Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Όταν ο Zola συνάντησε τον Manet


Το 1866, όταν το Παρίσι συγκλονιζόταν από το διπλό σκάνδαλο Manet, υπήρξαν κάποιοι τολμηροί οι οποίοι ανέλαβαν την υπεράσπιση του ζωγράφου. Ανάμεσά τους ο στενός φίλος του ζωγράφου, ο ποιητής Charles Baudelaire. Όμως, το 1867 ο Baudelaire πεθαίνει και το πλήγμα για τον Manet είναι πολύ μεγάλο, αφού χάνει τον πιο θερμό υποστηρικτή του. Ωστόσο, η θέση δεν μένει κενή. Ένας εικοσιεξάχρονος συγγραφέας, ο Émile Zola, έχει γράψει, το 1866, ένα επαινετικότατo άρθρο για τον Manet στην εφημερίδα  Évenement. Γράφει σ' αυτό: «La place de Manet est marquée au Louvre, comme celle de Courbet, comme celle de tout artist d’un tempérament fort et implacable» (=η θέση του Manet είναι στο Λούβρο, όπως του Courbet, όπως κάθε καλλιτέχνη με ιδιοσυγκρασία δυνατή και στιβαρή).
Τον Ιανουάριο του 1867, ο Zola δημοσιεύει στο Revue du XX Siècle ένα δοκίμιο για τη ζωγραφική του Manet με τίτλο «Une Nouvelle Manière en Peinture: Edouard Manet» και, αργότερα τον ίδιο χρόνο, επανεκδίδει το κείμενο με τίτλο: Édouard Manet: Étude Biographique et Critique.
Ο Manet, ευγνώμων στον συγγραφέα για τη στάση του, θα ζωγραφίσει, το 1868, το περίφημο πορτραίτο του Zola, το οποίο εκτέθηκε στο Salon de Paris της ίδιας χρονιάς και το οποία τώρα βρίσκεται στο Musée d’Orsay. O Zola, στο γραφείο του με ένα ανοιχτό βιβλίο στο χέρι, έχει κρεμάσει στον τοίχο το πορτραίτο της Ολυμπίας, της οποίας μάλιστα το βλέμμα έχει αλλάξει κατεύθυνση και καρφώνεται πάνω στον συγγραφέα, δείχνοντας έτσι τον θαυμασμό του ζωγράφου για το πρόσωπό του. Πάνω στο γραφείο , πίσω από την πένα, υπάρχει ένα μπλε χειρόγραφο, πιθανόν το δοκίμιο του Zola για τον Manet.


Η φιλία των δύο ανδρών δεν θα κρατήσει πολύ, καθώς οι καλλιτεχνικοί τους δρόμοι απομακρύνονται: ο ρεαλισμός του Zola δεν συμφωνεί με τον ιμπρεσιονισμό του Manet. Οι δρόμοι τους, ωστόσο, συγκλίνουν και πάλι, καθώς η τύχη (ή η καλλιτεχνική τους αναζήτηση) τους παίζει ένα πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι.
Το 1877 ο Manet ζωγραφίζει το πορτραίτο μιας νεαρής κοπέλας, πόρνης της υψηλής τάξης το δίχως άλλο, όπως φανερώνει το όνομά της, δημοφιλές καλλιτεχνικό ψευδώνυμο για τις πόρνες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η Nana (Νανά), μέσα στο μπουντουάρ της, στέκεται μπροστά από έναν καθρέφτη διακοσμημένο με δυο σβησμένα κεριά και κοιτάζει κατάματα τον θεατή σαν τις προγενέστερές της, τη γυμνή γυναίκα από το Le déjeuner sur l’herbe (Πρόγευμα στη χλόη) και την Olympia (Ολυμπία). Φοράει ένα μικρό αμάνικο μπούστο, μεταξωτές κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Ο κομψός άνδρας που είναι καθισμένος στον σοφά διακρίνεται μόνο κατά το ήμισυ. Για άλλη μια φορά ο πίνακας απορρίφθηκε από την Ακαδημία ως επικίνδυνος για τα χρηστά ήθη, αλλά και επειδή ο ισχυρός προστάτης του μοντέλου, της Henriette Hauser, ενοχλήθηκε υπερβολικά. Σήμερα εκτίθεται στη Γερμανία, στο Kunsthalle Hamburg Art Museum.


Τρία χρόνια αργότερα, ο Zola γράφει τη Nana (Νανά), ένα από τα πιο διάσημα έργα του και κορυφαίο δείγμα του νατουραλισμού. Το γαλλικό κοινό έχει και πάλι λόγο να εξεγερθεί. Το βιβλίο δεν περιγράφει απλώς μια πόρνη των παρισινών σαλονιών, αλλά αποκαλύπτει την ανηθικότητα και τον ξεπεσμό της παραδοσιακής αριστοκρατίας, αλλά και μια ολόκληρης κοινωνίας, που παραδίδεται στην αρπακτικότητα του κέρδους, την ακολασία, τον αμοραλισμό. Έρωτας, ευαισθησία, πίστη, φιλία, αλληλεγγύη, δεν είναι προτερήματα, αλλά  στοιχεία που οδηγούν όποιον τα διαθέτει στη συντριβή. Ο Zola πετάει κατάμουτρα στους συγκαιρινούς του την αποτυχία της κοινωνίας τους και έτσι αιτιολογείται ο σάλος που προκλήθηκε από την έκδοση του βιβλίου, παρά την υποστήριξη που δέχτηκε από σπουδαίους άνδρες όπως ο Gustave Flaubert. 


Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Παγκόσμια ημέρα ποίησης


Για την παγκόσμια ημέρα της ποίησης, που συμπίπτει με την εαρινή ισημερία, ένα ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, την Ενδοχώρα (1945). Απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής.


Πηγή:

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Σκάνδαλο στο Παρίσι


Το 1863 οι καλλιτεχνικοί κύκλοι του Παρισιού σοκάρονται. Ο Édouard Manet, παραβαίνοντας όλους τους κανόνες της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, που υπαγόρευαν όχι μόνον τη θεματολογία αλλά και τις τεχνικές τις οποίες είχαν την υποχρέωση να ακολουθούν οι ζωγράφοι, υπέβαλε προς κρίσιν, για να εκτεθεί στο Salon de Paris, το έργο του Le déjeuner sur l’herbe (Πρόγευμα στη χλόη). Το έργο θεωρήθηκε σκανδαλώδες, αφού, μαζί με δύο άντρες ντυμένους σαν δανδήδες, στο πικ-νικ συμμετέχει και μια ολόγυμνη γυναίκα, η οποία μάλιστα τολμάει να κοιτάζει ξεδιάντροπα τους θεατές καταπρόσωπο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όσοι ξέρουν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της γυναίκας τη Victorine Meurent, το αγαπημένο μοντέλο του Manet, και στο μάλλον πληθωρικό κορμί τη Susanne Leenhoff, τη σύζυγο του ζωγράφου. Ωστόσο, το έργο εκτέθηκε τελικά στο Salon des Refusés, μια παράλληλη έκθεση με όλα τα απορριφθέντα από την Ακαδημία έργα, η οποία οργανώθηκε με προσωπική παρέμβαση του Ναπολέοντα Γ΄.


Πώς τόλμησε αυτός ο αναιδής να ζωγραφίσει μια γυμνή γυναίκα αποδίδοντας μια σκηνή της καθημερινότητας, ενώ μέχρι τότε το γυμνό είχε θέση μόνο σε έργα με συμβολικό χαρακτήρα;


Όμως, αυτός ο αναιδής επανέλαβε το ατόπημά του δυο χρόνια αργότερα, το 1865. Ο Manet εξέθεσε στο  Salon de Paris το έργο του Olympia (Ολυμπία). Και πάλι  μοντέλο για την προκλητική, ξαπλωμένη γυναίκα είναι η Victorine Meurent.  Ακόμα μεγαλύτερο σκάνδαλο ξέσπασε: το έργο χαρακτηρίστηκε ανήθικο και χυδαίο.  Όχι μόνον εξαιτίας της γύμνιας της Ολυμπίας, η οποία για μια ακόμα φορά κοιτάζει με αυθάδεια κατάματα τους θεατές, αλλά κυρίως γιατί πρόκειται ολοφάνερα για μια πόρνη. Η ορχιδέα που στολίζει τα μαλλιά της, η μαύρη κορδέλα στον λαιμό, το βραχιόλι στο χέρι της, τα σκουλαρίκια της, το ανατολίτικο ριχτάρι πάνω στο κρεβάτι, η κατάμαυρη γάτα, όλα συνδέονται με την πορνεία. Ακόμα και το όνομα Ολυμπία, που φαίνεται πως δόθηκε στον πίνακα από τους κριτικούς, είναι το όνομα που χρησιμοποιούν ως καλλιτεχνικό πολλές πόρνες της εποχής.


Το Πρόγευμα στη Χλόη εκτίθεται σήμερα στο Musée d’Orsay στο Παρίσι και μια μικρότερη, προγενέστερη εκδοχή του στην Courtauld Gallery στο Λονδίνο. Η Ολυμπία αποκτήθηκε από το γαλλικό έθνος το 1890 με πρωτοβουλία του Claude Monet και σήμερα βρίσκεται κι αυτή στο Musée d’Orsay στο Παρίσι.


Πηγές για τις εικόνες:
http://www.manet.org/olympia.jsp

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Στη Μονμάρτρη και πάλι


Όταν ο νεαρός Amedeo Modigliani, όμορφος και ευκατάστατος (γιος ενός Ιταλού εμπόρου ξυλείας και κάρβουνου και μιας Γαλλίδας) έφτασε το 1906 στο Παρίσι, διάλεξε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα για να κατοικήσει. Τον κέρδισε όμως τελικά η Μονμάρτρη, την ατμόσφαιρα της οποία είχε, λίγο μόλις καιρό πριν, αποτυπώσει στα έργα του ο Toulouse-Lautrec.  Ο Amedeo έγινε γρήγορα δημοφιλής, αφού συγκέντρωνε όλα τα χαρίσματα που επιζητούσαν οι μποέμ της ανέμελης εκείνης εποχής, της Belle Époque. Τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά Modi, σε μια εποχή που οι maudits καλλιτέχνες όλο και πλήθαιναν.


Αναποφάσιστος στην αρχή για τον δρόμο που θα ακολουθούσε στη ζωγραφική και μάλλον αποτυχημένος ως επαγγελματίας πορτραιτίστας, ο Modi ψάχνει να βρει το προσωπικό του ύφος, ξεκόβοντας από τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες, τον φωβισμό και τον κυβισμό, που τότε κυριαρχούσαν στην παρισινή σκηνή. Επηρεασμένος από την ελληνοϊταλική αρχαιότητα και έχοντας για ένα διάστημα επιδοθεί στη γλυπτική, ανακαλύπτει πως εκφράζεται καλύτερα με την απλοποίηση, τη γραμμικότητα και την αφαίρεση, καθώς και με τις ρευστές, καμπύλες γραμμές. Ο Modigliani είναι πια καλλιτεχνικά ανεξάρτητος και μοναχικός στον δρόμο που διάλεξε.
Εν τω μεταξύ, ξεσπάει ο πόλεμος. Το αίτημα του Amedeo για στράτευση απορρίπτεται κι εκείνος αφοσιώνεται στη ζωγραφική, στο πορτραίτο. Όμως, σε ένα πορτραίτο που διαφέρει πολύ από την ιδέα που υπήρχε ως τότε για το είδος. Στα πορτραίτα του Modigliani το σώμα επιμηκύνεται και διαστρεβλώνεται, τα μάτια ζωγραφίζονται αμυγδαλωτά αλλά ασύμμετρα, ο λαιμός προεκτείνεται, τα χαρακτηριστικά στυλιζάρονται. Τον ενδιαφέρουν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και όχι ο χαρακτήρας των μοντέλων του. Τα διακοσμητικά γνωρίσματα, οι χαρακτηριστικές χειρονομίες, τα αφηγηματικά στοιχεία, παραλείπονται, τα χρώματα είναι λιτά. Ο Amedeo ζωγραφίζει το κάλλος, καθαρό και λαμπρό. Οι γυμνές του γυναίκες, με τα ρόδινα κορμιά, που άλλες κοιτάζουν τον θεατή κατάματα και άλλες έχουν τα μάτια κλειστά, είναι γεμάτες με αισθησιασμό, ερωτισμό και σαγήνη.

Προσωπογραφία του Leopold Zborovski (1918)
    Ελαιογραφία σε μουσαμά. Ιδιωτική συλλογή

Το 1917 οργανώνεται, στη γκαλερί της Berthe Weill, μια έκθεση με έργα του Modigliani, γυμνά κυρίως μεγάλου μεγέθους. Κόσμος συρρέει, πράγμα που ανησυχεί σοβαρά τον αστυνομικό διευθυντή του απέναντι αστυνομικού τμήματος, ο οποίος διατάζει να κατεβάσουν «όλα αυτά τα αίσχη» που προσβάλλουν τα χρηστά ήθη. Η μοναδική έκθεση του Modigliani κλείνει με τους αστυνομικούς να κρατούν αγκαλιά τις σκανδαλώδεις, γυμνές καλλονές του, αποκαθηλώνοντάς τες.

                             Ξαπλωμένο γυμνό (1917)
          Ελαιογραφία σε μουσαμά. Στουτγκάρδη, Staatsgalerie

        Γυμνό καθιστό στο ντιβάνι (1917)
Ελαιογραφία σε μουσαμά. Ιδιωτική συλλογή

Το 1918, την τέταρτη χρονιά του πολέμου, ο Modigliani εγκαταλείπει το ρημαγμένο Παρίσι και εγκαθίσταται στη Νότια Γαλλία. Ζωγραφίζει σαν μανιασμένος, σαν να ξέρει πως πλησιάζει το τέλος του και θέλει να ολοκληρώσει την αποστολή του. Οι γυναίκες του δεν είναι πια γυμνές, τα μοντέλα του είναι απλές ανθρώπινες παρουσίες, δίχως ατομικότητα και στραμμένες προς τα μέσα, αποτραβηγμένες στον εαυτό τους.

         Jeanne Hébuterne (1919)
   Λάδι σε μουσαμά. Ιδιωτική συλλογή

  Προσωπογραφία της Jeanne Héteburne (1919)
    Ελαιογραφία σε μουσαμά. Ιδιωτική συλλογή

Επιστρέφει στο Παρίσι, όπου και πεθαίνει στις 24 Ιανουαρίου του 1920, σε ηλικία 36 ετών, τσακισμένος από τη φτώχεια, τις αρρώστιες, τον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά, τις ταραχώδεις ερωτικές σχέσεις. Ενταφιάζεται στο κοιμητήριο Père Lachaise πλάι στην τελευταία του σύντροφο, την Jeanne Hébuterne, η οποία αυτοκτονεί την επόμενη ημέρα, αφήνοντας ορφανή τη δίχρονη κόρη τους.

Προσωπογραφία του Paul Alexandre (1909)
       Λάδι σε μουσαμά. Ιδιωτική συλλογή

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του Jean-Jacques Rousseau


Στον αντίποδα του συμβολαίου «υποταγής και κυριαρχίας» του Thomas Hobbes βρίσκεται το κοινωνικό συμβόλαιο «πολιτικής και κοινωνικής ένωσης» του Jean-Jacques Rousseau (1712-1778). Η αντίθεση μεταξύ Hobbes και Rousseau έχει θεωρητικό υπόβαθρο. Αν θεωρήσουμε ότι ουσιαστικά ο άνθρωπος είναι από τη φύση του εγωιστικό ον, τότε η δύναμη του κράτους πρέπει να τον εξαναγκάζει  να τηρεί τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου. Αντίθετα, αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι καλός και έχει έμφυτη κοινωνικότητα, όπως υποστηρίζει ο Rousseau, τότε μπορούμε να περιμένουμε ότι ο άνθρωπος, με τη θέλησή του και για χάρη του γενικού συμφέροντος, θα συμμορφωθεί με τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.


Για τον Rousseau η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου όπως την χρησιμοποιούν οι πολιτικοί στοχαστές της φιλελεύθερης ατομικιστικής παράδοσης αποτελεί το κομβικό στοιχείο της καταχθόνιας εξαπάτησης των αδυνάτων από τους ισχυρούς, με την οποία τους πείθουν να αποδεχθούν τη νομιμότητα διευθετήσεων που οδηγούν στη θεσμοθέτηση της ανισότητας στην πολιτική κοινωνία. Η εδραίωση της ανισότητας ως στοιχείου της έννομης τάξης συνιστά, κατά τον Rousseau, το πρώτο βήμα για την τυραννία και τον δεσποτισμό. Αυτό είναι το κοινωνικό συμβόλαιο των ατομικιστών, υπαινίσσεται ο Rousseau στην κατακλείδα του Λόγου για τις καταβολές της ανισότητας (1755).
Τη δική του λύση προτείνει το 1762 στο έργο του Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου, όπου επιχειρεί να διατυπώσει μια εναλλακτική αντίληψη του κοινωνικού συμβολαίου, προτείνοντας το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο έναντι του συμβολαίου του δόλου και της απάτης.


Το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο είναι, λοιπόν, μια ομόφωνη –υπονοούμενη, ανιστορική και διαρκής- σύμβαση την οποία συνάπτουν μεταξύ τους ίσα και ελεύθερα άτομα τα οποία, με πλήρη επίγνωση των πράξεών τους και απόλυτη ειλικρίνεια, δημιουργούν θεσμούς διακυβέρνησης και νομοθεσίας που ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους δημιουργώντας μια πολιτική κοινωνία δικαίου και ελευθερίας. Η σύμβαση αυτή, ενώ αποτελεί ισχυρή δέσμευση και υπέρτατο συμβόλαιο, εντούτοις στοχεύει στη διασφάλιση της ελευθερίας του κάθε πολίτη, καθώς ο πολίτης δεν δεσμεύεται απέναντι σε κάποιον άλλο, παρά απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να διασφαλιστεί το γενικό καλό. Η πρωτοτυπία του Rousseau είναι ότι, σύμφωνα με αυτόν, το κοινωνικό συμβόλαιο δεν αφαιρεί και δεν υποβαθμίζει τα προσωπικά δικαιώματα (όπως συνέβαινε με το κοινωνικό συμβόλαιο του Hobbes), αλλά τα ενισχύει και τους προσφέρει τη διάσταση που πρέπει να έχουν στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας.
Η σύναψη του γνήσιου κοινωνικού συμβολαίου συνιστά ένα εγχείρημα τόσο θεμελιώδους σπουδαιότητας ώστε συνεπάγεται μια ριζική μεταμόρφωση όσων συμμετέχουν σε αυτήν. Τα εγωιστικά και αρπακτικά άτομα του «κτητικού ατομικισμού» μεταμορφώνονται σε πολίτες μιας συμμετοχικής δημοκρατίας, μέσα στην οποία κίνητρο των πράξεών τους είναι η προσήλωση στο κοινό καλό και στο δημόσιο συμφέρον. Στη θέση της πλεονεξίας και της επιθετικότητας δημιουργείται το αίσθημα της δικαιοσύνης. Η φυσική ελευθερία αντικαθίσταται με την ηθική ελευθερία του πολίτη, καθώς υπακούει σε έναν νόμο στου οποίου τη θέσπιση  έχει συμμετάσχει ενεργά.
Πρόκειται για μια καθαρά αντιμακιαβελιακή απαίτηση: ο Rousseau ζητάει να συνδεθεί η ηθική με την πολιτική. Πιστεύει αφετηριακά ότι: «Όποιος έχει το σθένος να φαίνεται όπως είναι, αργά ή γρήγορα γίνεται αυτό που πρέπει να είναι».


Ανακύπτει όμως ένα καινούριο ζήτημα: με ποιον τρόπο το κράτος μπορεί να γίνει αντιληπτό ως συνένωση των μεμονωμένων ατόμων; Και πώς μια έννοια που προέρχεται από το ιδιωτικό δίκαιο, η έννοια του συμβολαίου, είναι δυνατόν να υιοθετηθεί για την κατανόηση της πολιτικής θεσμοθέτησης; Οι δυσκολίες αυτές συνοψίζονται από τον συγγραφέα στην εξής διατύπωση: «Να βρεθεί μια μορφή συνένωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με όλη τη δύναμη από κοινού το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους, ούτως ώστε ο καθένας, καθώς ενώνεται με όλους, να υπακούει ωστόσο μόνο στον εαυτό του και να παραμένει το ίδιο ελεύθερος όσο και πριν». Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα στο οποίο το κοινωνικό συμβόλαιο δίνει τη λύση με την επινόηση της έννοιας της γενικής βούλησης (volonté générale).

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του John Locke


Ο John Locke (1632-1704) διατυπώνει τις απόψεις του για το κοινωνικό συμβόλαιο στο έργο του Δύο Πραγματείες περί Κυβερνήσεως.


Ενώ στον Hobbes η φυσική κατάσταση περιγράφει το πώς θα συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι εάν δεν υπόκειντo σε μία πολιτική εξουσία, ο Locke ορίζει την προ-πολιτική ζωή ως μία σύνθεση της ύπαρξης του φυσικού νόμου και μιας διάθεσης κοινωνικότητας. Στο επόμενο επίπεδο, με τη σταδιακή πολυπλοκοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, μετά την εισαγωγή του χρήματος και την ανάπτυξη της οικονομίας, δημιουργούνται συγκρουσιακές προϋποθέσεις που δεν καταλήγουν όμως στην ακραία κατάσταση την οποία περιγράφει ο Hobbes με τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Μέσω της σύγκρουσης, τα άτομα αντιλαμβάνονται την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με κοινά παραδεκτούς νόμους και κανόνες, οι οποίοι να ρυθμίζουν συνολικά αλλά και λεπτομερώς τις ανθρώπινες σχέσεις, ώστε να μην καταφεύγουν στην αυτοδικία. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, των συγκρούσεων και ο φόβος που προκαλούν είναι το κίνητρο για τη σύναψη του συμβολαίου κατά τον Locke.


Δημιουργείται έτσι η πολιτική κοινωνία που αποφασίζει να λειτουργεί με βάση την αρχή της πλειοψηφίας και αναθέτει σε μία κυβέρνηση τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία θεμελιώνει ο φυσικός νόμος. Το κοινωνικό συμβόλαιο που συντάσσεται αναθέτει στην κυβέρνηση την ευθύνη να προστατεύει τα δικαιώματα της κοινότητας: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας.
Κεντρική ιδέα στη θεωρία του Locke, αλλά και βασική διαφορά από τις αντιλήψεις του Hobbes, είναι η έννοια της εμπιστοσύνης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Όταν οι κυβερνώντες προδώσουν την εμπιστοσύνη, αθετώντας τους όρους του συμβολαίου, η κοινωνία δεν αποσυντίθεται, όπως υποστηρίζει ο Hobbes, αλλά αντικαθιστά την κυβέρνηση ακόμα και μέσω επανάστασης, με σκοπό την ενεργοποίηση του φυσικού δικαίου απέναντι στον τύραννο.

Πηγή για τις εικόνες:
https://en.wikipedia.org/wiki/Two_Treatises_of_Government

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Μάρτιος 2013)


Το διήγημα του Μαρτίου, γραμμένο από τον Βλάσση Τρεχλή.



Η κηλίδα του έρωτα

Η πριγκίπισσα Ξένια πέρασε την πρώτη νύχτα του γάμου της στην αγκαλιά του νεαρού άρχοντα Βενέδικτου. Κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή του έρωτά τους αυτό που οι κατοπινοί ερευνητές ονόμασαν καλή χημεία μεταξύ των εραστών. Κανείς δεν μπορεί να πει, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τι είναι αυτό που κάνει δυο ανθρώπους να νιώθουν τόσο κοντά ώστε να μοιάζουν σαν αδέλφια ενώ δεν είναι αδέλφια, σαν γονιός με παιδί ενώ δεν είναι γονιός με παιδί, σαν να έχουν μια σάρκα ενώ έχουν δυο.


Την άλλη μέρα, λίγο πριν από το μεσημέρι, την ώρα που οι νεόνυμφοι περπατούσαν στον κήπο του αρχοντικού και αντάλλασσαν λέξεις που για τα αυτιά των πολλών είναι δίχως νόημα, μπήκαν, σύμφωνα με το έθιμο, στο νυφικό δωμάτιο οι μητέρες των νεόνυμφων, προκειμένου να ελέγξουν την αιμάτινη κηλίδα πάνω στο σεντόνι. Στο κέντρο του σεντονιού υπήρχε μια μικρή αιμάτινη κηλίδα, η οποία θύμιζε περισσότερο λεκέ από το λιώσιμο κάποιου πολύ μικρού κουνουπιού παρά λεκέ από τη θυσία της αγνότητας. Ήτανε στ’ αλήθεια τόσο μικρή, που έπρεπε να πλησιάσουν τη μύτη τους πάνω στο σεντόνι για να την δουν. Έμοιαζε περισσότερο με μιαν εφηβική σκέψη, σαν αυτές που κάνουν τα κορίτσια όταν βλέπουν τους πολεμιστές να γυρίζουν από τη μάχη γεμάτοι επιθυμίες ή σαν ένα ερωτηματικό που γεννιέται από τα τιτιβίσματα των πουλιών όταν φτιάχνουν τη φωλιά τους.
Η μητέρα της νύφης προσπάθησε να πείσει τη μητέρα του αγοριού πως η κηλίδα είναι αρκετά μεγάλη και πως το ίδιο μέγεθος είχε και η δική της όταν ήταν στην ίδια θέση.
Η μητέρα του αγοριού της έριξε μια γρήγορη ματιά και ανταπάντησε πως την έβρισκε ιδιαίτερα μικρή, υπονοώντας πως η ηθική της κοπέλας ήταν το ίδιο μικρή.
«Δεν μπορεί να είναι φυσιολογική μια τόσο μικρή κηλίδα», είπε.
Δειλά-δειλά πήρε τον λόγο η μητέρα του κοριτσιού.
«Πρέπει να σας πω πως το κορίτσι μας το πλάσαμε με την ιδέα του ενός και μοναδικού άντρα και αφέντη της. Στολίσαμε, από τότε που ήταν παιδούλα, τα μάτια της με όλες τις αρχές της τιμιότητας και της αγάπης και στο σπίτι μας δεν ακούστηκε άλλο όνομα άντρα εκτός από τα ονόματα των μελών της οικογένειάς μας. Οι δάσκαλοι, που ήρθαν στο σπίτι μας για να της μάθουν την τέχνη της υπομονής και της πίστης, ούτε την είδαν ούτε την άκουσαν. Και οι γυναίκες που της μίλησαν για τα μυστικά της γυναικείας φύσης και τη σχέση τους με τη σελήνη είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και ήσαν σε απόσταση μιας σκιάς κυπαρισσιού την ώρα της δύσης του ήλιου».
«Ωραία τα λες», απάντησε ψυχρά η μάνα του αγοριού. «Αλλά γνωρίζεις φαντάζομαι πως έρωτας δίχως κηλίδα δεν υπάρχει».
Μετά από αυτό αποχώρησαν και οι δυο τους. Η μια ήταν πικραμένη, γιατί αμφισβητούσαν την αγωγή που έδωσε στο παιδί της, ενώ η άλλη χολιασμένη, με την υποψία της ατιμίας να πλανιέται στον νου της.
Οι δυο ερωτευμένοι, αφού περιπλανήθηκαν για ώρες στους κήπους του αρχοντικού λέγοντας ο ένας στον άλλον λόγια από αυτά που ξεκλειδώνουν τους χυμούς του κορμιού, κάθισαν στο ξύλινο παγκάκι, πλάι στη μικρή λίμνη.


«Κάθισα απέναντί σου ολόκληρη τη νύχτα και έβλεπα το όμορφο κορμί σου», είπε το αγόρι. «Έβλεπα το στήθος σου, ελαφρύ σαν φύλλο του φθινοπώρου, να το πηγαινοφέρνει ο αέρας».
«Κι εγώ μπερδεύτηκα μέσα στα όνειρα», είπε το κορίτσι. «Πίστευα πως κοιμόμουνα. Αλλά όχι. Σε έβλεπα κι ας είχα τα μάτια μου κλειστά. Σε έβλεπα να στέκεσαι μπροστά σε ένα κλειστό τριαντάφυλλο, να περιμένεις με λαχτάρα την αυγή να ανοίξει από τις ακτίνες του ήλιου για να το μυρίσεις».
«Ήθελα να σ’ αγγίξω, μα κρατήθηκα. Τα άπληστα χέρια μου τα φυλάκισα. Μα πρέπει να σου εξομολογηθώ πως τα μάτια μου υπήρξαν περισσότερο αχόρταγα».
«Ένιωσα το χάδι τους. Θυμήσου πόσες φορές μέσα στη νύχτα ανατρίχιασα μπροστά τους».
«Σε θέλω πολύ», είπε το αγόρι.
«Πάρε με τότε, αλλά σε παρακαλώ πάρε με σαν τον άνεμο, χωρίς ν’ αφήσεις ίχνη».
Παρθήκανε το σούρουπο μέσα στη μικρή λίμνη. Μόνο το σκοτάδι είδε την τεράστια αιμάτινη κηλίδα να χάνεται στα άπειρα μόρια του νερού. Ήσαν και οι δυο τους φιλόδοξοι. Πίστευαν πως υπάρχει έρωτας ακηλίδωτος.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου του Thomas Hobbes


Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, το ερώτημα για το πώς νομιμοποιείται η επιβολή των εξαναγκαστικών θεσμών δεν φαίνεται να απασχολούσε ιδιαίτερα τους φιλοσόφους. Κι αυτό γιατί, από τα τέλη της κλασικής αρχαιότητας μέχρι την Αναγέννηση, η διακυβέρνηση ενός κράτους ή μιας πολιτείας είχε κληρονομικό χαρακτήρα, ο οποίος ενομιμοποιείτο από τη θεία καταγωγή του ηγεμόνα. Είναι η αντίληψη για την ελέω Θεού εξουσία (θεοκρατικό μοντέλο).
Η σκέψη αυτή αλλάζει κυρίως με τον Άγγλο φιλόσοφο Thomas Hobbes (1588-1679), ο οποίος διερωτάται για πρώτη φορά ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ο λαός αποδέχεται τους εξαναγκαστικούς θεσμούς και τους νόμους που επιβάλλονται από τον ανώτατο άρχοντα. Ή, αλλιώς, ποιο είναι το στοιχείο που νομιμοποιεί την υποταγή σε έναν εξουσιαστικό μηχανισμό.


O Hobbes αναπτύσσει τις ιδέες του για το κοινωνικό συμβόλαιο στο έργο του Λεβιάθαν (1651), που είναι ένα από τα σημαντικότερα βιβλία πολιτικής φιλοσοφίας. Σε αυτό, θέτει σε λειτουργία τον μηχανισμό της φυσικής κατάστασης, του φυσικού νόμου και του συμβολαίου με σκοπό να ενισχύσει την κρατική εξουσία.


Επειδή η ανθρώπινη φύση, ισχυρίζεται ο Hobbes, κυριαρχείται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και επειδή ο άνθρωπος, σε μια ελεύθερη και πρωτόγονη κατάσταση, κυριευμένος από τα πάθη του, θα συμπεριφερόταν στους άλλους ανθρώπους σαν λύκος (homo homini lupus), προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή (να αποφύγει τον θάνατο) και να διαφυλάξει τα συμφέροντά του, αναγκάζεται να εκχωρήσει ένα μέρος της ελευθερίας του σε κάποια αυθεντία, στον κυρίαρχο, και να υποταχθεί σε αυτόν, υπό την προϋπόθεση ότι και ο διπλανός του θα κάνει το ίδιο. 
Ο άνθρωπος, δηλαδή, προκειμένου να μην αφανιστεί μέσα από μία κατάσταση πολέμου όλων εναντίον όλων (bellum omnium contra omnes), συνάπτει ένα συμβόλαιο με ένα ή με περισσότερα πρόσωπα, δια του οποίου η μία πλευρά εκχωρεί ένα μέρος της ελευθερίας της για να καταφέρει να διαφυλάξει τη ζωή της, ενώ η άλλη πλευρά δεσμεύεται να τηρήσει όλους τους όρους που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί η επιβίωση  και το αγαθό της ειρήνης.


Το συμβόλαιο αυτό, που συνιστά στην ουσία μια πράξη υποταγής, νομιμοποιεί την πολιτική εξουσία, όχι πια επειδή είναι θεόσταλτη αλλά επειδή η φύση του ανθρώπου είναι τέτοια που τον κάνει, για χάρη της ειρήνης και της ασφάλειάς του, να θυσιάσει την ελευθερία του προκειμένου να επιβιώσει.
Όμως το κοινωνικό συμβόλαιο του Hobbes είναι μόνον η αρχή.