Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Το διήγημα του μήνα (Μάιος 2014)


Το μαγιάτικο διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Τα παλιόχαρτα


Εκατόν εβδομήντα σκαλοπάτια ενώνουν την επάνω πόλη, την πόλη μου, με την κάτω όπου βρίσκεται ο σταθμός του τραίνου. Απέναντι από τον σταθμό, προς τη μεριά της θάλασσας, βρισκόταν, όταν ήμουνα παιδί, το κτήριο της Ένωσης Σταφιδικών Συνεταιρισμών. Γύρω από αυτό το κτήριο, κάθε φθινόπωρο, συγκέντρωναν οι σταφιδοπαραγωγοί τη σταφίδα τους. Χιλιάδες τσουβάλια, γεμάτα όσο δεν γινόταν άλλο, κάλυπταν ολόκληρη την περιοχή, ξεκινώντας από την οδό Ζωοδόχου Πηγής και φτάνοντας κοντά στο εκκλησάκι του Άι-Νικολάκη, κι ακόμα στον δρόμο πάνω από τον σταθμό, αλλά και στους κάθετους δρόμους. Ο κάθε αγρότης προστάτευε τα δικά του τσουβάλια και πάνω σ’ αυτά κοιμόταν τη νύχτα περιμένοντας την ώρα του για να τα παραδώσει. Σαν έφτανε η σειρά του, τα φόρτωνε σε ένα κάρο, από τα πολλά που γύριζαν ανάμεσά τους, και τα πήγαινε στην πλάστιγγα. Από τον υπάλληλο της μεγάλης ζυγαριάς έπαιρνε ένα χαρτί από ένα μπλοκ διπλότυπων αποδείξεων, που έγραφε ολογράφως και αριθμητικά το μαγικό νούμερο των κιλών και των κόπων του, καθώς και το όνομά του, και έφευγε για το χωριό του περιμένοντας να τον ειδοποιήσουν για να πάρει τα λεφτά του. Μέσα στα γραφεία της Ένωσης Σταφιδικών Συνεταιρισμών οι γραφιάδες περνούσαν τα στοιχεία των παραγωγών σε άλλες διπλότυπες καταστάσεις, μαζί με τα κιλά και την αμοιβή κατά κιλό, και όλα αυτά, παρέα με μια σειρά από διπλότυπα, τριπλότυπα και συγκεντρωτικές καταστάσεις, στέλνονταν στα κεντρικά της Αθήνας, στο Υπουργείο Γεωργίας, στο Τελωνείο, και ένας θεός ξέρει πού αλλού.


Σαν τελείωνε η παράδοση της σταφίδας, όλα αυτά τα νούμερα περνούσαν στα μεγάλα βιβλία που τα φύλαγαν στο ατσάλινο χρηματοκιβώτιο, στο γραφείο του Διευθυντή της Ένωσης. Τελειώνοντας κι αυτήν τη δουλειά, έδεναν τα διπλότυπα και τα τριπλότυπα με χοντρούς σπάγκους και τοποθετούσαν όλο αυτό το χαρτομάνι στα ράφια.


Όμως, η σχέση των υπαλλήλων με το χαρτί δεν τελείωνε εκεί. Συνέχιζαν να γράφουν, να ξεγράφουν, να διορθώνουν και, κάποιες φορές, να κλέβουν ή να πλαστογραφούν, και όλα αυτά σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, ώσπου να έρθει το επόμενο φθινόπωρο, να παραδοθεί η επόμενη παρτίδα σταφίδας, και έτσι συνεχιζόταν η ζωή σκοινί κορδόνι. Όταν το χαρτομάνι ξεχείλιζε από τα ράφια, τότε αποφάσιζαν να το πετάξουν στην πίσω αυλή του μεγάλου κτηρίου. Εκεί ήταν που συναντήθηκα μαζί του.


Ήμουν στην πέμπτη τάξη του Δημοτικού. Το μεγάλο κτήριο βρισκόταν στον δρόμο για το σπίτι μου κι από ‘κει περνούσα κάθε μέρα. Τα χρώματα των χαρτιών τράβηξαν την προσοχή μου, όπως τραβούν την προσοχή των μελισσών, των πεταλούδων και όλων γενικά των ζουζουνιών τα χρώματα των λουλουδιών και η γλυκιά τους γεύση, και η παιδική περιέργεια με οδήγησε προς τα εκεί. Ανέβηκα πάνω σε έναν μεγάλο σωρό χαρτιών. Πολύ πιο ψηλό από το μπόι μου. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο πολύ χαρτί. Χωρίς να ξέρω γιατί, άρχισα να ψάχνω τα μπλοκάκια. Ονόματα, κι άλλα ονόματα, τιμές, κιλά, υπογραφές, μονογραφές, σφραγίδες. Ένας κόσμος άρχισε να παρελαύνει από μπροστά μου. Στοιβαγμένα σακιά με σταφίδες, άνθρωποι κακοντυμένοι, αξύριστοι, αφάγωτοι, κάρα, ζύγια, γραφιάδες με μαύρες μανσέτες, μεγαλοϋπάλληλοι με βλοσυρό ύφος, αφεντικά με εξουσιαστικό ύφος. Όλα αυτά ήσαν γραμμένα πάνω σε εκείνα τα χαρτιά. Και ... ω του θαύματος! Ανάμεσα στα χαρτιά κάποια βιβλία. Τα θυμάμαι ακόμα: Το αγροτικόν ζήτημα εν Ελλάδι, Η αγροτική νομοθεσία, Αχαϊκαί παροιμίαι, Η εργάτρια μέλισσα και ο αγρότης. Κάθισα πάνω στον σωρό και άρχισα να ανοίγω ένα-ένα τα βιβλία. Αναζητούσα τίτλους, φράσεις, λέξεις, γράμματα σκούρα και γράμματα ανοιχτόχρωμα, πλαγιαστά, μεγάλα και μικρά. Τα βιβλία έφτιαχναν έναν μικρό σωρό δίπλα μου κι εγώ, ξεχασμένος πάνω στον σωρό, με μια απληστία πρωτόγνωρη, βυθιζόμουν συνεχώς μέσα τους.
Βιβλία εκείνα τα χρόνια στα φτωχόσπιτα δεν υπήρχαν, έτσι έγινε αυτός ο σωρός από χαρτιά το πνευματικό μου χρυσωρυχείο. Η επιστροφή από το σχολείο έγινε η μοναχική μου περιπέτεια. Χανόμουν από την παρέα και αργούσα να γυρίσω στο σπίτι. Καθισμένος πάνω στον σωρό από τα χαρτιά, έψαχνα σαν αρουραίος με την προσδοκία να βρω ένα βιβλίο ακόμα, και ενθουσιαζόμουν καθώς έβλεπα τον δικό μου σωρό να ψηλώνει.


Για μέρες συνεχιζόταν αυτή η αναζήτηση. Περίμενα κάθε μεσημέρι να χτυπήσει το κουδούνι του σχολείου και να ξαμοληθώ στις σκάλες, να προσπεράσω τον σταθμό, να φτάσω στον σωρό με το χαρτομάνι, και να αρχίσω να ψάχνω, να ψάχνω, να ψάχνω ... Ώσπου, ένα μεσημέρι, φτάνοντας μπροστά στον σταθμό των τραίνων, αντίκρισα απέναντί μου, στην πίσω αυλή της Ένωσης Σταφιδικών Συνεταιρισμών, μια τεράστια φωτιά. Το χρυσωρυχείο μου καιγόταν. Στην αρχή ένιωσα λύπη να με κυριεύει, μα δεν κράτησε για πολύ. Τα βιβλία που είχα μαζέψει από τον σωρό, η αίσθηση των χαρτιών και η περιγραφή του κόσμου μέσα στις αποδείξεις δεν είχαν χαθεί. Όλα αυτά βρισκόντουσαν τώρα μέσα στο κεφάλι μου. Στη στιγμή η λύπη μετατράπηκε σε χαρά, και δεν μου έμενε παρά να περιμένω την καινούρια συγκομιδή την επόμενη άνοιξη.


Θα μπορούσε να πει κανείς πως πολλές ιστορίες τελειώνουν όταν σβήσει η φωτιά. Αλλά όχι. Η δική μου ιστορία δεν τελείωσε έτσι. Η φωτιά, χωρίς να το καταλάβω, άναψε από τότε μέσα μου και με βασανίζει. Καίει τον νου μου, και χρόνια τώρα έχω κάνει συγκάτοικό μου το προϊόν του εγκλήματος. Ζω σε μια σοφίτα γεμάτη με χιλιάδες τόμους βιβλίων γύρω μου και ψάχνω, όχι πάντα ανώδυνα, στους τίτλους των βιβλίων, στις φράσεις, στις λέξεις, στα σκουρόχρωμα και ανοιχτόχρωμα γράμματα, έναν κόσμο που φιλόδοξα λέω πως είναι ο δικός μου ακριβός κόσμος.

Πηγές για τις εικόνες:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου