Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Το διήγημα του μήνα (Αύγουστος 2013)

Το διήγημα του Αυγούστου από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η μουσική του καλύτερου μέλλοντος


Ο καλύτερος μουσικός
είναι αυτός που δεν γνωρίζει τη θλίψη
της πιο βαθιάς ευτυχίας
Νίτσε


Πραγματικά μοναχικός άνθρωπος, και η μόνη περίπτωση που δικαιολογώ γι’ αυτήν την επιλογή, είναι ο δημιουργός. Ένας λογοτέχνης χωρίς μολύβια, ένας ζωγράφος χωρίς μοντέλο, ένας μουσικός χωρίς ορχήστρα, μπορεί να έχουν ανάγκη τους άλλους ανθρώπους, μα είναι σίγουρο πως, για να ανιχνεύσουν τη θλίψη της πιο βαθιάς ευτυχίας, χρειάζονται την εμπειρία αυτού που προσπαθεί να ανακαλύψει μια σταγόνα δροσιάς στην έρημο της Αραβίας. Ο μοναχικός δημιουργός το τελευταίο που χρειάζεται είναι ο παρηγορητικός λόγος, η βοήθεια από τον πλησίον, το ύπουλο γυναικείο χάδι, η ελπίδα.


Ο Ξένιος από μικρός έδειξε την αγάπη του στους ήχους και την κλίση του στη μουσική. Ό,τι κι αν έπιανε στα χέρια του μεταμορφωνόταν, με έναν μαγικό τρόπο, σε μουσικό όργανο. Συχνά οι άλλοι γύρω του μπέρδευαν το παίξιμό του με το αηδόνι του μεσονυχτίου, τη στιγμή που με τις υψηλές νότες του αποκάλυπτε τον μεγάλο του έρωτα στο σιωπηλό θηλυκό, ή το μπέρδευαν τα πρωινά με τον χαρούμενο και αδηφάγο κηρομύτη. Πολλές φορές πίστεψαν πως ακολουθούσαν το κύμα του πελάγους που σκάει στα ρηχά και κάποιες άλλες ακολουθούσαν, γεμάτοι περιέργεια, το θρόισμα αραχνοΰφαντης νυχτικιάς μιας γλυκιάς παρθένας την πρώτη νύχτα του γάμου της.


Όταν ο Ξένιος έγινε είκοσι χρονών διαπίστωσε πως όσα τον περιέβαλλαν φυλλορροούσαν όπως τα πρώιμα άνθη της άνοιξης. Μια παράξενη ιδέα τού καρφώθηκε στον νου: πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Και, επειδή οι ιδέες είναι πιο ισχυρές ακόμα και από τις πιο δυνατές αλυσίδες, δραπέτευσε από το πατρικό του σπίτι και ανέβηκε στο βουνό που οι παρυφές του άρχιζαν έξω από τα όρια της πόλης. Λίγο πριν από την κορυφή του βουνού βρήκε μια σπηλιά και εγκαταστάθηκε.
Οι άνθρωποι της μικρής του πόλης από πολύ παλιά έλεγαν, μεταξύ σοβαρού και αστείου, πως η τρέλα δεν πηγαίνει στα βουνά, αλλά, μετά την απόφασή του να φύγει μακριά από την πόλη τους, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο τρελός άνθρωπος πηγαίνει στα βουνά. Μάλιστα, δεν έχασαν την ευκαιρία να τον λοιδορήσουν, να πουν κουβέντες που δεν θα έλεγαν αν ζούσε ακόμα ανάμεσά τους, να προσβάλουν τους δικούς του.


Ο Ξένιος ποτέ δεν έμαθε όσα έλεγαν πίσω από την πλάτη του, μα κι αν τα μάθαινε, σίγουρα θα φούσκωνε από χαρά, γιατί μια ιδέα τού είχε καρφωθεί στον νου από τότε που ήταν μικρό παιδί, πως οι πολλοί λίγες φορές έχουν το δίκιο με το μέρος τους.
Εκεί, στη μοναξιά του, προσπάθησε να ανακαλύψει τη δισημία των ήχων. Αν και δεν είχε μεγάλη εμπειρία από τη ζωή, αν και οι νέοι άνθρωποι, στα είκοσι χρόνια τους, δεν μπορεί παρά να είναι ανέμελοι και ευτυχισμένοι, τον Ξένιο τον βασάνιζε η υποψία πως τα πράγματα έχουν δύο όψεις και γι’ αυτό δύο σημασίες.
Είδε, λοιπόν, πως:
Το σιωπηλό φεγγάρι, όταν είναι ολόγιομο και κάτω από το βάρος του ασημιού, βγάζει μικρές πονεμένες κραυγές.
Είδε ακόμα το αστέρι που σιωπηλά διέσχισε τον σκοτεινό ουρανό σέρνοντας πίσω του ένα σύννεφο από φωτεινές επιθυμίες, έπεσε με δύναμη στα νερά του ωκεανού, τρομάζοντας με τον παφλασμό του τον ναύτη την ώρα που σφύριζε έναν μελαγχολικό σκοπό περπατώντας πέρα-δώθε στη γέφυρα του ποντοπόρου πλοίου.


Δεν ήσαν λίγες οι φορές που ο Ξένιος περίμενε, λίγο πριν χαράξει, την ανατολή των χρωμάτων. Για όσους έχουν την ικανότητα να μεταπλάθουν τα χρώματα σε ήχους, αυτή η μουσική σπάει τα τύμπανα του στερεώματος.
Με την ίδια χαρά περίμενε την ώρα του δειλινού.
Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Παρατήρησε, από εκεί ψηλά που βρισκόταν, με τι ηδονή, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, ο νεαρός εργάτης της γης έτρωγε ψωμί με λάδι. Την ίδια ώρα, στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού, η αρραβωνιαστικιά ξέβγαζε τα μαλλιά της με νερό και ξύδι. Στο κρεβάτι είχε στρώσει καθαρά σεντόνια. Το φάρμακο της δικής της κούρασης ήσαν οι μικρές κοφτές κραυγές της.
Απ’ όταν έφυγε για το βουνό, πολλοί κάτω στην πόλη τον είπανε φυγά. Μα η φούγκα που χάραξε με τον αυλό του πάνω στο μάρμαρο γλύκανε τις κατηγόριες τους.
Άφησε τη σκέψη του να ταξιδέψει, πολλές φορές το έκανε αυτό, στη νότια άκρη της Λευκής Θάλασσας, εκεί όπου αρχίζει η έρημος. Άνοιξη ήταν, τότε που οι αμμοθύελλες σέρνουν μυριάδες μικρές-μικρές νότες και φτιάχνουν μ’ αυτές το νυφικό σεντόνι της άνυδρης φύσης. Αλλά και τον αρκτικό κύκλο επισκέφτηκε, εκεί που έχουν χίλιες λέξεις για να περιγράψουν το χιόνι και μοναχά μία για τον έρωτα.


Ζούσε τόσο συναρπαστικά πάνω σ’ εκείνο το βουνό που, αν και δεν είχε βρει ακόμα τη θλίψη της πιο βαθιάς ευτυχίας δεν τον ένοιαξε. Δεν τον ένοιαξε ούτε όταν ο ήλιος καμπάνιζε μεσούρανα και τίποτα -μα τίποτα- δεν μπορούσε να του κρυφτεί. Μόνο τον υποψίασε, τέλος του καλοκαιριού ήταν, το τραγούδι των τζιτζικιών, μα δεν ήθελε να πιστέψει πως ένα τόσο δα σκαθάρι προσπαθεί να χαρεί κάθε στιγμή πριν χωθεί στο δικό του κιβούρι, στη σιωπηλή γη του πρώιμου φθινοπώρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όλα τα έργα που κοσμούν το διήγημα είναι του Νίκου Εγγονόπουλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου