γύγη που διαφέρει από την ιστορία του Πλάτωνος μόνο στις λεπτομέρειες. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ιστορικό, ο Γύγης σφετερίστηκε τον θρόνο δολοφονώντας τον Ηρακλείδη βασιλιά Κανδαύλη. Πώς όμως έφτασε ως εκεί;

William Etty, Candaules, King of Lydia, Shews his Wife
to Gyges, One of the Ministers, as She Goes to Bath
(1830)
Λονδίνο, Tate Gallery

Φρουρός στην υπηρεσία του νόμιμου βασιλιά, ο Γύγης ήταν συγχρόνως και έμπιστός του. Ο διεστραμμένα ερωτομανής Κανδαύλης τον σπρώχνει να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια την εξαιρετική ομορφιά της βασίλισσας και τον διευκολύνει να την παρακολουθήσει –κρυμμένος και, άρα, αόρατος!– γυμνή στην κρεβατοκάμαρά της λίγο πριν εκείνη πλαγιάσει με τον νόμιμο σύζυγό της. Όμως, η βασίλισσα αντιλαμβάνεται τον ηδονοβλεψία και, εξοργισμένη και δίχως να κάνει λόγο στον σύζυγό της του οποίου κατάλαβε τη συνενοχή, καλεί τον Γύγη την επόμενη μέρα και τον υποχρεώνει να διαλέξει ανάμεσα στο να πεθάνει και στο να δολοφονήσει τον βασιλιά. Ο Γύγης διαλέγει το αυτονόητο. Με τη συνέργεια της βασίλισσας, μπαίνει μυστικά –άρα, αόρατος!– για δεύτερη φορά στην κρεβατοκάμαρα του βασιλικού ζεύγους, κρύβεται πίσω από το ίδιο θυρόφυλλο από το οποίο την προηγούμενη μέρα είχε κατασκοπεύσει τη βασίλισσα γυμνή και δολοφονεί τον βασιλιά την ώρα που εκείνος κοιμόταν ανυποψίαστος. Μαντεύουμε εύκολα τη συνέχεια. Ο Γύγης κερδίζει τη γυναίκα και μέσω αυτής και τον θρόνο.

Giambattista Pittoni, Death of Candaules (1720)
Αγία Πετρούπολη, Hermitage Museum

Πηγές για τις εικόνες:
http://www.tate.org.uk/art/artworks/etty-candaules-king-of-lydia-shews-his-wife-by-stealth-to-gyges-one-of-his-ministers-as-n00358
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:King_Candaules%27s_death_by_G.B._Pittoni_(1720s,_Hermitage).jpg

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Ο Πλάτων για τον Γύγη


Ο Γύγης είναι ήρωας ενός εκ των μύθων της Πολιτείας (360a-d). Σύμφωνα με αυτόν, από εκεί που ήταν ένας απλός  ποιμήν στην υπηρεσία του βασιλιά της Λυδίας, μια μέρα, μετά από καταιγίδα και σεισμό που άνοιξαν βαθύ ρήγμα στο έδαφος, κατεβαίνει στα έγκατα της γης και αποσπά από το δάχτυλο ενός πελώριου νεκρού άντρα, του οποίου το πτώμα βρισκόταν μέσα στο κουφάρι ενός χάλκινου αλόγου, ένα μαγικό, χρυσό δαχτυλίδι το οποίο  (όπως και εκείνο στο Lord of the Rings του J. R. R. Tolkien) είχε την ιδιότητα να τον κάνει κατά βούλησιν αόρατο.


Ο Γύγης ήταν έτσι κι αλλιώς ευνοούμενος των θεών, αφού διατηρούσε επαφές με τις δυνάμεις του κάτω κόσμου. Τούτο το δαχτυλίδι απλώς επαύξησε τη δύναμή του. Αρκούσε να γυρίσει τη σφενδόνην προς την παλάμη του και αμέσως εξαφανιζόταν από τα μάτια των ανθρώπων, ενώ η αντίθετη κίνηση τον έκανε και πάλι ορατό. Ο Γύγης δοκίμασε τη δύναμη του δαχτυλιδιού πρώτα στον στενό κύκλο των άλλων ποιμένων και, όταν είδε την επιτυχία, επέκτεινε τη δραστηριότητά του σε πιο σημαντικά πράγματα. Τα «έψησε» με τη βασίλισσα, σκότωσε με τη βοήθειά της τον νόμιμο βασιλιά, πλησιάζοντάς τον αόρατος με τη βοήθεια του μαγικού δαχτυλιδιού, και ανέβηκε στον θρόνο. Από εκεί και πέρα, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε η σκοπίμως ελλειπτική διήγηση του Πλάτωνα αλλά και όπως ερμηνεύουν οι σχολιαστές, έκανε, αόρατος και ανενόχλητος (χωρίς τον φόβο τιμωρίας), όποια παλιανθρωπιά τού περνούσε από το κεφάλι. Ο απλός και ταπεινός ποιμήν, που με μαγικό τρόπο πήρε το αξίωμα του ποιμένος λαν, φαίνεται πως αντιστρέφει τον προορισμό που σε ολόκληρη την αρχαιοελληνική παράδοση επιφυλάσσεται γι’ αυτόν τον ρόλο: αντί να φροντίζει για το καλό του λαού του, νοιάζεται μόνο για τη δική του καλοπέραση. Μια εξέλιξη για την οποία μας είχε προϊδεάσει ο άτιμος τρόπος με τον οποίο ανέλαβε την εξουσία, τρόπος που από μόνος του τον κατατάσσει στην κατηγορία των τυράννων.

Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/One_Ring

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Προσδιορίζοντας την έννοια την πολιτειότητας


«Η πολιτική ακουμπά πάνω σε ένα δεδομένο: στην ανθρώπινη πολλαπλότητα [...] Η πολιτική ασχολείται με την κοινότητα και την αμοιβαιότητα διαφορετικών όντων», υποστηρίζει η Hannah Arendt, εξειδικεύοντας και επεξηγώντας την απάντηση που έχει δώσει στο ερώτημα «τι είναι η πολιτική». Πολιτική, σύμφωνα με την Arendt, είναι το inter homines esse, δηλαδή ένας τρόπος ύπαρξης που προϋποθέτει την ανθρώπινη κοινότητα και απορρίπτει ως συνώνυμο του θανάτου το inter homines desinere. Και ο Pierre Manent, ακολουθώντας την πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, του Rousseau, του Kant, του Constant, του Tocqueville, του Weber και του Aron και συνομιλώντας με το έργο του Leo Strauss, συμφωνεί ότι  η ανθρώπινη κατάσταση έχει ως καταστατική αρχή την πολιτική.
Στη νεωτερικότητα η έννοια της πολιτειότητας σχετίζεται γενικά με την ιδιότητα του πολίτη μέσα σε μια πολιτειακά συντεταγμένη κοινωνία. Ειδικότερα, λαμβάνει τρεις διαστάσεις. Στην πρώτη ορίζεται ως νομικό status με το οποίο συνδέονται τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα: καθένας είναι ελεύθερος να ενεργεί σύμφωνα με τον νόμο και μπορεί να ζητήσει νομική προστασία για την προάσπιση των δικαιωμάτων του. Στη δεύτερη διάστασή της, καθένας θεωρείται πολιτικός παράγων, ενεργά συμμέτοχος στους πολιτικούς θεσμούς της κοινωνίας. Στην τρίτη της διάσταση, η πολιτειότητα αναφέρεται ως συμμετοχή σε μια πολιτική κοινότητα που εξασφαλίζει στα μέλη της την ταυτότητά τους.
Οι τρεις αυτές διαστάσεις διασυνδέονται μεταξύ τους με πολύπλοκες σχέσεις. Για παράδειγμα, τα δικαιώματα που ένας πολίτης απολαμβάνει καθορίζουν ως έναν βαθμό το εύρος των πολιτικών δραστηριοτήτων που είναι ενδεχόμενο να αναλάβει, ενώ, επιπλέον, ενδυναμώνουν τον αυτοσεβασμό, πράγμα που εξηγεί το γιατί η πολιτειότητα μπορεί, σύμφωνα με τον John Rawls, να αποτελέσει πηγή ταυτότητας. Επίσης, μια ισχυρή αστική ταυτότητα μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες ώστε να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή της κοινότητάς τους.  Τέλος, το ότι διαφορετικές ομάδες μέσα σε ένα κράτος δεν μοιράζονται την ίδια αίσθηση ταυτότητας μπορεί να αποτελέσει λόγο για τη διεκδίκηση ενός διαφορετικού τρόπου κατανομής των δικαιωμάτων.
Από την οπτική της φιλοσοφίας, η πολιτειότητα αποκτά μία ακόμη αναφορά. Γίνεται ένα κανονιστικό ιδεώδες: οι αρχόμενοι πρέπει να είναι πλήρως και ισότιμα συμμετέχοντες στην πολιτική διαδικασία. Με αυτήν την έννοια, η πολιτειότητα είναι ένα κρίσιμο δημοκρατικό ιδεώδες, και πολλοί φιλόσοφοι θεωρούν τη θεωρία της πολιτειότητας ως μια επέκταση της δημοκρατικής θεωρίας. Όπως χαρακτηριστικά το αποδίδει ο Kymlicka, «η δημοκρατική θεωρία εστιάζει στους πολιτικούς θεσμούς και στις πολιτικές διαδικασίες. H θεωρία της πολιτειότητας επικεντρώνεται στις ιδιότητες των μεμονωμένων συμμετεχόντων».

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Για τη φωτογραφία


Η εισβολή της τεχνολογίας ανέτρεψε ριζικά τα δεδομένα της καθημερινής μας ζωής. Για μας σήμερα θεωρείται αυτονόητο ότι πολλές από τις καθημερινές μας εργασίες, πρακτικής κυρίως φύσεως και σχετικές με την ποιότητα της ζωής μας, γίνονται με τη συνδρομή της τεχνολογίας. Ένα τεράστιο πολιτισμικό χάσμα μας χωρίζει από την εποχή που η γιαγιά μας έπλενε, μαγείρευε, σιδέρωνε, σκούπιζε χωρίς τη βοήθεια του πλυντηρίου, της ηλεκτρικής κουζίνας, του ηλεκτρικού σίδερου, της ηλεκτρικής σκούπας. Εκτός από την καθημερινότητά μας όμως, η τεχνολογία άλλαξε και τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα, και μάλιστα κυρίως αυτά.
Όμως, αν αυτές είναι οι μεγάλες, οι βαρύνουσες αλλαγές, υπάρχουν και άλλες που στην αρχή τουλάχιστον αφορούσαν μόνο εκείνο το κομμάτι της ζωής μας που συνηθίζουμε να το χαρακτηρίζουμε το «αλάτι» της: την τέχνη. Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξη των ανθρώπων, όταν για πρώτη φορά συνέλαβαν την εικόνα τους πάνω στο χαρτί με τη βοήθεια του σκοτεινού θαλάμου! Θαύμα ή μαγεία! Και φανταστείτε την πρώτη φορά που οι άνθρωποι είδαν άλλους ανθρώπους να κινούνται στην οθόνη σαν να ήσαν πραγματικοί.

Robert Capa

Η φωτογραφία κατάφερε να ικανοποιήσει την επιθυμία του ανθρώπου να συλλάβει ένα μικρό έστω κομμάτι αιωνιότητας, αφού, με μηχανικά μέσα, αναπαράγει στο άπειρο αυτό που στην πραγματικότητα έχει συμβεί μία μόνο φορά. Με αυτή την έννοια δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα λιγότερο φθαρτή από την πραγματική, μια πραγματικότητα που όμως δεν είναι παρά μια πλάνη. Βλέποντας μια φωτογραφία νομίζουμε ότι αυτό που απεικονίζει «υπάρχει», ενώ απλώς «υπήρξε» στο παρελθόν και η φωτογραφία μπορεί να βεβαιώσει μόνο αυτήν την παρελθοντική ύπαρξη. Ο φωτογράφος, ο θεατής, το αντικείμενο της φωτογράφισης, που αποτυπώνεται αναλλοίωτο πάνω στο χαρτί, ή η ίδια η τεχνολογία, από την οποία η φωτογραφία εξαρτάται, είναι υπεύθυνη για αυτή την πλάνη; Εν τέλει, η τεχνολογία διευκολύνει τη ζωή μας, αλλά μήπως μας εγκλωβίζει σε έναν κόσμο πλαστό, σε μια ψευδαίσθηση αιωνιότητας; 

Πηγή για την εικόνα: