Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Ο Sherlock Holmes και η επαγωγή (Μέρος Α΄)


Αυτό το μουντό και κρύο ανοιξιάτικο λονδρέζικο πρωινό, πλάι στη ζωηρή φωτιά που καίει στο παλιό δωμάτιο του αριθμού 221b της Baker Street, ο Sherlock Holmes, έχοντας μόλις τελειώσει την ανάγνωση μιας ολόκληρης στοίβας εφημερίδων, βρίσκει την ευκαιρία να υπερασπιστεί τη λογική έναντι της λογοτεχνίζουσας αφήγησης.
Ο εξόχως καλοπροαίρετος αλλά ελάχιστα ενήμερος φίλος του, ο γιατρός John Watson, έχει καταγράψει τις υποθέσεις με τις οποίες ασχολήθηκε ο διάσημος ντετέκτιβ δίνοντας χρώμα και ζωή στις περιγραφές του, αντί να περιοριστεί στην απλή περιγραφή της σχέσης αιτίου-αιτιατού. Στην πραγματικότητα, αρχίζοντας αυτήν τη συζήτηση που δυσαρεστεί τον Watson και τον οδηγεί στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ο Holmes είναι ένας ανυπόφορος αλαζόνας, ο ντετέκτιβ επιχειρεί να υπερασπιστεί την τεχνική του. Ποια είναι αυτή μας το λέει ο ίδιος. Είναι η αναλυτική επαγωγική σκέψη και η λογική σύνθεση. «Αν υπερασπίζομαι την τεχνική μου, είναι γιατί πρόκειται για κάτι απρόσωπο –κάτι που με ξεπερνά. Το έγκλημα αφθονεί. Η λογική σπανίζει. Επομένως με τη λογική πρέπει να ασχοληθείς, όχι με το έγκλημα. Υποβάθμισες σε απλή αφήγηση αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα διαλέξεων»: με αυτά τα λόγια παρουσιάζει τις απόψεις του και διαμαρτύρεται στον Watson ο Holmes


Κι ενώ η κακοκεφιά του έχει φτάσει σε σημείο ώστε να διαπιστώνει πως οι εποχές των σημαντικών υποθέσεων παρήλθαν ανεπιστρεπτί και το επάγγελμά του έπιασε πάτο, η νεαρή με την οποία έχει κλείσει ραντεβού του προσφέρει μια αναπάντεχη ευκαιρία. Η δεσποινίς Violet Hunter έχει προσληφθεί ως γκουβερνάντα σε ένα σπίτι στην περιοχή Κόκκινες Οξιές, επειδή διαθέτει ένα εξαιρετικά παράξενο προσόν: έχει πλούσια μαλλιά με ένα ιδιαίτερο καστανό χρώμα. Αργότερα θα αποδειχθεί ότι τίποτα δεν είναι όσο αθώο φαίνεται. Ο ευγενικός εργοδότης της, ο κύριος Rucastle, είναι ένας κοινός παλιάνθρωπος που,  για να βάλει στο χέρι την περιουσία της κόρης του Alice, την κρατάει φυλακισμένη προσπαθώντας να αποτρέψει  τον γάμο της ο οποίος θα της εξασφάλιζε τα νόμιμα περιουσιακά δικαιώματά της.
Πριν όμως έρθουν όλα στο φως, ο Holmes, αμίλητος και σκεφτικός, συνοφρυωμένος και αφηρημένος, διακήρυττε πως δεν είχε κανένα στοιχείο που θα του επέτρεπε να στηρίξει κάποια έγκυρη και αληθή υπόθεση. «“Στοιχεία, στοιχεία”, αναφωνούσε ανυπόμονα. “Δεν φτιάχνονται τούβλα χωρίς πηλό”».


Ο Holmes είναι επαγωγιστής. Το παραδέχεται ο ίδιος, μας το δείχνει και το μάλλον ασυνήθιστο ξέσπασμά του. Τι είναι ο επαγωγικός συλλογισμός; Είναι ο συλλογισμός στον οποίο, με αφετηρία μια σειρά από ειδικές και συγκεκριμένες παρατηρήσεις,  προκύπτει ένα γενικό και αφηρημένο συμπέρασμα. Είναι έγκυρος ένας τέτοιος συλλογισμός; Αυτό είναι κάτι που θα εξετάσουμε σε άλλη ανάρτηση.
Η περιπέτεια του Sherlock Holmes με τον τίτλο The Adventure of the Copper Beechesi, γραμμένη από τον Sir Arthur Conan Doyle, πρωτοδημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1892 στο περιοδικό Strand. Στις φωτογραφίες έχουμε την τηλεοπτική μεταφορά του διηγήματος με τον ανεπανάληπτο Jeremy Brett ως Sherlock Holmes, τον David Burke ως Dr. Watson και τη Natasha Richardson ως Violet Hunter.


Πηγές:
Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς, ελλ. μτφ. Πόλυς Μοσχοπούλου, Αθήνα: εκδ. Αναστασιάδη, 1998.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

John Ronald Reuel Tolkien: ψάξε, ψάξε το δαχτυλίδι


Δεν είμαι σίγουρη αν το 1916, μέσα στη φωτιά του μεγάλου πολέμου, όταν ο νεαρός John Ronald Reuel Tolkien άρχισε να γράφει τις πρώτες του φανταστικές ιστορίες, είχε επίγνωση πως, έναν αιώνα μετά, αυτές θα ήσαν τόσο δημοφιλείς και κερδοφόρες. 


Πάντως σήμερα τα τρία δικά του έργα: το Hobbit (Χόμπιτ), η τριλογία του The Lord of the Rings (Ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών) και το Silmarillion (Σιλμαρίλλιον),  τροφοδοτούν πλουσιοπάροχα τόσο τον προσωπικό του μύθο όσο και την κινηματογραφική και εκδοτική βιομηχανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2008 η βρετανική εφημερίδα The Times τον κατέταξε έκτο σε μια λίστα με τους 50 κορυφαίους Βρετανούς συγγραφείς και το 2009 το περιοδικό Forbes τον έκρινε ως τον πέμπτο πιο κερδοφόρο «διάσημο μετά θάνατον».
Ποιο είναι όμως το μυστικό αυτού του παράξενου καθηγητή γλωσσολογίας, που πέτυχε το έργο του να διαβάζεται με τόσο πάθος από μικρούς και μεγάλους και να δημιουργήσει ένα ολόκληρο ρεύμα μιμητών και συνεχιστών του στο είδος της φανταστικής λογοτεχνίας;
Η πιο απλή απάντηση είναι πως αναπαράγει στο έργο του το βασικό  μοτίβο της μάχης του καλού και του κακού, με το πρώτο να υπερισχύει και το δεύτερο να συντρίβεται οριστικά. Όμως αυτό το εξόχως καθησυχαστικό μοτίβο συνοδεύεται και από μια σειρά άλλων στοιχείων που συνέβαλαν στο να γίνουν τα βιβλία του τόσο αγαπητά. Ο πλήρης φανταστικός κόσμος που επινόησε, μέσα στον οποίο κινούνται και συνυπάρχουν ένα σωρό διαφορετικά πλάσματα: άνθρωποι, ξωτικά, χόμπιτ, δράκοι, μάγοι, νάνοι, ορκ. Με διαφορετική όψη, τεράστια ή μικρόσωμα, συνηθισμένα ή παράξενα, χαριτωμένα ή απεχθή. Με διαφορετικές ιδιότητες, θνητά ή αθάνατα, χαρούμενα ή συνοφρυωμένα, φιλικά ή ύπουλα, άπληστα ή γενναιόδωρα. Και με διαφορετική γλώσσα, ανθρώπινη ή ξωτική, σύγχρονη ή αρχαία, καθημερινή ή μαγική. Όλα αυτά τα πλάσματα συμπλέκονται με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο. Αγαπούν και υποστηρίζουν ή μισούν και υποβλέπουν το ένα το άλλο.


Μέσα σε αυτήν την τεράστια τοιχογραφία των προσώπων, ο Tolkien κεντάει, πλάι στο κεντρικό του θέμα, ένα σωρό άλλα μικροθέματα. Η απληστία, η αυτοθυσία, η δύναμη, η φιλία, η επινοητικότητα, ο έρωτας, η θυσία. Και το ταξίδι: μακρύ, επικίνδυνο, αλλά και σωτήριο. Ένα έπος on the road είναι το έργο του Tolkien, στο οποίο η σοβαρότητα εναλλάσσεται με το χιούμορ, η χαρά της ζωής και η συντροφικότητα τα βάζουν με τη σκοτεινιά και με την κακία και νικούν.


Αγαπώ πολύ τα βιβλία του Tolkien. Βρίσκω λιγότερο του γούστου μου τις κινηματογραφικές διασκευές των έργων του. Γιατί; Γιατί με τα βιβλία η φαντασία μου είναι πιο ελεύθερη. Φαντάζομαι όπως θέλω εγώ την επιβλητική μορφή του Aragorn, την ανέμελη ζωηρότητα του Pippin και του Merry, την επικίνδυνη ομορφιά της Galadriel, τη σεβάσμια όψη του Gadalf, την αηδιαστική αθλιότητα του Gollum. Τα ζωηρά πυροτεχνήματα που εκτοξεύει ο μάγος και τα χρωματιστά δαχτυλίδια καπνού που αγαπούν να στέλνουν στον αέρα τα Hobbit. Τη γαλήνη του Shire, τον τρόμο της Mordor, τη σκοτεινή μαγεία του Palantir. Έχω στο στόμα μου τη γεύση από το ψωμί των ξωτικών και στα αυτιά μου το τραγούδι τους. Μυρίζω την αποσύνθεση των Ork και αγγίζω τη σκληρή επιφάνεια του ενός δαχτυλιδιού, του πολύτιμου, που σε κάνει αφέντη πανίσχυρο, αλλά και σε διαφθείρει ολοκληρωτικά.
Πώς να σας τα μεταφέρω όλα αυτά; Φοβάμαι πως δεν έχω τον τρόπο. Γι’ αυτό, σε τούτη την ανάρτηση, τις φωτογραφίες των ηρώων του Peter Jackson θα βρείτε.

Πηγή για τις εικόνες:

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Φιλοσοφία και Πολιτική


Ο Πλάτων γράφει την Πολιτεία του γύρω στο 380 π.Χ. Σε αυτό το έργο διαχωρίζει την πολιτική σε δύο κατηγορίες: εκείνη που υπηρετεί τις επιθυμίες και την ηδονή, από τη μια, και εκείνη που γνωρίζει το ωραίο και το σωστό, από την άλλη.


Η πρώτη, στις πόλεις που εφαρμόζεται, παραθέτει τράπεζα με εδέσματα και ποτά πλουσιότατα, όπως ακριβώς τα επιθυμούν οι άμυαλοι πολίτες. Οι πολιτικοί μοιάζουν με μάγειρες που ενδιαφέρονται να ικανοποιήσουν την όρεξη, ενώ αδιαφορούν για την υγεία των ανθρώπων που καταβροχθίζουν τα gourmet τους πιάτα. Αντίθετα, σε άλλες πόλεις, οι πολιτικοί δεν είναι μάγειροι, αλλά θεραπευτές, αφού νοιάζονται για τη δικαιοσύνη, για τη γνώση και για την ομορφιά. Αυτοί οι πολιτικοί ακολουθούν τον δύσκολο δρόμο της φιλοσοφίας και της διαλεκτικής.
Ο ιδεώδης πολιτικός για τον Πλάτωνα είναι εκείνος που στο πρόσωπό του συναιρεί τη διπλή ιδιότητα του φιλοσόφου και του βασιλιά. Πιο σωστά, δεν πρόκειται για σύμπτωση πολιτικής και φιλοσοφίας, αλλά για υποταγή της πρώτης στη δεύτερη. Η γνώση, υποστηρίζει ο Πλάτων, από εσωτερική/οικογενειακή υπόθεση μιας μικρής ελίτ φιλοσόφων μπορεί να γίνει δημόσια υπόθεση.
Ενδεχομένως ο Πλάτων είχε δίκιο. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποδειχθεί. Βλέπετε, η βασιλεία των φιλοσόφων δεν έγινε ποτέ ιστορική πραγματικότητα με διάρκεια. Το τονίζω: με διάρκεια, για να καλύψω την περίπτωση του Ρωμαίου αυτοκράτορα και στωικού φιλοσόφου Μάρκου Αυρηλίου.  Ωστόσο, αν και ανεκπλήρωτη, αυτή η φιλοσοφική ουτοπία εγκαινιάζει ουσιαστικά έναν άλλο ρόλο, λιγότερο λαμπρό και προβεβελημένο είναι η αλήθεια, για τον φιλόσοφο: γίνεται ο βασιλικός σύμβουλος. 


Είναι ο ρόλος που κράτησε για τον εαυτό του ο ίδιος ο Πλάτων όταν ανέλαβε την εκπαίδευση δύο τυράννων των Συρακουσών, οι οποίοι όμως αποδείχθηκαν εντελώς ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Ο φιλόσοφος ταλαιπωρήθηκε κάμποσο θέλοντας να παίξει αυτόν τον ρόλο: πουλήθηκε ως δούλος τη μια φορά, κρατήθηκε περίπου αιχμάλωτος τη δεύτερη, απογοητεύτηκε πλήρως την τρίτη. Μετά από αυτές του τις περιπέτειες ο Πλάτων έβαλε μυαλό. Στο εξής δεν εγκατέλειψε την Αθήνα και τη σχολή του και αφοσιώθηκε στη διδασκαλία και στη συγγραφή.
Όμως, το παράδειγμα του Πλάτωνα, πολλούς αιώνες μετά, ενέπνευσε άλλους φιλοσόφους, με πιο διάσημο τον σπουδαίο (αν και εξαιρετικά παρεξηγημένο) Niccolò Machiavelli, ο οποίος έζησε μεταξύ των ετών 1469 και 1527. Ιδιοφυής πολιτικός στοχαστής ή κυνικός, ανήθικος και διεφθαρμένος; Σ’ αυτό το ερώτημα θα επανέλθουμε.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Το διήγημα του μήνα (Μάρτιος 2014)


Το διήγημα του Μαρτίου από τον Βλάσση Τρεχλή.


Ο βάλτος


Φαίνεται πως η αέναη προσπάθεια του απογοητευμένου Δημιουργού είναι να διορθώνει τα λάθη του, αφού, τις πρώτες κιόλας ημέρες της δημιουργίας αυτού του κόσμου, διαπίστωσε πως είχε φτιάξει ένα εγκληματικό ον από το οποίο κινδύνευε ακόμα και ο ίδιος. Για να το διορθώσει, λοιπόν, αυτό, επέλεξε από όλους τους ανθρώπους τον έναν και μοναδικό. Αυτόν που η καρδιά και ο νους του δεν είχαν αναπτύξει τα μέγιστα κακά, όπως η φιλοδοξία και η αλαζονεία, αν και είχε τις ρίζες των ποδιών του, όπως οι καλαμιές, μέσα στον ανθρώπινο βάλτο.

                     Salvador Dalí, Rotting Bird (1928)
                    Μικτή τεχνική με άμμο σε χαρτόνι
                     Figueres, Dalí Theatre-Museum 

Αυτός ο μοναδικός άνθρωπος άκουγε σε ένα παράξενο όνομα που κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει, αλλά μόνο να το προφέρει. Στο όνομα αυτό υπήρχε μια αρμονική διαδοχή συμφώνων και φωνηέντων που ήσαν ίδια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Ο άνθρωπος με το δυσερμήνευτο όνομα και εκλεκτός του θεού ζούσε σε ένα μέρος αυτού του κόσμου που ήταν τριγυρισμένο από βουνά και από πολλά νερά. Το χωριό του ήταν μακριά από τις πόλεις και, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Η γη που καλλιεργούσαν οι κάτοικοι του χωριού ήταν φτωχή και πλούσια συγχρόνως. Ήταν φτωχή γιατί δεν έδινε τίποτα από μόνη της, και πλούσια γιατί, αν την καλλιεργούσες, σου έδινε όλο της τον πλούτο. Το χωριό ήταν τριγυρισμένο από βάλτους. Το είχαν επιλέξει οι πρώτοι κάτοικοι για να προστατευθούν από όσους φιλοδοξούσαν να ονομάζονται εχθροί. Τα χωράφια τους βρίσκονταν έξω από τον βάλτο και επικοινωνούσαν με το χωριό με ένα στενό μονοπάτι που χωρούσε σε όλο του το πλάτος μόνο μία πατούσα.

Salvador Dalí, The Path of the Enigma (1981)
                      Λάδι σε καμβά
            Figueres, Dalí Theatre-Museum 

Από το στενό μονοπάτι, στον βάλτο με τις καλαμιές, περνούσαν κάθε ημέρα, ο ένας πίσω από τον άλλο, οι αγρότες του χωριού για να πάνε στα χωράφια τους. Μπροστά πήγαινε ο πιο νέος και ο πιο δυνατός και τελευταίος ακολουθούσε ο άνθρωπος που άκουγε στο παράξενο και δυσερμήνευτο όνομα. Ανάμεσά τους βρίσκονταν όλοι οι άλλοι.
Ο άνθρωπος με το παράξενο όνομα είχε ένα ελάττωμα στο πόδι που δεν του επέτρεπε να περπατάει γρήγορα ούτε να ισορροπεί εύκολα. Δεν γνώριζε πώς απόχτησε αυτό το ελάττωμα, ούτε η μάνα του θυμόταν κάτι. Κάποιος, που είχε τη συνήθεια να αποδίδει όσα ανεξήγητα συμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων σε μη λογικές δυνάμεις, μίλησε για θεϊκό σημάδι χωρίς όμως να πει περισσότερα.
Αυτό το σημάδι τον κούραζε πολύ εύκολα και, καθώς ήταν τελευταίος στη σειρά των αγροτών και δεν εμπόδιζε τον δρόμο κανενός, καθόταν στο στενό μονοπάτι για να ξεκουραστεί και έβαζε τα πόδια του στα βαλτόνερα. Παρατηρούσε τότε πώς μπλέκονταν ανάμεσά τους τα μικρά νερόφιδα που κυνηγούσαν βδέλλες, οι οποίες από τον τρόμο τους βρίσκανε καταφύγιο στα πόδια του και γίνονταν ένα μαζί του.

Salvador Dalí, Rhinocerontic Figure of “Illisus” of Phidias (1954)
                                       Λάδι σε καμβά
                      Figueres, Dalí Theatre-Museum 

Στις ιστορίες του κόσμου, πολλοί ανώνυμοι συγγραφείς αναφέρονται στη σχέση των ταπεινών ανθρώπων με τα καλάμια και τον άνεμο. Ακόμα, πολλοί μύθοι αναφέρονται στον μαγικό αυλό και κάποιοι άλλοι στον θεό Πάνα. Λένε πως κάποιος θεός έκοψε ένα καλάμι και έφτιαξε μ’ αυτό ένα σουραύλι με το οποίο άρχισε να μιμείται τον άνεμο που τρέχει ανάμεσα στις φυλλωσιές και κουβαλάει μαζί του τις ιστορίες των ανθρώπων. Ακόμα λένε πως τα καλάμια των βάλτων φιλοξενούν μικρούς θεούς και νύμφες, πως έχουν νόηση και παραμερίζουν μπροστά στις ευγενικές ψυχές. Και πως οι ήχοι που ακούν οι περαστικοί το βράδυ δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις ατέλειωτες κουβέντες τους για όσα έχουν δει την ημέρα.
Ο άνθρωπος με το παράξενο και δυσερμήνευτο όνομα δεν μπήκε στον πειρασμό να τραυματίσει με το μαχαίρι του ένα καλάμι, ούτε βέβαια να μιμηθεί με το σουραύλι τις ιστορίες των ανθρώπων.
«Καλύτερα από μένα τα λέει ο άνεμος», σκέφτηκε και άφησε με χαρά τον νου του στα χέρια του.
Περιπλανήθηκαν μαζί ανάμεσα στις καλαμιές του βάλτου, κέντησε, καθώς περνούσε, με τη σκέψη του τα μυτερά τους φύλλα και χάιδεψε τις ανθισμένες φούντες στην κορυφή τους. Θυμήθηκε τότε που έφτιαχνε με τους παιδικούς του φίλους μικρά βέλη για τα μικρά τους τόξα.

                  Salvador Dalí, Woman-Animal Simbiosis (1928)
                           Μικτή τεχνική με άμμο σε χαρτόνι
                             Figueres, Dalí Theatre-Museum 

Όταν άλλαξε ο καιρός, οι δυνατότεροι άνεμοι έσπρωξαν τη σκέψη του και τους μικρούς ανέμους κατά τον νοτιά και κατέβηκαν στις πόλεις που είχαν τα θεμέλιά τους μέσα στο νερό. Από εκεί ταξίδεψαν για τις μεγάλες θάλασσες, όπου συνάντησαν τα καράβια την ώρα που πάλευαν με τους πετρόψυχους ανέμους και ανατρίχιασε καθώς είδε την αγωνία του θανάτου στα πρόσωπα των ναυτικών. Έφθασαν σε πολυθόρυβα λιμάνια, όπου είδε να χάνεται η αθωότητα μέσα στη συναλλαγή. Ανέβηκαν αντίθετα στο ρεύμα των μεγάλων ποταμών και είδε το σπάνιο είδος των ανθρώπων που αντιστέκεται στη ροή των πραγμάτων. Παρακολούθησε από κοντά τις μάχες μεταξύ των πολεμιστών και την απληστία των νικητών. Γνώρισε άθλιους συνωμότες. Είδε πώς στήνονται οι προδοσίες και τρόμαξε από το πάθος των ανθρώπων για το χρυσάφι. Χαμογέλασε με την ατελείωτη πλάνη των ηγεμόνων και την εφήμερη δόξα τους, ενώ τρόμαξε καθώς, για μια στιγμή, υπήρξε χωρίς να το θέλει θεατής στη σύγκρουση των συναισθημάτων.
Μετά από καιρό, γύρισε ο μεγάλος άνεμος και ο ζεστός νοτιάς τούς έφερε στο μονοπάτι του βάλτου, όπου τα νερόφιδα κυνηγούσαν πάντα τις βδέλλες ανάμεσα στα πόδια του. Ο άνεμος ησύχασε για λίγο και ο νους του μαζεύτηκε στο καβούκι του. Οι καλαμιές σταμάτησαν να σφυρίζουν και οι αγρότες το σούρουπο επέστρεψαν στα σπίτια τους.

              Salvador Dalí, Inaugural Goose Flesh (1928)
                               Λάδι σε χαρτόνι
              Figueres, Dalí Theatre-Museum 

Ο άνθρωπος με το παράξενο και δυσερμήνευτο όνομα έμεινε ακίνητος στο στενό μονοπάτι για αρκετές ημέρες. Οι συγχωριανοί του περνούσαν κάθε πρωί και κάθε απόγευμα από το στενό πέρασμα, αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να τον ενοχλήσει. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να αδυνατίζουν από το ρούφηγμα των παράσιτων και τα μικρά νερόφιδα, ξεθαρρεμένα, άρχισαν να αποσπούν μικρά κομμάτια από τη σάρκα του. Ο άνθρωπος με το παράξενο όνομα και το σημάδι στο πόδι δεν τα έδιωξε.
«Αυτός είναι ο κόσμος μας», είπε κοιτώντας τις καλαμιές, κι αυτές έδειξαν πως συμφωνούσαν μαζί του γέρνοντας το ευγενικό και περήφανο κορμί τους.
Οι βροχές που ακολούθησαν τον επόμενο μήνα έκλεισαν τους αγρότες στα καλύβια τους και έσβησαν από το στενό μονοπάτι τα τελευταία χνάρια από το δημιούργημα ενός απογοητευμένου θεού.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Henri Rousseau: σκοτεινό καρναβάλι


Χειμωνιάτικο τοπίο. Ένα δάσος με δέντρα μαύρα, γυμνά. Μπροστά, κατάφωρη αντίθεση, δυο μοναχικές μορφές ντυμένες με αποκριάτικα κοστούμια που έχουν κάτι από την Comedia dellArte. Ακίνητες, αμίλητες, ευάλωτες. Λάμπουν στo σούρουπο. Όχι από το λιγοστό φως του φεγγαριού, αλλά από ένα φως εσωτερικό. Μια καλύβα στα δεξιά τους και, απροσδόκητα, μια λάμπα δρόμου που αχνοφέγγει.


Είναι έργο του Henri Rousseau, ενός τελωνειακού υπαλλήλου (Le Douanier ήταν το παρανόμι του) και αυτοδίδακτου καλλιτέχνη, που αγαπούσε να ζωγραφίζει σκηνές γεμάτες μυστήριο και τοπία εξωτικά. Ο τίτλος του είναι Carnival Evening (Βραδιά καρναβαλιού) και εκτέθηκε το 1886 στο Salon des Indépendants του Παρισιού. Σήμερα βρίσκεται στη Φιλαδέλφεια, στο Philadelphia Museum of Art.
Χαρούμενη σκηνή; Πολύχρωμη, όπως το καρναβάλι που έχουμε στον νου μας; Κάθε άλλο. Μια απροσδιόριστη απειλή παραμονεύει τις δυο φιγούρες. Κι όμως αυτές, ανυποψίαστες, μας κοιτάζουν με αφέλεια.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Καρναβάλι στη Βενετία


Φορούσαν τις μάσκες τους και ξεχύνονταν να απολαύσουν τη ζωή. Η ταυτότητά τους άγνωστη, τα αληθινά τους αισθήματά τους κρυμμένα. Έστω και για λίγες μόνον ημέρες μέσα στον χρόνο όλα επιτρέπονταν. Ευκαιρία για διασκέδαση, μικρές ή μεγάλες απάτες, παράνομες σχέσεις, τυχερά παιχνίδια. Στην καρδιά του Μεσαίωνα. Στη Βενετία.




Από τότε χρονολογείται το διασημότερο καρναβάλι του κόσμου. Ονομαστό κυρίως για τις περίτεχνες μάσκες του, φτιαγμένες από σπουδαίους mascherari, και τα πολύχρωμα βαρυφορτωμένα κοστούμια του. Όλα τα πρόσωπα της Comedia dellArte, μαζί με βαρόνους, κοντεσίνες, μαρκήσιους, ντόμινα και καζανόβες, γεμίζουν με χρώμα και μυστήριο τους δρόμους, τις πλατείες και τα κανάλια της πόλης. Ρυθμοί ξέφρενοι. Μουσική παντού. Χοροί στα πολυτελή palazzi. Βλέμματα που διασταυρώνονται. Άνθρωποι που συναντιούνται και χωρίζουν αμέσως μετά.




Η γιορτή τελειώνει. Με σιωπή. Οι γόνδολες, σε πομπή, κινούνται ήσυχα μέσα από το Μεγάλο Κανάλι. Τα εκτυφλωτικά φώτα δίνουν τη θέση τους στην τρεμουλιαστή λάμψη των κεριών. Η μουσική αλλάζει τόνο, γίνεται μελαγχολική. Η αυλαία πέφτει. Οι ηθοποιοί υποκλίνονται στο κοινό τους και αποσύρονται στα παρασκήνια. Από αύριο θα ξαναγίνουν άνθρωποι καθημερινοί. Χωρίς τις μάσκες. Με τα μικροπροβλήματα και τις μικροκακίες τους.

Πηγή για τις εικόνες:

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Édouard Manet: μια βραδιά στo Folies Bergère


Στο 9ο Διαμέρισμα του Παρισιού, στον αριθμό 32 της οδού Richer, βρίσκεται ένα από τα πιο διάσημα μπαρ της πόλης, το Folies Bergère. Κωμική όπερα, δημοφιλή τραγούδια, μπαλέτα με τις χορεύτριες να φορούν ελάχιστα ρούχα είναι κάποια από τα θεάματα που προσφέρει στους ανέμελους αστούς οι οποίοι αποτελούν τους θαμώνες του. Και ποτό, πολύ ποτό.
Ένας νεαρός δανδής, με περιποιημένο μουστάκι, μαύρο κοστούμι και ημίψηλο πλησιάζει στο μπαρ του μαγαζιού. Η παρουσία του έχει κάτι το απειλητικό.  Ένα σωρό μπουκάλια, γεμάτα με μέντα, σαμπάνια και μπύρα, είναι τακτικά ακουμπισμένα πάνω στο πάγκο. Δυο λευκά τριαντάφυλλα μέσα σε ένα βάζο μισογεμισμένο με νερό και μια φρουτιέρα με πορτοκάλια δίνουν μια νότα ζεστασιάς και οικειότητας. Πίσω από τον πάγκο και με τα χέρια της πάνω σ’ αυτόν, σαν να χρειάζεται κάτι σταθερό για να πιαστεί και να μην χαθεί μέσα στον ίλιγγο που την περιτριγυρίζει, στέκεται μια νεαρή κοπέλα. Κι ακόμα πιο πίσω βρίσκεται ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε λαθραία ό,τι εκείνη έχει μπροστά στα μάτια της: τον πολύχρωμο κόσμο του μαγαζιού. Καλοντυμένες γυναίκες με καπελίνα και κομψοί άντρες που συνωστίζονται ευδιάθετοι, μισομεθυσμένοι από το ποτό και τη γλυκιά ζωή. Πολυέλαιοι φωτίζουν με το λευκό, εκτυφλωτικό τους φως τον χώρο. Όλοι διασκεδάζουν, φλερτάρουν, φλυαρούν, γελούν και φωνάζουν. Μόνον η χαρά έχει θέση σ’ αυτήν τη σκηνή του θεάματος. Κι όμως ... η νεαρή στο μπαρ, Suzon είναι το όνομά της, κομψή, καλοντυμένη και διαθέσιμη, μοιάζει να αποστασιοποιείται από το περιβάλλον, καθώς είναι η μόνη που η μορφή της δεν αντανακλάται στον καθρέφτη. Και καθώς την βλέπουμε καταπρόσωπο, μπορούμε να διακρίνουμε μια σκιά πίκρας στα μάτια της που απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο και σιγά-σιγά ξεπηδάει από τον πίνακα και κυριεύει κι εμάς. Είμαστε άραγε θεατές ή μήπως είμαστε μέρος του θεάματος, σ’ αυτόν τον μοντέρνο κόσμο που κινείται ορμητικά και τον οποίο δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να ελέγξουμε; Κοιτάζουμε τους άλλους ή είναι αυτοί που κοιτάζουν εμάς, όπως εκείνη η κυρία στα αριστερά του πίνακα που μας παρατηρεί μέσα από τα κυάλια της;  


                                                    Λάδι σε καμβά.
                        Λονδίνο, Courteau Institut of Art Gallery

Ο μοντέρνος κόσμος με τις αντιφάσεις του. Σκληρός, ψυχρός, αλλά λαμπερός. Εύθυμος και συνάμα πικρός. Η Belle Époque τελειώνει όταν αρχίζει ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και μαζί της τελειώνει και η ξενοιασιά. Τώρα όμως είμαστε ακόμα στο 1882, όταν ο σπουδαίος Γάλλος ιμπρεσιονιστής Édouard Manet ζωγραφίζει τον πίνακά του με τίτλο Un bar aux Folies Bergère. Μας μένει κάμποσος καιρός να διασκεδάσουμε πριν να βυθιστούμε στην οδύνη.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Nikolai Matveevich Pozdneev: μια ανοιξιάτικη μέρα τα παιδιά...


Το 1956 ο εικοσιεξάχρονος Nikolai Matveevich Pozdneev αποφοιτούσε από το Repin Institut of Arts και το έργο της αποφοίτησής του ήταν ένας πίνακας με τίτλο From the School (Από το σχολείο), ο οποίος τώρα βρίσκεται στη συλλογής της Pskov Art Gallery


Τρία χρόνια αργότερα, ο ίδιος καλλιτέχνης φαίνεται πως εξακολουθεί να εμπνέεται από το θέμα της παιδικής ηλικίας στη Σοβιετική Ρωσία και ζωγραφίζει έναν ακόμα πίνακα με μικρά παιδιά να φεύγουν από το σχολείο κρατώντας τις τσάντες τους στο χέρι. Τον ονομάζει Spring Day (Ανοιξιάτικη μέρακαι σήμερα βρίσκεται σε Ιδιωτική Συλλογή στην Αγία Πετρούπολη.


Τα γκρίζα χρώματα του προηγούμενου έργου έχουν τώρα ξανοίξει, το κοκκινωπό χρώμα που διαλέγει μοιάζει  να είναι πιο κοντά στην ηλικία του αυθορμητισμού και της ανεμελιάς. Όμως, τώρα δεν μπορούμε να δούμε τα πρόσωπα των παιδιών. Μόνο οι πλάτες τους διαγράφονται και οι σκιές που ρίχνουν στον δρόμο. 
Ανοιξιάτικη μέρα. Είναι πράγματι;

Πηγή για τις εικόνες: