Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Μάρτιος 2013)


Το διήγημα του Μαρτίου, γραμμένο από τον Βλάσση Τρεχλή.



Η κηλίδα του έρωτα

Η πριγκίπισσα Ξένια πέρασε την πρώτη νύχτα του γάμου της στην αγκαλιά του νεαρού άρχοντα Βενέδικτου. Κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή του έρωτά τους αυτό που οι κατοπινοί ερευνητές ονόμασαν καλή χημεία μεταξύ των εραστών. Κανείς δεν μπορεί να πει, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τι είναι αυτό που κάνει δυο ανθρώπους να νιώθουν τόσο κοντά ώστε να μοιάζουν σαν αδέλφια ενώ δεν είναι αδέλφια, σαν γονιός με παιδί ενώ δεν είναι γονιός με παιδί, σαν να έχουν μια σάρκα ενώ έχουν δυο.


Την άλλη μέρα, λίγο πριν από το μεσημέρι, την ώρα που οι νεόνυμφοι περπατούσαν στον κήπο του αρχοντικού και αντάλλασσαν λέξεις που για τα αυτιά των πολλών είναι δίχως νόημα, μπήκαν, σύμφωνα με το έθιμο, στο νυφικό δωμάτιο οι μητέρες των νεόνυμφων, προκειμένου να ελέγξουν την αιμάτινη κηλίδα πάνω στο σεντόνι. Στο κέντρο του σεντονιού υπήρχε μια μικρή αιμάτινη κηλίδα, η οποία θύμιζε περισσότερο λεκέ από το λιώσιμο κάποιου πολύ μικρού κουνουπιού παρά λεκέ από τη θυσία της αγνότητας. Ήτανε στ’ αλήθεια τόσο μικρή, που έπρεπε να πλησιάσουν τη μύτη τους πάνω στο σεντόνι για να την δουν. Έμοιαζε περισσότερο με μιαν εφηβική σκέψη, σαν αυτές που κάνουν τα κορίτσια όταν βλέπουν τους πολεμιστές να γυρίζουν από τη μάχη γεμάτοι επιθυμίες ή σαν ένα ερωτηματικό που γεννιέται από τα τιτιβίσματα των πουλιών όταν φτιάχνουν τη φωλιά τους.
Η μητέρα της νύφης προσπάθησε να πείσει τη μητέρα του αγοριού πως η κηλίδα είναι αρκετά μεγάλη και πως το ίδιο μέγεθος είχε και η δική της όταν ήταν στην ίδια θέση.
Η μητέρα του αγοριού της έριξε μια γρήγορη ματιά και ανταπάντησε πως την έβρισκε ιδιαίτερα μικρή, υπονοώντας πως η ηθική της κοπέλας ήταν το ίδιο μικρή.
«Δεν μπορεί να είναι φυσιολογική μια τόσο μικρή κηλίδα», είπε.
Δειλά-δειλά πήρε τον λόγο η μητέρα του κοριτσιού.
«Πρέπει να σας πω πως το κορίτσι μας το πλάσαμε με την ιδέα του ενός και μοναδικού άντρα και αφέντη της. Στολίσαμε, από τότε που ήταν παιδούλα, τα μάτια της με όλες τις αρχές της τιμιότητας και της αγάπης και στο σπίτι μας δεν ακούστηκε άλλο όνομα άντρα εκτός από τα ονόματα των μελών της οικογένειάς μας. Οι δάσκαλοι, που ήρθαν στο σπίτι μας για να της μάθουν την τέχνη της υπομονής και της πίστης, ούτε την είδαν ούτε την άκουσαν. Και οι γυναίκες που της μίλησαν για τα μυστικά της γυναικείας φύσης και τη σχέση τους με τη σελήνη είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και ήσαν σε απόσταση μιας σκιάς κυπαρισσιού την ώρα της δύσης του ήλιου».
«Ωραία τα λες», απάντησε ψυχρά η μάνα του αγοριού. «Αλλά γνωρίζεις φαντάζομαι πως έρωτας δίχως κηλίδα δεν υπάρχει».
Μετά από αυτό αποχώρησαν και οι δυο τους. Η μια ήταν πικραμένη, γιατί αμφισβητούσαν την αγωγή που έδωσε στο παιδί της, ενώ η άλλη χολιασμένη, με την υποψία της ατιμίας να πλανιέται στον νου της.
Οι δυο ερωτευμένοι, αφού περιπλανήθηκαν για ώρες στους κήπους του αρχοντικού λέγοντας ο ένας στον άλλον λόγια από αυτά που ξεκλειδώνουν τους χυμούς του κορμιού, κάθισαν στο ξύλινο παγκάκι, πλάι στη μικρή λίμνη.


«Κάθισα απέναντί σου ολόκληρη τη νύχτα και έβλεπα το όμορφο κορμί σου», είπε το αγόρι. «Έβλεπα το στήθος σου, ελαφρύ σαν φύλλο του φθινοπώρου, να το πηγαινοφέρνει ο αέρας».
«Κι εγώ μπερδεύτηκα μέσα στα όνειρα», είπε το κορίτσι. «Πίστευα πως κοιμόμουνα. Αλλά όχι. Σε έβλεπα κι ας είχα τα μάτια μου κλειστά. Σε έβλεπα να στέκεσαι μπροστά σε ένα κλειστό τριαντάφυλλο, να περιμένεις με λαχτάρα την αυγή να ανοίξει από τις ακτίνες του ήλιου για να το μυρίσεις».
«Ήθελα να σ’ αγγίξω, μα κρατήθηκα. Τα άπληστα χέρια μου τα φυλάκισα. Μα πρέπει να σου εξομολογηθώ πως τα μάτια μου υπήρξαν περισσότερο αχόρταγα».
«Ένιωσα το χάδι τους. Θυμήσου πόσες φορές μέσα στη νύχτα ανατρίχιασα μπροστά τους».
«Σε θέλω πολύ», είπε το αγόρι.
«Πάρε με τότε, αλλά σε παρακαλώ πάρε με σαν τον άνεμο, χωρίς ν’ αφήσεις ίχνη».
Παρθήκανε το σούρουπο μέσα στη μικρή λίμνη. Μόνο το σκοτάδι είδε την τεράστια αιμάτινη κηλίδα να χάνεται στα άπειρα μόρια του νερού. Ήσαν και οι δυο τους φιλόδοξοι. Πίστευαν πως υπάρχει έρωτας ακηλίδωτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου