Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Πόλεμος και Οικονομία: το παρ' ολίγον Βατερλώ του Nathan Rothschild

Βατερλώ. 18 Ιουνίου 1815. Στο χωριουδάκι που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από τις Βρυξέλλες έχουν συγκεντρωθεί δύο πολυάριθμοι στρατοί: από τη μια, ο στρατός του μεγάλου Βοναπάρτη και, από την άλλη, ο εβδομηντατριάχρονος Πρώσος στρατάρχης Gebhard Leberecht von Blücher και ο «σιδερένιος» δούκας του Wellington. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές του προσκηνίου, αυτοί που δοξάζονται στο πεδίο της μάχης. Υπάρχουν, όμως, και οι πρωταγωνιστές του παρασκηνίου. Άγνωστοι, αλλά απαραίτητοι. Χωρίς αυτούς οι πρώτοι δεν έχουν καμιά ελπίδα να δώσουν την παράστασή τους. Βλέπετε, ο πόλεμος είναι πανάκριβη υπόθεση και κάποιος πρέπει να τον πληρώνει.

Πίσω, στο Λονδίνο, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ένας Γερμανοεβραίος τραπεζίτης. Το όνομά του είναι Nathan Mayer και είναι 38 ετών. Το επώνυμό του είναι Rothschild. Ο Nathan ασχολήθηκε στην αρχή με το εμπόριο υφασμάτων, που ανθούσε τότε στην Αγγλία. Στη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων έβγαλε χρήματα ως λαθρέμπορος χρυσού, παραβιάζοντας τον αποκλεισμό του Ναπολέοντα στις συναλλαγές μεταξύ Αγγλίας και Ευρώπης.

Το 1814 η αγγλική κυβέρνηση θυμάται τις προηγούμενες καλές υπηρεσίες του Nathan. Έτσι, απευθύνεται σ’ αυτόν ζητώντας του να συγκεντρώσει, μέσα σε μόλις δύο μήνες, γαλλικά χρυσά και αργυρά νομίσματα τα οποία, κατόπιν, θα παραδοθούν σε βρετανικά πλοία που θα τα μεταφέρουν στον Wellington για να υποστηρίξουν την εισβολή του στη Γαλλία (να πληρώσουν τους μισθούς των στρατιωτών, επιχορηγήσεις στους συμμάχους κ.λπ.). Ο  Nathan και τα αδέρφια του, χάρη στο περίπλοκο και πρωτοπόρο ενδοοικογενειακό τραπεζικό δίκτυο που είχαν οργανώσει με έδρα τις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει κερδίζοντας τεράστιες προμήθειες.

Όταν, το 1815, φτάνουν τα νέα της επιστροφής του Ναπολέοντα στη Γαλλία, ο Nathan αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνει χρυσό, με σκοπό να τον διαθέσει στον Γενικό Επίτροπο Εφοδιασμού του αγγλικού στρατού, ώστε και πάλι να αποσταλεί στον Wellington. Όμως, αντίθετα με τις προβλέψεις, ο νέος πόλεμος με τον Ναπολέοντα είναι σύντομος. Ο Κορσικανός ηττάται στο Βατερλώ σε μία μόλις ημέρα. Ο Nathan βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Ο χρυσός που έχει συγκεντρώσει είναι άχρηστος, αφού ο πόλεμος έχει τελειώσει (και μαζί του και οι σχετικές δαπάνες), και η τιμή του είναι βέβαιο ότι θα καταρρεύσει.

Δύο ημέρες μετά τη μάχη στο Βατερλώ και τη συντριβή του Ναπολέοντα, στη λονδρέζικη εφημερίδα Courier δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Nathan έχει αγοράσει μεγάλο αριθμό βρετανικών ομολόγων, ποντάροντας στην άνοδο της τιμής τους λόγω της βρετανικής νίκης. Και όχι μόνον αυτό. Ο Nathan, με τον χρυσό που είχε συγκεντρώσει, συνεχίζει να αγοράζει ομόλογα, παρά την εκρηκτική άνοδο της τιμής τους, τα οποία ρευστοποιεί μόνο στα τέλη του 1817. Το κέρδος του υπολογίζεται στα 600 εκατομμύρια σημερινές λίρες.

Υπάρχει, βέβαια, ένα κομβικό σημείο σε αυτό το παράτολμο success story του Nathan: το δίκτυο των αγγελιοφόρων του, οι οποίοι μετέφεραν σ’ αυτόν τα νέα της ήττας του Ναπολέοντα δύο ημέρες πριν το μήνυμα του Wellington φτάσει στο βρετανικό υπουργικό συμβούλιο. Αυτή η πρόσβαση στην πληροφορία, σε συνδυασμό με το επιχειρηματικό του σθένος, όχι μόνον έσωσαν τον Nathan από ένα δικό του Βατερλώ, αλλά και τον βοήθησαν να αντιστρέψει προς όφελός του τις δυσμενείς συνθήκες. Στο εξής, η οικογένεια Rothschild θα κυριαρχήσει στην οικονομία, στην ουσία θα την ρυθμίζει. Και ο Nathan θα κερδίσει επάξια το παρωνύμι «Ναπολέων της Οικονομίας».


Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Maniac-Ravings-Gillray.jpeg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Nathan_Mayer_Rothschild_British_banker.jpg


Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Ο "κανόνας του χρυσού"


Βρισκόμαστε στο 1971. Πρόεδρος της Αμερικής είναι ο Richard Nixon.

Ο  Nixon είναι γνωστός κυρίως λόγω του σκανδάλου Watergate, που τον οδήγησε σε παραίτηση (είναι ο μοναδικός Αμερικανός Πρόεδρος που παραιτήθηκε ώστε να αποφύγει την καθαίρεση). Λιγότερο γνωστός είναι για το ότι, στις 15 Αυγούστου 1971, κατήργησε οριστικά τον λεγόμενο «κανόνα του χρυσού» (gold standard), με βάση τον οποίο οριζόταν μέχρι τότε η συναλλαγματική ισοτιμία.

Απλουστεύοντας, αυτό σημαίνει ότι τα νομίσματα είχαν μια κεντρική ισοτιμία έναντι του χρυσού, από την οποία προέκυπτε η διμερής ισοτιμία των νομισμάτων. Κάθε χώρα αναλάμβανε τη  υποχρέωση να διατηρεί σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία, με μέγιστη απόκλιση 1% σε σχέση με τον χρυσό.

Ο χρυσός ως βάση του συναλλαγματικού συστήματος προσέφερε μεγάλη σταθερότητα, αφού έκανε την τιμολόγηση προβλέψιμη και, άρα, μείωνε το κόστος των δοσοληψιών και συγκρατούσε τις πληθωριστικές τάσεις. Βεβαίως, αυτό το συναλλαγματικό σύστημα είχε και τους περιορισμούς του. Σε μια πιθανή συρρίκνωση της βάσης στήριξης, για λόγους που συνδέονται με αδυναμία αγοράς ή εξόρυξης μεγαλύτερης ποσότητας χρυσού, εμποδίζεται η αύξηση της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν, με αποτέλεσμα να γεννιούνται κρίσεις. Οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η μεγάλη ύφεση του 1929 ήταν μια τέτοια περίπτωση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προσχώρησαν στον «κανόνα του χρυσού» το 1879 και έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά. Κατόπιν, παρατηρήθηκαν σοβαρές διακυμάνσεις -κερδοσκοπικού τύπου- των νομισμάτων σε σχέση με τον χρυσό. Επιπλέον, η διαρκώς αυξανόμενη επιθυμία των κυβερνήσεων για χαλαρή δημοσιονομική πολιτική άρχισε να υπονομεύει τον «κανόνα του χρυσού».

Το 1944, με τη συμφωνία του Bretton-Woods, το σύστημα τροποποιήθηκε: όλες οι συμμαχικές χώρες αποδέχτηκαν το αμερικανικό δολάριο ως αποθεματικό και η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεσμεύτηκε να διατηρεί επαρκή ποσότητα χρυσού ώστε να υποστηρίζει τα δολάριά της. Επομένως, η Αμερική παρέμεινε η μοναδική χώρα της οποία το νόμισμα ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό. Όμως, το μέλλον του πολύτιμου μετάλλου στην ιστορία της οικονομίας αρχίζει να διαγράφεται δυσοίωνο.

Και φτάνουμε στο 1971. Όταν ο Nixon αναστέλλει μονομερώς τη συμφωνία του Bretton-Woods, ξεκινά μια νέα εποχή στην οικονομία: η εποχή της «αυθαίρετης ισοτιμίας» (fiat currency). Στο νέο σύστημα συναλλαγών η αξία του νομίσματος δεν βασίζεται σε κανένα φυσικό εμπόρευμα, αλλά μπορεί να κυμαίνεται έναντι άλλων νομισμάτων στις αγορές συναλλάγματος. Η αξία του νομίσματος στηρίζεται πια αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσόμενων, δηλαδή τα νομίσματα γίνονται αποδεκτά ως μέσο συναλλαγής και, άρα, ανταλλαγής με άλλα αγαθά.

Οι δεσμοί ανάμεσα στο χρήμα και στον χρυσό σπάζουν οριστικά. Ωστόσο, μια αμυδρή ανάμνηση εξακολουθεί να συγκρατείται: σε κάθε κρίση που ξεσπάει, όσοι διαθέτουν τα μέσα αγοράζουν χρυσό για να σώσουν τα χρήματά τους. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Ίσως στο εξής τα ανεξερεύνητα ακόμη μεταλλεία εξόρυξης κρυπτονομισμάτων να είναι πιο αποδοτικά.

 

Πηγή για την εικόνα:

Φωτογραφία από <a href="https://pixabay.com/el/users/stevebidmead-249424/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=513062">Steve Bidmead</a> από το <a href="https://pixabay.com/el/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=513062">Pixabay</a>