Κυριακή 25 Μαρτίου 2018
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018
Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XIV
Αναρωτιόμουν
κάθε φορά που περνούσα μπροστά από τον ναό του Ποσειδώνα πώς έκανε τόσο ζωντανό
ο Πραξιτέλης, ο γλύπτης, αυτό το αγόρι. Πώς έπλασε με την τέχνη των χεριών του
το σκληρό μέταλλο. Πώς έπλασε τα βλέφαρά του, τα μάτια του, τα χείλη του. Απ’
όλο το κορμί του στάθηκα μονάχα στο μισό του κεφάλι. Στο βλέμμα του. Δεν ήθελα
να με παρασύρει η εικόνα του, το δυνατό κορμί του. οι αναμνήσεις πόναγαν την ψυχή μου. Μελίτης ήταν το
όνομά του και ήταν από μάνα και κύρη Αθηναίος. Θυμόμουν που οδηγούσε γυμνός την
πομπή των Παναθηναίων, κρατώντας το δάφνινο κλαδί στο χέρι. Στο λουσμένο με
χυμούς της ελιάς κορμί του εξοστρακίζονταν οι ακτίνες του ήλιου κάνοντάς τον να
λάμπει ολόκληρος.
Στο
αλώνι, μισόγυμνος, τα ζωντανά βουκέντριζε με τη στεντόρεια φωνή του, κι αμέσως
μετά το μάλωμα τα γλύκαινε. Τα κατορθώματα των ηρώων, που η πόλη μας τιμούσε,
τραγούδαγε. Δεν είναι υπερβολή αυτό που θα σας πω, μέχρι τις παρυφές της Πάρνηθας
ηχούσε η φωνή του. Αλλά και οι άρχοντες, όταν τους έπιανε η βιάση και ήθελαν να
στείλουν μήνυμα κάτω στο λιμάνι, τον γοργοπόδαρο Μελίτη καλούσαν και αυτόν
όριζαν ως αγγελιαφόρο. Γνώριζαν πως πριν αλλάξει θέση ο ήλιος αυτός θα πήγαινε
και θα ερχόταν.
Μήπως
και στον χορό ήταν αδέξιος; Τα πόδια του, της Τερψιχόρης χάρισμα, δεν πάταγαν
στη γη. Στα δεκαπέντε του παραμέριζαν οι μεγαλύτεροι. πρωτοχορευτή τον ήθελαν. τη νέα γενιά καμάρωναν. Αυτό το χρέος είχαν κι αυτή
ήταν η χαρά τους όσο κρατούσαν τα Μικρά Παναθήναια. Κι αυτός, ενθουσιασμένος,
για δυο μέρες και δυο νύχτες, μπροστάρης ήταν στον χορό και πρώτος στο
τραγούδι, και ακόμα πιο καλός στ’ αστεία και στα χωρατά.
Τα
βλέμματα όλων γύρω του, και όχι μόνον των κοριτσιών, ήσαν στραμμένα πάνω του,
αλλά ο Μελίτης δεν τα έβλεπε. Έδειχνε πως όλοι αόρατοι ήσαν, κι εγώ μαζί με
όλους. Μόνον η θεά Αφροδίτη μπορεί να καταλάβει πώς ένιωσα όταν, μια μέρα που
απουσίαζαν οι δικοί μου, χτύπησε τη θύρα του σπιτιού. Του άνοιξα και στη στιγμή
άφησα τον νου στην άκρη κι έπεσα στην αγκαλιά του. Την ίδια στιγμή έγινα δική
του, χωρίς υπόσχεση αρραβώνα, χωρίς λόγια που θολώνουν τη βούληση των
κοριτσιών. Η ευτυχία μου σκίασε τον φόβο, κι όχι το αντίθετο. άντρωσε το μυστικό μου.
Μα
δεν κράτησε πολύ η χαρά μου. Οι θεοί ζήλεψαν το δημιούργημά τους. Τον Πραξιτέλη
κάλεσαν, κι αυτό με την απαράμιλλη τέχνη του αθάνατο τον έκανε. Και τώρα εγώ,
μονάχη πια, περνώ από το ιερό κάθε αυγή και αντικρίζω τη ματιά που διαπερνά το
μάρμαρο κι αγγίζει την ψυχή.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Πρόκειται για χάλκινο άγαλμα έφηβου αθλητή, έργο της σχολής του Πραξιτέλη, που
βρέθηκε το 1925 στη θαλάσσια περιοχή του Μαραθώνα, απ’ όπου και το όνομά του «Παις
Μαραθώνος». Χρονολογείται στο 340-330 π.Χ. και φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό
Μουσείο.
Το
παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.
Πηγή
για την εικόνα:
Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018
Ήρωες από χαρτί
Έχουν
οντολογική πραγματικότητα τα μυθιστορηματικά όντα (τα μυθιστορηματικά γεγονότα,
οι μυθιστορηματικοί τόποι κ.λπ.) και ποια οντολογική βαρύτητα έχει κάθε αναφορά
μας σε αυτά; Μπορούμε να φανταστούμε περίπου ό,τι μας αρέσει, αλλά υπάρχει και
η στιγμή που τίποτα δεν μπορεί να επικυρώσει το πράγμα εκτός από τον ίδιο τον
εαυτό του. Η φαντασία αποδεικνύεται χωρίς αξία. απαιτείται το βλέμμα μας να πέσει πάνω στη
ζωηρή ομορφιά της Elizabeth Bennet και στο σκαμμένο
πρόσωπο του Jean Valjean, το αυτί μας να ακούσει
τον φουρφουρένιο ήχο του φορέματός της και το χέρι μας να σταθεί επί τον τύπον
των ήλων στο σώμα του ήρωα. Συμφωνούν, όμως όλοι με τα παραπάνω; Αυτός ο προβληματισμός
μας εισάγει σε ένα ιδιαίτερο φιλοσοφικό πεδίο που ασχολείται με τα μη υπαρκτά
όντα (ανάμεσα σ’ αυτά και τα
λογοτεχνικά), τα οποία, από το όνομα του Αυστριακού φιλοσόφου Alexius Meinong που τα «επινόησε», ονομάζονται και meinongian objects.
Ας αρχίσουμε,
λοιπόν, διερωτώμενοι εάν δικαιούμαστε σε ένα άλογο με το όνομα Πήγασος (δηλαδή,
σε μια ατομική μη συγκεκριμένη χωρο-χρονικά οντότητα) να αποδίδουμε την
ιδιότητα –κοινώς αποδεκτή, άλλωστε- να έχει φτερά. Αν ναι, τότε ο Πήγασος
υπάρχει. Και, συνεπώς, αν η Elizabeth Bennet
έχει τις ιδιότητες που αναφέραμε προηγουμένως, τότε και αυτή υπάρχει. Αφετηρία
μας είναι η θέση ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε ιδιότητες σε κάτι ανύπαρκτο. αν ωστόσο μπορούμε, τότε προϋποτίθεται ότι το ον υπάρχει.
Όμως, η ύπαρξη
της Elizabeth Bennet
είναι ύπαρξη υπό προϋποθέσεις. Η δυνατότητά μας να δημιουργούμε προτάσεις
αληθείς ή ψευδείς σχετικά με τη δεσποινίδα Bennet
εξαρτάται από το συγκείμενο στο οποίο οι προτάσεις αυτές τοποθετούνται.
Μιλώντας για την Elizabeth, μιλάμε πάντοτε όχι για ένα κορίτσι
της διπλανής πόρτας (σε αυτήν την Elizabeth νόμιμα θα
αποδίδαμε το κατηγόρημα «είναι προκατειλημμένη», εάν και εφόσον είχε αυτό το
χαρακτηριστικό), αλλά για την ηρωίδα της Austin.
Η αλήθεια των προτάσεών μας –και, κατά συνέπεια, η πραγματικότητα της ύπαρξής
της- είναι συνυφασμένη με τη χρήση ενός τροποποιητή (modifier), ενός σημασιακού περιοριστή. Η Elizabeth είναι μια προκατειλημμένη νεαρή στο εσωτερικό συγκείμενο του
μυθιστορήματος Pride and Prejudice (Περηφάνια και προκατάληψη) (μάλιστα,
στις ποικίλες εναλλακτικές αναγνώσεις του, με συνέπεια η Elizabeth να υπάρχει πραγματικά σε ένα από τα πιθανά αναγνωστικά σύμπαντα),
και κάθε φορά που συζητούμε γι’ αυτήν λανθάνει αυτή η προϋπόθεση. Αντιθέτως, η
φράση: «η Elizabeth είναι ηρωίδα της Austen» συνυφαίνεται με
το εξωτερικό συγκείμενο (το εκτός του μυθιστορήματος σύμπαν), εφόσον λέει κάτι
που αληθεύει στον πραγματικό κόσμο και αποδίδει έτσι στην Elizabeth ένα χαρακτηριστικό εντελώς απροϋπόθετα.
Με
απλά λόγια, για την Jane Austin ή για τον Victor Hugo ο προβληματισμός
αναφορικά με την ύπαρξη της Elizabeth Bennet ή του Jean Valjean αντίστοιχα
είναι εντελώς α-νόητος. Η ύπαρξη της Elizabeth Bennet και του Jean Valjean
είναι το δίχως άλλο αναμφισβήτητη σύμφωνα με- ή στον κόσμο των δύο συγγραφέων.
Ένα νεαρό κορίτσι, μεσοαστικής καταγωγής, έξυπνο, χαριτωμένο, καλλιεργημένο, με
τέσσερις ακόμα αδελφές, μια ανόητη μητέρα και έναν σαρκαστικό πατέρα και ένας
άνθρωπος ρημαγμένος από τα βάσανα είναι κάτι που υπάρχει, τροφοδοτημένο εξάλλου
από τις μυθιστορηματικές ενδείξεις.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και
Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
(http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).
Πηγές για τις
εικόνες:
http://www.imdb.com/title/tt0230534/
http://www.imdb.com/title/tt0112130/
Ετικέτες
Λογοτεχνία,
Φιλοσοφία,
Austen J.,
Hugo V.,
Les Misérables (βιβλίο),
Meinong Al.,
Pride and Prejudice (βιβλίο)
Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018
Λογοτεχνία και Φιλοσοφία
Η σχέση της
λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία είναι πολύ ανθεκτική και τα μεταξύ τους καυγαδάκια,
που έλαβαν χώρα σε διάφορες εποχές, απλώς επιβεβαιώνουν και νοστιμίζουν αυτήν
τη σχέση. Η λογοτεχνία δεν παύει ποτέ να τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με υλικό, το
οποίο ορισμένες φορές υποχρεώνει την τελευταία ακόμη και να αναθεωρήσει τις
πρακτικές της. Αλλά και η φιλοσοφία, από την πλευρά της, εκφράζεται ποιητικά.
![]() |
Magritte René, Le visage du génie (1927)
Βρυξέλλες, Musée d’Ixelles
|
Χαρακτηριστικό
είναι το παράδειγμα του Πλάτωνα.
η λογοτεχνική του δεινότητα είναι ασφαλώς ένας από τους παράγοντες που κάνουν τη
φιλοσοφία του να διατηρεί μέχρι σήμερα την ελκυστικότητά της. Βέβαια, από τη άλλη,
είναι γνωστό ότι ο Πλάτων εξορίζει την ποίηση από την ιδεώδη πολιτεία του
κατηγορώντας την ότι έχει τη δύναμη να διαφθείρει ηθικά την ψυχή των φυλάκων. Το
τραύμα αυτής της καταδίκης είναι βαθύ, και το διαζύγιο της φιλοσοφίας από τη
λογοτεχνία φαίνεται στο εξής οριστικό. Στους νεότερους χρόνους, η πεποίθηση ότι
φιλοσοφία και τέχνη αποτελούν δύο αυτοτελή, διακριτά και ριζικά αντιτιθέμενα
μεταξύ τους νοητικά σύνολα βρίσκει προσήκον θεμέλιο στην καρτεσιανή διχοτόμηση
λογικής και συναισθήματος. Οι λογοτέχνες σκοτώνουν μέσα τους τον φιλόσοφο και
οι φιλόσοφοι απαρνούνται τον λογοτέχνη εαυτό τους (παρότι με κάμποσα
παραστρατήματα και από τις δυο πλευρές). Όλα αυτά μέχρι τον Nietzsche. Αυτός και μια γενιά μεταγενέστερων εικονοκλαστών φιλοσόφων θα
πετύχουν την επαναπροσέγγιση των δύο πεδίων, αρνούμενοι να υποταχθούν
ανεπιφύλακτα στις απαιτήσεις επιχειρηματολογίας και συνεκτικότητας που
προσιδιάζουν στη φιλοσοφία και τολμώντας να εκφράσουν τις φιλοσοφικές τους απόψεις
ποιητικά. Είναι μια κίνηση που πρόκειται να έχει συνέχεια. Τον 20ό
αιώνα, ο Jacques Derrida
επιχειρεί να αμφισβητήσει την πλατωνική τομή με τρόπο πιο ριζοσπαστικό, ξαναθυμίζοντας
και αναδεικνύοντας τη σύνδεση της φιλοσοφίας με τη μεταφορά και την τροπικότητα,
σύνδεση την οποία η φιλοσοφία συνήθως προτιμά να λησμονεί προκειμένου να κατοχυρώσει
την επιστημονική της αυτονομία.
Να θυμίσουμε, επίσης,
ότι, κατά το τέλος του 18ου αιώνα, η λογοτεχνία κερδίζει το
ενδιαφέρον της φιλοσοφίας από άλλον δρόμο. Η τελευταία ασχολείται με το ζήτημα
των σχέσεων ανάμεσα στις ιδέες και στον κόσμο που υπάρχει έξω από το ανθρώπινο
μυαλό (το εάν ένας τέτοιος κόσμος υπάρχει, και αυτό επίσης ενδιαφέρει τη
φιλοσοφία να το διερευνήσει). Και ακόμα πιο πρόσφατα, με την κατά Rorty
«γλωσσολογική στροφή της φιλοσοφίας», τα δύο πεδία μοιράζονται την κοινή ουσία
της γλωσσικής πρακτικής και το ζήτημα που απασχολεί είναι πια το νόημα που
μεταφέρεται μέσω της γλώσσας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η
ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον ομώνυμο σελιδοδείκτη που αναρτήθηκε στην Πύλη
για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).
Πηγή για την
εικόνα:
http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1772/1766Κυριακή 4 Μαρτίου 2018
Η συνθήκη της Βεστφαλίας
Η
ληξιαρχική πράξη γέννησης του σημερινού συστήματος των κυρίαρχων κρατών στην
Ευρώπη τοποθετείται στο έτος 1648. Εκείνη τη χρονιά τερματίζονται οι καταστροφικοί
θρησκευτικοί πόλεμοι της πρώιμης νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας με την υπογραφή
της συνθήκης της Βεστφαλίας (στις 24 Οκτωβρίου). Η συνθήκη περιλαμβάνει:
α)
συμφωνία μεταξύ της Ολλανδικής Δημοκρατίας (17 επαρχιών των Κάτω Χωρών) και του
Στέμματος της Ισπανίας, η οποία τερματίζει τον Ογδοηκονταετή Πόλεμο,
β)
συμφωνία η οποία τερματίζει τον Τριακονταετή Πόλεμο μεταξύ της Αγίας Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας και των καθολικών συμμάχων της, από τη μία πλευρά, και των
προτεσταντικών δυνάμεων που υποστηρίζονται από την καθολική Γαλλία, από την
άλλη πλευρά.
Ηττημένος
εμφανίζεται ο Αψβούργος Γερμανός αυτοκράτορας Ferdinand III, ο οποίος συναινεί να μεταβληθεί το
κράτος του σε ομοσπονδία (350 κρατών συνολικά) και να αναγνωρίσει την
ανεξαρτητοποίηση της Ελβετίας. Η Γαλλία, αντίθετα, κερδίζει τις περιοχές Metz, Toul, Verdun και Haute-Alsace.
Στο
εξής, στη λεγόμενη «βεστφαλιανή Ευρώπη», καθολικά και προτεσταντικά κράτη
συμφωνούν να συνυπάρχουν αρμονικά και να τηρούν την αρχή του αμοιβαίου σεβασμού
της κυριαρχίας τους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται πλέον η
παρέμβαση ενός κράτους στα εσωτερικά ζητήματα (θρησκευτικά ή άλλα) άλλου
κράτους. Επιπλέον, η μεταξύ κρατών επιθετικότητα διατηρείται υπό έλεγχο όχι πια
χάρη στη λειτουργία πανευρωπαϊκών παραγόντων πολιτικής ισχύος (η καθολική
εκκλησία ως τέτοιος παράγοντας, αντί να μειώσει, πέτυχε μάλλον να ενισχύσει την
επιθετικότητα), αλλά από την ισορροπία
δυνάμεων μεταξύ κρατικών φορέων που ενδιαφέρονται να μεγιστοποιούν την ισχύ τους
ώστε να εξασφαλίζουν την επιβίωση και τα συμφέροντά τους.
Αυτές
οι αρχές, που υιοθετήθηκαν από την Ευρώπη το 1648, γρήγορα αποτέλεσαν τη βάση
του διεθνούς συστήματος πολιτικής οργάνωσης και επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό το
διεθνές δίκαιο. Και μολονότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα διείσδυσης των ισχυρών
κρατών στα εσωτερικά ζητήματα των ασθενέστερων, αυτές οι αρχές έχουν αποδειχθεί
ανθεκτικές: η εθνική ταυτότητα των ανθρώπων έχει αποτελέσει την πιο αποτελεσματική
προστασία της εθνικής τους ανεξαρτησίας και ασφάλειας.
Πηγή
για την εικόνα:
Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018
Η αφήγηση ως αθανατισμός
![]() |
Pierre-Auguste Renoir, The reader (1875-1876)
Παρίσι,
Musée d’ Orsay
|
Στην
πραγματική ζωή η ταυτότητα ενός προσώπου παγιώνεται ως ιστορία, την οποία
αναλαμβάνει να αφηγηθεί ένας ιστορικός ή ένας λογοτέχνης, αυτός ο τελευταίος
υπακούοντας πάντως στις λογοτεχνικές συμβάσεις. Όμως, και στη λογοτεχνία, ακόμα
και στην περίπτωση που θα της αποδώσουμε την ιδιότητα να αθανατίζει μια
ανθρώπινη πράξη, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες, και πάλι τηρουμένων των λογοτεχνικών
συμβάσεων. Τα πρόσωπα της ιστορίας, τα οποία συνιστούν ενδεχομένως την
ουσιοποίηση πραγματικών προσώπων, ουσιοποιούνται (αποκτούν μια πάγια ταυτότητα
και όχι απλώς ένα άθροισμα ιδιοτήτων) και μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου
λογοτεχνικού σύμπαντος που αποτελεί η αφηγημένη ιστορία. Μοχλός αυτής της
ουσιοποίησης είναι ο αφηγητής. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο ρόλος του αφηγητή διαφοροποιείται
από τον ρόλο του συγγραφέα, τουλάχιστον όσον αφορά στο επίπεδο της
πραγματικότητας εντός της οποίας κινούνται. Ο αφηγητής, μολονότι τρίτος ἀπό ἀληθείας, διαθέτει επαρκές
κομμάτι πραγματικότητας ώστε να είναι υπεύθυνος για την ουσιοποίηση, τόσο τη
δική του όσο και των προσώπων τα οποία μας συστήνει. Τη στιγμή που τίθεται στην
αφήγηση η λέξη «τέλος», τα πρόσωπα της ιστορίας έχουν κιόλας επιτελέσει τις
αναγκαίες πράξεις, έχουν δεχθεί τις συνέπειες και, επιπλέον, η πράξη της
αφήγησής τους έχει ολοκληρωθεί. Η πραγματικότητά τους έχει εξαγορασθεί με την
τελευταία φράση της αφήγησης. Το «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» των
παραμυθιών αποτελεί το συμβατικό τέλος της ζωής των ηρώων, τον συμβολικό τους
θάνατο ως ηρώων μιας αφήγησης, ο οποίος αποκλειστικά επιφέρει τον αθανατισμό.
Ό,τι θα συμβεί έκτοτε, καθώς δεν βρίσκει αφηγητή, εντάσσεται στο πεδίο της
θνητής ζωής, αδιάφορης επειδή δεν διαθέτει τίποτα το ουσιακό. Σε αυτήν την
περίπτωση, η λογοτεχνία αποτελεί την ενδιάμεση λύση για την ευπάθεια της ανθρώπινης
ύπαρξης. Και ο αφηγητής αποτελεί τον μοχλό αυτής της λύσης. Αλλά και τον μοχλό
για την εξασφάλιση της οργανωμένης μνήμης που είναι η αφήγηση, μέσω της οποίας
διασώζεται η πλέον φθαρτή ανθρώπινη δραστηριότητα: η πράξη.
Πηγή
για την εικόνα:
Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018
Ο συγγραφέας και/ή/ως αφηγητής
Στη
λογοτεχνία, μόλις απαντηθεί το «ποιος μιλάει» επέρχονται και οι συνέπειες της
αποκάλυψης. Η ταυτότητα του ομιλητή επηρεάζει την πορεία των πράξεων και το
πλέγμα των υφιστάμενων σχέσεων.
στην ουσία, επηρεάζει τη δράση. Το υποκείμενο της αφήγησης, και μόνο με το
γεγονός της αφήγησής του, παρεμβαίνει αποφασιστικά στην ιστορία και την φωτίζει
ανάλογα. Φυσικά δεν την δημιουργεί, γιατί αυτό είναι δουλειά του συγγραφέα, από
τον οποίο ο αφηγητής πρέπει σαφώς να διαχωριστεί. Ακόμη και μια πιο ήπια
προσέγγιση θα δεχόταν ότι ο συγγραφέας διασπείρεται, χάνοντας την αυτοτελή του
προσωπικότητα, στο/α πρόσωπο/α του/ων αφηγητή/ών πρωτίστως, των ηρώων έπειτα,
για να διασώσει έτσι τη διαλογική λειτουργία, απαραίτητη εξάλλου στην
επιδιωκόμενη δομική σχέση μεταξύ πομπού/συγγραφέα και δέκτη/αναγνώστη. Ο
συγγραφέας, για να επικοινωνήσει, αποσύρεται ως υπαρκτό πρόσωπο και, εκεί όπου
δημιουργείται το κενό, εισχωρεί ο αφηγητής: ο διάλογος, που ο συγγραφέας
επιθυμούσε και τον επεδίωξε με τη γραφή, τώρα συνεχίζεται. Ο συγγραφέας
εισέρχεται και πάλι στην ιστορία, αλλά ως άλλος. μεταμορφώνεται σε αφηγητή. Μολονότι ο αφηγητής είναι
κι αυτός ένα επινοημένο/δημιουργημένο από τον συγγραφέα, πρόσωπο, ένας
πλασματικός ήρωας, με όποια ιδιότητα κι αν εμφανίζεται, αποτελεί ταυτόχρονα και
μια μάσκα του ποιητικού υποκειμένου. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι μια τέτοια
αντίληψη για τον αφηγητή δεν αποκλείει τη διάκρισή του από τον συγγραφέα όσον
αφορά στη φυσική του πραγματικότητα: ο συγγραφέας είναι ένα πρόσωπο της
πραγματικής ζωής που επιδίδεται στην πραγματική πράξη της γραφής, ενώ ο
αφηγητής, όση πραγματικότητα και αν διαθέτει, δεν παύει να ανήκει στο σύμπαν
της μυθοπλασίας και να επιδίδεται στην αβέβαιη πράξη της αφήγησης.
Η
ιδιότητα του αφηγητή ως επινοημένου, ως μέρος του πλασματικού σύμπαντος του
αφηγήματος, καθορίζει και τα περιθώρια της δράσης του. Αυτά είναι, λοιπόν,
απεριόριστα. Απεριόριστα μέσα στο συγκεκριμένο και πεπερασμένο σύμπαν όπου τον
έχει τοποθετήσει ο συγγραφέας. Δεν είναι σε θέση να προσθέσει ή να αφαιρέσει
πρόσωπα, ούτε να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία. Όμως, άπαξ και η διαδικασία
τεθεί σε κίνηση, έχει την απόλυτη ελευθερία να την αφηγηθεί. Είτε ως
τριτοπρόσωπος ετεροδιηγητικός είτε ως ομοδιηγητικός αφηγητής, εκείνος
αναλαμβάνει να παρουσιάσει τα γεγονότα διαθλασμένα μέσα από τη δική του οπτική
γωνία, με μηδενική ή με εσωτερική εστίαση. Ο συγγραφέας προσκόμισε το υλικό,
προκάλεσε το αφετηριακό, δημιουργικό big
bang και στη συνέχεια εγκατέλειψε
τον κόσμο μόνο του. Η δική του φωνή παύει πια να ακούγεται, ακόμα και στην
αφήγηση με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο. Εμείς, οι αναγνώστες, φτάνουμε τελικά
στο σημείο να γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τον αφηγητή και τους ήρωες μιας
ιστορίας και πολύ λιγότερα, ενίοτε και τίποτα, για τον συγγραφέα. Κι αυτό
επειδή για τον αφηγητή και τους ήρωες γνωρίζουμε ποιοι είναι, ενώ για τον
συγγραφέα γνωρίζουμε μόνον τι είναι. Η ταυτότητα των πρώτων φανερώνεται με τη
δράση, για τον δεύτερο μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με τον
χαρακτήρα του, δεδομένου ότι το μόνο του γνωστό σε εμάς ενέργημα, το ενέργημα
της γραφής, δεν τον διαφοροποιεί παρά σε σχετικό βαθμό από τους άλλους
συναδέλφους του.
Πηγή
για την εικόνα
Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018
Ποιος μιλάει;
Αναφερόμενοι στο θέμα του αφηγητή στη λογοτεχνία, αναφερόμαστε στην πραγματικότητα σε μια παρουσία
και επιχειρούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα «ποιος μιλάει;» (ή, αν θέλετε,
«ποιος λέει;» κατά Genette). Η αντωνυμία (ποιος) υποδεικνύει την παρουσία ενός
αγνώστου ο οποίος οφείλει να μας συστηθεί. Στη λογοτεχνία ο αφηγητής είναι, ας
πούμε, ένας νεοφερμένος που μας συστήνεται πρώτα ο ίδιος μέσω της ομιλίας του.
Ακόμα κι όταν πρόκειται για κάποιον ήρωα, δρώντα μέσα στο πλαίσιο της
αφηγούμενης ιστορίας (ομοδιηγητικός αφηγητής, κατά Genette), η δράση του
διευκρινίζεται με τον λόγο. Η Hannah Arendt υποστηρίζει ότι το ερώτημα «ποιος
είσαι;», το οποίο συνοδεύει κατ’ ανάγκην κάθε ανθρώπινη πράξη, απαντάται
καλύτερα με τα λόγια απ’ ό,τι με τα έργα. Υπάρχει, λέει, μεγαλύτερη συνάφεια
ανάμεσα στην ομιλία και στην αποκάλυψη. Η λογοτεχνία επιβεβαιώνει στο μάξιμουμ
αυτήν την αντίληψη. Σε αυτήν δεν υπάρχει πράξη παρά μόνον ως αφηγημένη πράξη.
Άρα, η ομιλία όχι απλώς διευκρινίζει και αποκαλύπτει το νόημα της πράξης, αλλά
αποτελεί συστατικό στοιχείο ύπαρξής της. Ούτως ή άλλως, στη λογοτεχνία, η
ταυτότητα δεν μπορεί να αποδοθεί με μόνη τη φυσική παρουσία, ακριβώς επειδή
φυσική παρουσία δεν υπάρχει. Το σχήμα του σώματος, ο μοναδικός ήχος της φωνής,
και μαζί οι ιδιότητες, τα χαρίσματα, οι φυσικές ικανότητες, ακόμα και τα
ελαττώματα που μπορεί να διαθέτει κάποιος –ο αφηγητής, ο αφηγητής/ήρωας, ο
ήρωας– δηλώνονται με τον λόγο: αποτελούν, δηλαδή, αντικείμενο, και μάλιστα το
κατεξοχήν, της αφήγησης. Ακόμα και στην περίπτωση του τριτοπρόσωπου παντογνώστη
αφηγητή, παρά την έλλειψη οποιασδήποτε άλλης πράξης, αρκεί η πράξη της
αφήγησης, με άλλα λόγια το ενέργημα του ομιλείν, για την ταυτοποίησή του. Εν
τέλει, μέσα στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό σύμπαν, ανυπαρξία σημαίνει απόλυτη σιωπή,
πλήρης και εντελής αλαλία. Και, ειδικά στην περίπτωση της τριτοπρόσωπης
αφήγησης, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι συχνά ο αφηγητής, αφηγούμενος και
νομίζοντας πως αποκαλύπτει μόνον την ταυτότητα των ηρώων, αποκαλύπτει τελικά
ταυτόχρονα και τη δική του ταυτότητα. Και, αν στη ζωή η ανωνυμία είναι δυνατή,
εφόσον κάποιος παραμείνει έξω από τα όρια της ανθρώπινης επικοινωνίας, στη
λογοτεχνία κανείς δεν μπορεί να διαθέτει πλήρη ανωνυμία δεδομένου ότι η
λογοτεχνία αποτελεί προνομιακό πεδίο επικοινωνίας. Στο ερώτημα, λοιπόν, «ποιος
μιλάει» στη λογοτεχνία, υπάρχει σύμπτωση του ενεργήματος (του ομιλείν) με τον
ενεργούντα (ποιος). Το ενέργημα γενικά, και το ενέργημα του ομιλείν ειδικότερα,
υπερβαίνει την επιτελεστική του λειτουργία και αποκτά τον ειδικό του χαρακτήρα
με την αποκάλυψη του υποκειμένου του ενεργήματος.
Πηγή
για την εικόνα:
http://www.aproposdecriture.com/10-etapes-pour-devenir-meilleur-ecrivain
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









