Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Γιατί (να) διαβάζουμε λογοτεχνία;


Γιατί (να) διαβάζουμε λογοτεχνία; Δεν νομίζω ότι μπορώ να δώσω απάντηση. Δεν νομίζω ότι μπορώ ούτε και νιώθω υποχρεωμένη να δώσω απάντηση- πώς να το πω;- ικανοποιητική. Μπορώ μόνο να πω γιατί εγώ διαβάζω λογοτεχνία.
Λοιπόν, διαβάζω λογοτεχνία, γιατί μου δίνει ευχαρίστηση. Κι όχι τη συνηθισμένη, γιατί τότε, αντί να διαβάζω λογοτεχνία, μπορεί να προτιμούσα να περπατώ στη φύση ή να βλέπω μια ταινία, που κι αυτά είναι πράγματα που μ’ ευχαριστούν πολύ. Η λογοτεχνία όμως μου δίνει ένα ιδιαίτερο είδος ευχαρίστησης, αυτό που –μην απορήσετε για την έκφραση- με «ξεβολεύει». Θέλω να πω, η χαρά που παίρνω μου προκαλεί αλλαγή σε τέτοια έκταση, ώστε όλα όσα μέχρι τότε γύρω μου και μέσα μου τα νόμιζα για δεδομένα παύουν πια να είναι. Το καθημερινό μου σύμπαν ανατρέπεται, επειδή πλαταίνει και πλουτίζει τόσο πολύ ώστε τίποτα δεν μοιάζει πια το ίδιο.

Jean-Honoré Fragonard, The Reader (1770-1772)
Ουάσινγκτον, National Gallery of Art

Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη λογοτεχνία. Χωρίς το τυπωμένο χαρτί και το δάσος των λέξεων που αποτυπώνεται πάνω του. Μια ολόκληρη Βαβέλ που με περιμένει να την αποκρυπτογραφήσω με τον δικό μου τρόπο. Αγαπώ και την εικόνα, του κινηματογράφου για παράδειγμα. Αλλά αγαπώ πιο πολύ τη λογοτεχνία, επειδή για μένα το βιβλίο έχει και υλική υπόσταση, έχει σώμα. Χαρτί που το αγγίζεις, που έχει μυρωδιά, ήχο καθώς γυρίζεις τις σελίδες, που τσαλακώνεται και φθείρεται όταν το πολυδιαβάσεις. Γράμματα, λέξεις, προτάσεις, περιθώρια ανάμεσα στις σειρές και στα πλάγια. Νοήματα που τα καταλαβαίνω με τη μια και άλλα που τα ψάχνω για ώρα και άλλα ακόμα που, όσο κι αν αγωνίζομαι, δεν φτάνω να τα καταλάβω. Ιδέες που τις συμμερίζομαι, άλλες που τις απορρίπτω γιατί δεν τις φοβάμαι κι άλλες που τις αρνούμαι από φόβο. Ο εαυτός μου μού παίζει παιχνίδια. Είμαι εγώ, γίνομαι άλλη, ηρωίδα ή συγγραφέας. Εγώ θα έκανα αυτό, αν ήμουν η ηρωίδα θα ενεργούσα αλλιώς, αν ήμουν ο συγγραφέας θα έδινα άλλη λύση. Ζω για κάμποση ώρα ή και για μέρες μέσα στην αγωνία. Δεν συμπάσχω, πάσχω. Στρογγυλοκαθισμένη στην πολυθρόνα μου, ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, μπροστά από το γραφείο μου, μέσα στο λεωφορείο, σε κάθε μικρό διάλειμμα της καθημερινότητας ή σε ώρες αφιερωμένες ειδικά σ’ αυτό, ζω περιπέτειες, αλλάζω πρόσωπα, επικρίνω, καταδικάζω, συμπαθώ, επαινώ. Στην πραγματικότητα, η λογοτεχνία με παγιδεύει. Με κάνει να διαβάζω για τα βάσανα και τις χαρές των άλλων, ώσπου διαπιστώνω ότι τα δικά μου βάσανα και οι δικές μου χαρές υπάρχουν στο βιβλίο. Τότε, όμως, είναι πια πολύ αργά για να το βάλω στα πόδια.

Camille Corot, A Woman Reading (1869-1870)
Νέα Υόρκη, Metropolitan Museum of Art

Καταλάβατε τώρα γιατί (να) διαβάζουμε λογοτεχνία;

Πηγές για τις εικόνες:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου