Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Απόψε στη Σαμαρκάνδη


«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Βαγδάτη ένας Χαλίφης και ο Βεζίρης του ... Μια μέρα, ο Βεζίρης έφτασε μπροστά στον Χαλίφη ωχρός και τρεμάμενος: “Συγχώρεσε τον τρόμο μου, Φως των Πιστών, αλλά μπροστά στο παλάτι μια γυναίκα μέσα στο πλήθος με έσπρωξε. Γύρισα προς τα πίσω. Και αυτή η γυναίκα, με όψη ωχρή, μαλλιά σκούρα και τον λαιμό σκεπασμένο με μια κόκκινη εσάρπα, ήταν ο Θάνατος. Καθώς με κοίταζε, έκανε μια χειρονομία προς το μέρος μου. [...] Αφού ο Θάνατος με ψάχνει εδώ, Αφέντη, δώσμου την άδεια να φύγω και να κρυφτώ μακριά από ‘δω, στη Σαμαρκάνδη. Αν βιαστώ, θα είμαι εκεί πριν από το βράδυ. Κι αμέσως απομακρύνθηκε καλπάζοντας γοργά με το άλογό του και εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης προς τη Σαμαρκάνδη. Ο Χαλίφης βγήκε τότε από το παλάτι του και συνάντησε κι αυτός τον Θάνατο: “Γιατί τρόμαξες τον Βεζίρη μου, που είναι νέος και υγιής;” τον ρώτησε. Και ο Θάνατος απάντησε: “Δεν ήθελα να τον τρομάξω, αλλά, βλέποντάς τον στη Βαγδάτη, μου ξέφυγε μια χειρονομία έκπληξης, γιατί εγώ τον περιμένω απόψε στη Σαμαρκάνδη”».
Αυτή η παραβολή είναι το θέμα του σημαντικότερου θεατρικού έργου του Jacques Deval, με τίτλο Ce soir à Samarcande (Απόψε στη Σαμαρκάνδη), το οποίο, σε σκηνοθεσία του Jean Darcante, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1959 στο ιστορικό Théâtre de la Renaissance.  


Στην ιστορία, λέει ο Clément Rosset, η πρόβλεψη πραγματοποιείται χάρη στην ίδια κίνηση που επιχειρεί να την ξορκίσει: ο Βεζίρης, καλπάζοντας προς τη Σαμαρκάνδη, κατευθύνεται προς τον θάνατο από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Η προσοχή μας όμως πρέπει να στραφεί προς κατιτί βαθύτερο: ο Βεζίρης θα ήταν ανίκανος, αν κάποιος του το ζητούσε, να εξηγήσει τι του συνέβη. Οπωσδήποτε εξαπατήθηκε, αλλά δεν θα ήταν σε θέση να πει ποιο συμβάν ανέμενε, το οποίο σβήστηκε τελικά από το πραγματικό συμβάν κατά τρόπο απροσδόκητο, ή και «λοξό». Το τρομερό συμβάν συνέβη, αλλά συντελέστηκε διαψεύδοντας την προσδοκία του ίδιου συμβάντος για το οποίο πίστευε βέβαια ότι θα συνέβαινε, όμως με άλλον τρόπο.
Ο Βεζίρης περίμενε ότι θα πέθαινε το ίδιο βράδυ, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο ούτε σ’ αυτόν τον τόπο (στη Σαμαρκάνδη): φοβόταν ότι θα πέθαινε με άλλον τρόπο και σε άλλον τόπο. Ποιον άλλον τρόπο, ποιον άλλον τόπο; Πώς να ξέρει; Πάντως, ούτε απόψε, ούτε στη Σαμαρκάνδη.


Παίζει έτσι, όπως όλοι μας, το παιχνίδι μιας παντοδύναμης και πολύτροπης ειμαρμένης, η οποία καταφέρνει και ματαιώνει όλα τα μέσα που επιστρατεύουμε για να την αντιμετωπίσουμε. Ωστόσο, αυτή η ειμαρμένη συγκεκριμενοποιείται κάπως περισσότερο από τη στιγμή που παραδεχόμαστε την απροσδιοριστία της: το μοιραίο συμβάν μάς καταλαμβάνει εξ απήνης, διαγράφοντας ένα υποθετικό άλλο συμβάν για το οποίο τίποτα, ποτέ, δεν μας είχε περάσει από το μυαλό και ούτε είχαμε ποτέ καμιά ιδέα γι’ αυτό. Η έκπληξη προέρχεται από το γεγονός ότι απορρίπτουμε το πραγματικό συμβάν εν ονόματι μιας πραγματικότητας που δεν την έβαλε ούτε θα μπορούσε να την βάλει ποτέ ο νους μας. Θύμα της εξαπάτησης είναι, λοιπόν, όποιος αναμένει ένα συμβάν, αλλά εκπλήσσεται όταν το βλέπει να συμβαίνει. Υπάρχει βεβαίως κάποιου είδους απάτη, που εδρεύει ακριβώς στην ψευδαίσθηση ότι έχουμε εξαπατηθεί, στην ψευδαίσθησή μας να πιστεύουμε πως υπάρχει «κάτι» που τη θέση του πήρε τελικά η πραγματοποίηση του συμβάντος. Όμως, σ’ αυτήν την περίπτωση, απατηλή αποδεικνύεται εν τέλει η εντύπωσή μας ότι έχουμε εξαπατηθεί. Όταν ένα συμβάν πραγματοποιηθεί, δεν έχει κάνει τίποτα άλλο από το να πραγματοποιηθεί. Δεν έχει πάρει τη θέση ενός άλλου συμβάντος.


Πηγές:
Rosset Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου