Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι IX


Στα τελευταία σπίτια της Κνωσού ήταν το εργαστήρι του Άκμονα του νομισματοποιού. Εκεί δούλευα από μικρό παιδί και μάθαινα την τέχνη να σχεδιάζω λαβυρίνθους πάνω σε χωμάτινες μήτρες και να σφραγίζω μ’ αυτές το λιωμένο ασήμι. Εκείνη την ημέρα έσβησα λίγο νωρίτερα το καμίνι, τακτοποίησα τα εργαλεία και έφυγα για την πόλη. Μέρες τώρα περιπλανιόμουν στα δρομάκια της που τα ήξερα καλύτερα από τον καθένα. Με κλειστά μάτια πήγαινα, γιατί οι λαβύρινθοι που έφτιαχνα πάνω στο μέταλλο ήταν ίδια η πόλη μου, η Κνωσός. Πέρασα από το δρόμο των ταύρων και από το ιερό του Δία πριν φτάσω στο παλάτι του βασιλιά. Εκεί, στην πιο απόμερη πλευρά, ήταν ένα πορταδέλι μισάνοιχτο. Το έσπρωξα και πέρασα μέσα. Το έκλεισα πίσω μου. Ο πυρσός που μισοφώτιζε στο βάθος του διαδρόμου με βοήθησε να δω το νήμα που είχε απλώσει για μένα η Αριάδνη, η πανέμορφη δούλα που είχε το όνομα της θεάς Αριάδνης της κόρης του Μίνωα. Την είχα πρωτοδεί στις γιορτές προς τιμήν της Βριτόμαρτης, της Μεγάλης Θεάς. Φορούσε το διάφανο πέπλο των παρθένων. Λαμπίριζε η ομορφιά της και τράβηξε πάνω της τα βλέμματα και τις ιαχές των νεαρών αντρών. Ένα νεύμα της περίμενε ο καθένας. Το δικό της βλέμμα όμως στάθηκε σ’ εμένα. Φάνηκε να με διάλεξε από το πλήθος των νεαρών αντρών και, σαν να μου υποσχέθηκε κάτι, την ακολούθησα μετά το τέλος της πομπής. Λίγο πριν μπει στο παλάτι την πρόλαβα. 
«Έλα αύριο το βράδυ στη θύρα των δούλων», μου είπε. «Το νήμα θα ακολουθήσεις κι αυτό θα σε φέρει στην κλίνη μου».


Έκανα όπως μου είπε. Το νήμα ακολούθησα και λίγο πιο μετά βρέθηκα μπροστά σε έναν πολεμιστή. Σπαθί είχε στα χέρια του, ενώ ένα κράνος στολισμένο με κέρατα ταύρου κάλυπτε το κεφάλι του. Ήταν ψηλός, πιο ψηλός από μένα, και πιο δυνατός. Κίνησε το σπαθί του καταπάνω μου. Το απέφυγα. Έβγαλα από τη ζώνη μου ένα μαχαίρι μυτερό και κοφτερό. Δεύτερη φορά ήρθε καταπάνω μου. Πάλι τον απέφυγα. Μούγκρισε σαν ζώο. Το πάθος τού θόλωσε το βλέμμα. Όταν ξανάρθε καταπάνω μου δεν είδε το μικρό εγχειρίδιο και έπεσε πάνω του έτσι όπως το άπλωσα στο πέρασμά του. Ξάπλωσε καταγής και αμέσως τον αποτέλειωσα. Ο πληγωμένος εχθρός είναι θανάσιμος εχθρός, λένε αυτοί που ξέρουν. Τον άφησα και έπιασα το νήμα. Σε λίγο έφτασα στο δωμάτιο της Αριάδνης. Δεν ήταν μανταλωμένη η πόρτα. Τα χέρια μου ήταν μέσα στα αίματα. Κατάλαβε.
«Χθες που σου μίλησα με είδε και σήμερα παραφύλαξε την ώρα που άπλωνα το νήμα», είπε και έπεσε στην αγκαλιά μου. «Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα».
Την απομάκρυνα τρυφερά από κοντά μου και την κοίταξα στα μάτια.
«Από μικρό παιδί λαβύρινθους φτιάχνω, ιστορίες ακούω που μοιάζουν με  λαβύρινθους, μέσα σε λαβύρινθους βρίσκομαι κάθε στιγμή. Έμαθα όλα αυτά τα χρόνια πως το μυαλό του κάθε ανθρώπου με λαβύρινθο μοιάζει. Το ίδιο και οι πόλεις του. Πως τα λόγια του πλέκουν περίπλοκες ιστορίες. Ήξερα, ακόμη, πριν μπω εδώ μέσα, πως κάθε λαβύρινθος έχει για φύλακα ένα ανθρωποφάγο τέρας, έναν φύλακα που το κεφάλι του το προστατεύει ένα κράνος στολισμένο με κέρατα ταύρου. Αυτόν ήρθα να βρω απόψε εδώ. Γι’ αυτό ήρθα οπλισμένος».
«Δεν ήρθες για μένα;»
«Χάθηκαν τον τελευταίο χρόνο επτά αγόρια στην ηλικία μου. Οι μαρτυρίες λένε πως τα βήματά τους έφτασαν μέχρι τη θύρα των δούλων. Κανείς δεν τους είχε πει πως η ομορφιά παγιδεύει τον νου των νέων».

Σημείωση: Πρόκειται για στατήρα (=νόμισμα) από την Κνωσό, που χρονολογείται περίπου στα 300-270 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται στη Βοστόνη, στο Μουσείο Καλών Τεχνών.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου