Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Το οντολογικό επιχείρημα: Descartes και Kant


Μπορούμε να συλλάβουμε ένα τρίγωνο το άθροισμα των γωνιών του οποίου να μην είναι 180ο;  Η απάντηση είναι όχι, επειδή κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αντίφαση. Ομοίως, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον από το οποίο να λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης. Αυτό υποστηρίζει ο Descartes στον 5ο Στοχασμό του, επαναφέροντας κατά τον 17ο αιώνα το επιχείρημα που ανέπτυξε έξι αιώνες νωρίτερα ο Anselm του Canterbury. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον φιλόσοφο, η ύπαρξη αποτελεί κατηγόρημα της τελειότητας και, κατά συνέπεια, εφόσον συλλαμβάνουμε με τον νου μας ένα απολύτως τέλειο ον, αυτό το απολύτως τέλειο ον πρέπει να υπάρχει.
Τότε γιατί να μην υπάρχει και το φανταστικό νησί του Gaunilo; Ο Descartes, για να υπερβεί το αδιέξοδο, διακρίνει τρία είδη ιδεών: α) τις έμφυτες ιδέες (αυτές που υπάρχουν μέσα μας, όπως η έννοια της ύπαρξης του αριθμού, της διάρκειας κ.λπ.), β) τις επίκτητες ιδέες (αυτές που προέρχονται από τον έξω κόσμο) και γ) τις ιδέες που είναι επινοημένες από εμάς τους ίδιους. Το νησί του Gaulino ανήκει στο τρίτο είδος, ενώ η ιδέα του Θεού είναι έμφυτη, διευκρινίζει ο Descartes, εξηγώντας ότι θα ήταν αδύνατο εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή όντα, να επινοήσουμε την ιδέα ενός τέλειου όντος, αν κάποιο εξίσου τέλειο ον –προφανώς, ο Θεός- δεν την μας την είχε εμφυτεύσει. Άρα, καταλήγει ο φιλόσοφος, ο Θεός υπάρχει.


Απάντηση στον Descartes ανέλαβε να δώσει ο Kant στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, αναδιατυπώνοντας ουσιαστικά το επιχείρημα του Gaulino. Η επιχειρηματολογία του προϋποθέτει διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις. Στις πρώτες το κατηγόρημα εμπεριέχεται στην έννοια του υποκειμένου, σε αντίθεση με τις δεύτερες. Η ύπαρξη, ισχυρίζεται ο Kant, δεν αποτελεί κατηγόρημα, το οποίο, εάν αφαιρεθεί, θα αλλάξει το περιεχόμενο της έννοιας του τέλειου όντος (πρόκειται, δηλαδή, για αναλυτική κρίση). Σύμφωνα με τον Kant, το οντολογικό επιχείρημα ισχύει μόνον εάν η ύπαρξη είναι κατηγόρημα. Εάν δεν είναι, τότε το οντολογικό επιχείρημα χάνει την ισχύ του, καθώς μπορούμε να συλλάβουμε ένα απολύτως τέλειο ον δίχως αυτό να υπάρχει.
Βάσει των παραπάνω, όταν οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι ο Θεός δεν υπάρχει, εννοούν ότι υπάρχει ένας Θεός από τον οποίο λείπει η ιδιότητα της ύπαρξης, βεβαιώνοντας και αρνούμενοι ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο την ύπαρξη του Θεού. Πάντως, οπωσδήποτε, το να λέμε ότι κάτι υπάρχει ισοδυναμεί με το να λέμε ότι η έννοια αυτού του πράγματος αντανακλάται στον κόσμο. Έτσι, υποδεικνύει ο Kant, η ύπαρξη δεν αποτελεί ιδιότητα του πράγματος, αλλά ιδιότητα της έννοιας η οποία αντιστοιχεί σε κάτι εντός του κόσμου. Απλούστερα, το μέγεθος, το βάρος ή το χρώμα ενός αντικειμένου δεν αλλάζουν εάν προσθέσουμε ότι το αντικείμενο υπάρχει. Εάν πούμε ότι το αντικείμενο υπάρχει δεν λέμε τίποτα για το ίδιο το αντικείμενο, διαπιστώνουμε μόνον ότι ο κόσμος περιλαμβάνει κάτι που ταιριάζει με την έννοια του αντικειμένου.


Επομένως, σύμφωνα με τον Kant, ένας Θεός που υπάρχει και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι το ίδιο και το αυτό. Ένας Θεός που υπάρχει είναι παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Και ένας Θεός που δεν υπάρχει είναι επίσης παντοδύναμος, παντογνώστης και πανταχού παρών. Αν κάτι τέτοιο είναι αληθινό, τότε ο ισχυρισμός του Anselm ότι ένας υπαρκτός Θεός είναι μεγαλύτερος από έναν μη-υπαρκτό είναι εσφαλμένος και, άρα, το οντολογικό του επιχείρημα καταρρίπτεται.

Πηγές για τις εικόνες:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου