Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Μια καλή παρέα


Στο 17ο arondissement στο Παρίσι υπάρχει μια περιοχή που ονομάζεται Batignolles. Tον 19ο αιώνα η περιοχή έσφυζε από ζωή και γι’ αυτό την προτιμούσαν πολλοί νεαροί ζωγράφοι και ανάμεσά τους ο Édouard Manet, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του μια παρέα φίλων του που έγιναν γνωστοί ως Le groupe des Batignolles. Το 1870, ο Henri Fantin-Latour, θέλοντας να τιμήσει τον  Manet, τον ζωγραφίζει στο ατελιέ του περιστοιχισμένο από αυτήν την παρέα, σε ένα έργο με τίτλο Un atelier aux Batignolles.


Ο Manet, καθιστός μπροστά στο καβαλέτο, καρφώνει τα μάτια στο μοντέλο του, τον Zacharie Astruc, ζωγράφο, ποιητή γλύπτη και κριτικό τέχνης, που κάθεται ακριβώς απέναντί του. Είναι εκείνος που έχει κάμποσες φορές υποστηρίξει τους ιμπρεσιονιστές ενάντια στις επιθέσεις που από πολλούς έχουν δεχτεί. Γύρω τους, ντυμένοι με σκούρα κοστούμια, σοβαροί και αγέλαστοι, παρατηρώντας τον ζωγράφο να δημιουργεί, στέκονται άλλοι έξι καλλιτέχνες.
Ακριβώς πίσω από τον Manet, αφοσιωμένος να τον παρακολουθεί στο έργο του, είναι ο Γερμανός ζωγράφος Otto Schölderer και πλάι του, ο μοναδικός με καπέλο, είναι ο Auguste Renoir. O Émile Zola, που έχει επανειλημμένως υποστηρίξει τους ιμπρεσιονιστές με την πένα του, στέκεται δίπλα τους απορροφημένος να κοιτάζει κάτι άλλο, και κοντά του, κοιτάζοντας κι αυτός σε άλλη κατεύθυνση, είναι ο μουσικός Edmond Maître, ένας ακόμα υποστηρικτής των ιμπρεσιονιστών. Ψηλός, αρρενωπός, στέκεται αμέσως μετά ο γενειοφόρος Frédéric  Bazille, ο οποίος δύο μήνες αργότερα θα σκοτωθεί στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο,  ενώ στη γωνία του πίνακα, κρυμμένος σχεδόν, βρίσκεται ο Claude Monet. Το αγαλματάκι της Αθηνάς στον διάκοσμο του ατελιέ φαίνεται να προτείνει πως οι ιμπρεσιονιστές σέβονται τις καλλιτεχνικές παραδόσεις αντίθετα με όσα τους κατηγορούν.
Ο Henri Fantin-Latour, παραδοσιακός στην τεχνική  παρά τις κακές παρέες του, υπέβαλε το έργο στο Salon de Paris εκείνης της χρονιάς και η συμμετοχή του εγκρίθηκε. Ο πίνακας εκτέθηκε στον χώρο που τόσο πολύ πολέμησε τους ιμπρεσιονιστές κατηγορώντας τους για αντισυμβατικότητα.
Σήμερα το έργο εκτίθεται στο Παρίσι, στο Musée d’ Orsay.


Πηγή για τις εικόνα:
https://fr.wikipedia.org/wiki/Groupe_des_Batignolles

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Spleen


Στο έργο του Fleurs du mal (Άνθη του κακού), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1857, και στη θεματική ενότητα με τίτλο “Spleen et Idéal”, ο Charles Baudelaire δημοσιεύει τέσσερα ποιήματα με τον τίτλο “Spleen”. Το ένα από αυτά είναι το εξής:

Je suis comme le roi d’un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S’ennuie avec ses chiens comme avec d’autres bêtes.

Rien ne peut l’égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son people mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade;

Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d’atour,pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d’impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.

Le savant qui lui fait de l’or n’a jamais pu
De son etre extirper l’élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et don’t sur leurs vieux jours les puissant se souviennent,
Il n’a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l’eau verte du Léthé.

Και η μετάφρασή του από τον Νίκο Φωκά, όπως τραγουδήθηκε από τους Πυξ Λαξ:


Είμαι ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
Βαθύπλουτος μα ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
Που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
Βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια.

Ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
Ούτε ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
Στου αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπό του δε γελά σκληρό και γκρίζο πάντα.

Τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
Ενώ οι πουτάνες της αυλής τού κλείνουνε το μάτι
[...................................................................................]

Ο άγγελός του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
Να βγάλει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ουσία
Κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
Που στα στερνά τους οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
Δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου αρρώστου
Που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του.


Η λέξη spleen, συνδεδεμένη με την ελληνική λέξη «σπλήνα», σημαίνει τη μελαγχολία ή τη μαύρη χολή, η οποία, σύμφωνα με τη μεσαιωνική θεωρία των χυμών του οργανισμού, εθεωρείτο μία έκκριση της σπλήνας.
Στην ποιητική του Baudelaire, η λέξη σημαίνει περίπου ό,τι και η λέξη “ennui”, η οποία ήταν πολύ της μόδας ολόκληρο τον 19ο αιώνα στη Γαλλία και στην Αγγλία. Αόριστη θλίψη, μελαγχολία, πλήξη, ανία, δηλώνουν την απόδραση από τις συμβάσεις, από την καθημερινότητα, από τη ρουτίνα.  

                               Albert Furié, Madame Bovary. 

Η Emma Bovary, η ηρωίδα του Gustave Flaubert, θεωρεί ως στυλ το να είναι μελαγχολική και πλήττει θανάσιμα, τόσο που δεν μπορεί να αντέξει τον άβουλο και άχρωμο Charles και την άχαρη ζωή που ζει στη μικρή επαρχιακή πόλη, γι’ και αυτό βρίσκει εραστή. Αυτός είναι ο τρόπος του Flaubert να σχολιάσει, να επικρίνει και να χλευάσει την banalité της αστικής κοινωνίας. Όμως ο Flaubert σταματά εδώ: ανατέμνει, περιγράφει τον κόσμο, προσέχοντας, από την άλλη, να μην μολυνθεί από τα μικρόβια που θριαμβεύουν σε αυτόν. Η δυσφορία του εκδηλώνεται ως μια εκκεντρική και εκλεπτυσμένη αδιαφορία. Εξάλλου, αυτόν τον ενδιαφέρει μόνο «να κάνει τη δουλειά του Θεού: να δημιουργήσει τον κόσμο» -φυσικά μέσα από την τέχνη του!  Τόση μετριοφροσύνη!
Ο Baudelaire κρατάει μια εντελώς διαφορετική στάση. Η μελαγχολία και η πλήξη τον κάνουν να βουτήξει στον κόσμο, να τον γευθεί και στο τέλος κυριολεκτικά να μολυνθεί από τη σαπίλα και τον θάνατο που παραμονεύει. Επιπλέον, το spleen δεν είναι γι’ αυτόν μόνον απόγνωση και βάσανο, αλλά και έμπνευση και δημιουργία.
Ο Baudelaire εκδίδει τα Άνθη του Κακού το 1857, ταυτόχρονα με τη μεγαλειώδη αλλαγή που συντελείται στο Παρίσι: την αρχιτεκτονική μεταμόρφωσή του από μια μεσαιωνική πόλη σε αστικό κέντρο. Υπεύθυνος γι’ αυτήν την αλλαγή είναι ο Georges Eugène Haussmann, πιο γνωστός ως Baron Haussmann, Préfet de la Seine μεταξύ των ετών 1853 και 1870. Μέσα σε αυτά τα δεκαεπτά χρόνια, οι στενοί, σκοτεινοί και βρώμικοι δρόμοι της πρωτεύουσας, κατοικημένοι από πλήθη εξαθλιωμένων ανθρώπων και με κρυμμένη σε κάθε γωνιά την πανώλη, γίνονται μεγάλες λεωφόροι, ενώ δημιουργούνται τεράστια τετράγωνα, τα οποία απελευθερώνουν τη ροή ανθρώπων και εμπορευμάτων. Ο Haussmann, με απόλυτη εμμονή στη «λατρεία του άξονα», δεν διστάζει να ακρωτηριάσει τον Κήπο του Λουξεμβούργου και να κατεδαφίσει κτήρια «άχρηστα», όπως η Αγορά των Αθώων και η Εκκλησία Saint-Benoit, όπως δεν διστάζει να ξεσπιτώσει χιλιάδες φτωχούς σπρώχνοντάς στα προάστια. “Paris embellie, Paris aggrandie, Paris assainie” («Παρίσι όμορφο, Παρίσι μεγάλο, Παρίσι υγιές») είναι το σύνθημα, αλλά και Παρίσι προστατευμένο από τις εξεγέρσεις, σαν αυτές που το συντάραξαν το 1830 και το 1848.

              Gustave Caillebotte ( 1877), Paris Street .Rainy Day.
                Λάδι σε καμβά. Σικάγο, Art Institute of Chicago.

O Baudelaire γράφει ποίηση ζώντας σ’ αυτό το ανανεωμένο Παρίσι, με τον πολύχρωμο κόσμο να συνωστίζεται στους δρόμους, να πηγαινοέρχεται νωχελικά στους μεγάλους περιπάτους, να μεταφέρει εμπορεύματα, να μεθοκοπάει, να ζητιανεύει. Είναι ένας από αυτούς ή και όλοι μαζί. Είναι ένας flâneur (ένας αργόσχολος), που μετατρέπει την περιπλάνησή του σε ποίηση. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο αποστρέφει τα μάτια του από τη συμβατικότητα και την ηθικολογία και συναντάει απρόσμενες ηδονές, βλέπει ανθρώπους «μακιγιαρισμένους», βλέπει «αθώα τέρατα» κι όλα αυτά είναι τα ποιητικά του θέματα. Μαγεύεται και αηδιάζει.
  
           Gustave Caillebotte (1876), Le Pont de l’Europe.
            Λάδι σε καμβά. Γενεύη, Musée du Petit Palais.

Εκτός από τα Fleurs du Mal, η λέξη spleen και το αίσθημα που αυτή περιγράφει κάνει την εμφάνισή της σε ένα έργο του Baudelaire που εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, το Le spleen de Paris (Η μελαγχολία του Παρισιού). Πρόκειται για 51 πεζά ποιήματα, δηλαδή για μια ποίηση ελάχιστα συμβατική, για ένα υβρίδιο, που αποτυπώνει όλη την ένταση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας με τις δυνατότητες που αυτή ανοίγει. Ο Baudelaire ζει αυτές τις δυνατότητες στην πιο ακραία τους όψη. Μαγεύεται και αηδιάζει και πεθαίνει, το 1867, περνώντας μέσα από τα ναρκωτικά και τον έρωτα, χτυπημένος από σύφιλη.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Το διήγημα του μήνα (Αύγουστος 2013)

Το διήγημα του Αυγούστου από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η μουσική του καλύτερου μέλλοντος


Ο καλύτερος μουσικός
είναι αυτός που δεν γνωρίζει τη θλίψη
της πιο βαθιάς ευτυχίας
Νίτσε


Πραγματικά μοναχικός άνθρωπος, και η μόνη περίπτωση που δικαιολογώ γι’ αυτήν την επιλογή, είναι ο δημιουργός. Ένας λογοτέχνης χωρίς μολύβια, ένας ζωγράφος χωρίς μοντέλο, ένας μουσικός χωρίς ορχήστρα, μπορεί να έχουν ανάγκη τους άλλους ανθρώπους, μα είναι σίγουρο πως, για να ανιχνεύσουν τη θλίψη της πιο βαθιάς ευτυχίας, χρειάζονται την εμπειρία αυτού που προσπαθεί να ανακαλύψει μια σταγόνα δροσιάς στην έρημο της Αραβίας. Ο μοναχικός δημιουργός το τελευταίο που χρειάζεται είναι ο παρηγορητικός λόγος, η βοήθεια από τον πλησίον, το ύπουλο γυναικείο χάδι, η ελπίδα.


Ο Ξένιος από μικρός έδειξε την αγάπη του στους ήχους και την κλίση του στη μουσική. Ό,τι κι αν έπιανε στα χέρια του μεταμορφωνόταν, με έναν μαγικό τρόπο, σε μουσικό όργανο. Συχνά οι άλλοι γύρω του μπέρδευαν το παίξιμό του με το αηδόνι του μεσονυχτίου, τη στιγμή που με τις υψηλές νότες του αποκάλυπτε τον μεγάλο του έρωτα στο σιωπηλό θηλυκό, ή το μπέρδευαν τα πρωινά με τον χαρούμενο και αδηφάγο κηρομύτη. Πολλές φορές πίστεψαν πως ακολουθούσαν το κύμα του πελάγους που σκάει στα ρηχά και κάποιες άλλες ακολουθούσαν, γεμάτοι περιέργεια, το θρόισμα αραχνοΰφαντης νυχτικιάς μιας γλυκιάς παρθένας την πρώτη νύχτα του γάμου της.


Όταν ο Ξένιος έγινε είκοσι χρονών διαπίστωσε πως όσα τον περιέβαλλαν φυλλορροούσαν όπως τα πρώιμα άνθη της άνοιξης. Μια παράξενη ιδέα τού καρφώθηκε στον νου: πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Και, επειδή οι ιδέες είναι πιο ισχυρές ακόμα και από τις πιο δυνατές αλυσίδες, δραπέτευσε από το πατρικό του σπίτι και ανέβηκε στο βουνό που οι παρυφές του άρχιζαν έξω από τα όρια της πόλης. Λίγο πριν από την κορυφή του βουνού βρήκε μια σπηλιά και εγκαταστάθηκε.
Οι άνθρωποι της μικρής του πόλης από πολύ παλιά έλεγαν, μεταξύ σοβαρού και αστείου, πως η τρέλα δεν πηγαίνει στα βουνά, αλλά, μετά την απόφασή του να φύγει μακριά από την πόλη τους, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο τρελός άνθρωπος πηγαίνει στα βουνά. Μάλιστα, δεν έχασαν την ευκαιρία να τον λοιδορήσουν, να πουν κουβέντες που δεν θα έλεγαν αν ζούσε ακόμα ανάμεσά τους, να προσβάλουν τους δικούς του.


Ο Ξένιος ποτέ δεν έμαθε όσα έλεγαν πίσω από την πλάτη του, μα κι αν τα μάθαινε, σίγουρα θα φούσκωνε από χαρά, γιατί μια ιδέα τού είχε καρφωθεί στον νου από τότε που ήταν μικρό παιδί, πως οι πολλοί λίγες φορές έχουν το δίκιο με το μέρος τους.
Εκεί, στη μοναξιά του, προσπάθησε να ανακαλύψει τη δισημία των ήχων. Αν και δεν είχε μεγάλη εμπειρία από τη ζωή, αν και οι νέοι άνθρωποι, στα είκοσι χρόνια τους, δεν μπορεί παρά να είναι ανέμελοι και ευτυχισμένοι, τον Ξένιο τον βασάνιζε η υποψία πως τα πράγματα έχουν δύο όψεις και γι’ αυτό δύο σημασίες.
Είδε, λοιπόν, πως:
Το σιωπηλό φεγγάρι, όταν είναι ολόγιομο και κάτω από το βάρος του ασημιού, βγάζει μικρές πονεμένες κραυγές.
Είδε ακόμα το αστέρι που σιωπηλά διέσχισε τον σκοτεινό ουρανό σέρνοντας πίσω του ένα σύννεφο από φωτεινές επιθυμίες, έπεσε με δύναμη στα νερά του ωκεανού, τρομάζοντας με τον παφλασμό του τον ναύτη την ώρα που σφύριζε έναν μελαγχολικό σκοπό περπατώντας πέρα-δώθε στη γέφυρα του ποντοπόρου πλοίου.


Δεν ήσαν λίγες οι φορές που ο Ξένιος περίμενε, λίγο πριν χαράξει, την ανατολή των χρωμάτων. Για όσους έχουν την ικανότητα να μεταπλάθουν τα χρώματα σε ήχους, αυτή η μουσική σπάει τα τύμπανα του στερεώματος.
Με την ίδια χαρά περίμενε την ώρα του δειλινού.
Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό. Παρατήρησε, από εκεί ψηλά που βρισκόταν, με τι ηδονή, μετά από μια κοπιαστική ημέρα, ο νεαρός εργάτης της γης έτρωγε ψωμί με λάδι. Την ίδια ώρα, στο πίσω δωμάτιο του σπιτιού, η αρραβωνιαστικιά ξέβγαζε τα μαλλιά της με νερό και ξύδι. Στο κρεβάτι είχε στρώσει καθαρά σεντόνια. Το φάρμακο της δικής της κούρασης ήσαν οι μικρές κοφτές κραυγές της.
Απ’ όταν έφυγε για το βουνό, πολλοί κάτω στην πόλη τον είπανε φυγά. Μα η φούγκα που χάραξε με τον αυλό του πάνω στο μάρμαρο γλύκανε τις κατηγόριες τους.
Άφησε τη σκέψη του να ταξιδέψει, πολλές φορές το έκανε αυτό, στη νότια άκρη της Λευκής Θάλασσας, εκεί όπου αρχίζει η έρημος. Άνοιξη ήταν, τότε που οι αμμοθύελλες σέρνουν μυριάδες μικρές-μικρές νότες και φτιάχνουν μ’ αυτές το νυφικό σεντόνι της άνυδρης φύσης. Αλλά και τον αρκτικό κύκλο επισκέφτηκε, εκεί που έχουν χίλιες λέξεις για να περιγράψουν το χιόνι και μοναχά μία για τον έρωτα.


Ζούσε τόσο συναρπαστικά πάνω σ’ εκείνο το βουνό που, αν και δεν είχε βρει ακόμα τη θλίψη της πιο βαθιάς ευτυχίας δεν τον ένοιαξε. Δεν τον ένοιαξε ούτε όταν ο ήλιος καμπάνιζε μεσούρανα και τίποτα -μα τίποτα- δεν μπορούσε να του κρυφτεί. Μόνο τον υποψίασε, τέλος του καλοκαιριού ήταν, το τραγούδι των τζιτζικιών, μα δεν ήθελε να πιστέψει πως ένα τόσο δα σκαθάρι προσπαθεί να χαρεί κάθε στιγμή πριν χωθεί στο δικό του κιβούρι, στη σιωπηλή γη του πρώιμου φθινοπώρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όλα τα έργα που κοσμούν το διήγημα είναι του Νίκου Εγγονόπουλου

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

23o Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας στην Αθήνα


Το 23ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας, που οργανώθηκε από τη Fédération International des Sociétés de Philosophie και από την Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία, είναι εδώ και δύο ημέρες παρελθόν. Δεν είναι, όμως καθόλου παρελθόν όλα όσα αποκομίσαμε από αυτό.


3000 σύνεδροι από 105 χώρες του κόσμου μαζευτήκαμε στην Αθήνα για να μιλήσουμε για φιλοσοφία: να ανταλλάξουμε απόψεις, να διατυπώσουμε σκέψεις, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε, να γνωριστούμε ανθρώπινα, να κερδίσουμε ο ένας από τον άλλον. Πολλές –πάρα πολλές- συνεδρίες να γίνονται παράλληλα, εμείς να τρέχουμε λαχανιασμένοι, ό,τι περισσότερο ακούσουμε τόσο μεγαλύτερο το όφελος. 


Τα θέματα κάλυπταν όλους τους τομείς της φιλοσοφίας και πολλά από αυτά ήσαν ιδιαιτέρως προκλητικά (για παράδειγμα: Leonard Cohen: philosophy, music, song ή Aspects de l’œuvre prolifique de Cornelius Castoriadis, philosophe de l’autonomie sociale et individuelle ή ακόμα The analytic-continental divide)  και οι περισσότεροι από τους ομιλητές  εξαιρετικά ενδιαφέροντες.

  
Βρήκα πολύ εποικοδομητικό να παρακολουθήσω φιλοσόφους από την Κίνα, την Ιαπωνία, το Καζακστάν, την Ουκρανία, το Νεπάλ, την Ινδία, ώστε να διαπιστώσω τον τρόπο που εκείνοι σκέφτονται, να ενημερωθώ για τις δικές τους φιλοσοφικές αναζητήσεις, για τη δική τους φιλοσοφική παράδοση, αλλά και για τον τρόπο που προσλαμβάνουν τη δυτική φιλοσοφική παράδοση.


Μύθοι της φιλοσοφίας, όπως ο Αλέξανδρος Νεχαμάς και o Jürgen Habermas (o Umberto Eco δυστυχώς δεν ήρθε, αν και ακούσαμε την εισήγησή του), αλλά και άλλοι πολύ σπουδαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Simon Critsley, ο Pascal Engel, o Evandro Aggazi, o William McBride, o John McDowell, o Dermot Moran, ήσαν εκεί.



Εκτός από τις συνεδρίες που πραγματοποιήθηκαν μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο, άλλες τέσσερις συνεδριάσεις έγιναν σε τόπους εμβληματικούς για τη φιλοσοφία: στην Πνύκα η πιο φορτισμένη από όλες, κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης και με τον Παρθενώνα ολόφωτο, στο μαγευτικό τοπίο της Καλλιρρόης, στις όχθες του Ιλισσού, εκεί όπου ο Πλάτων εξηγούσε στον νεαρό Φαίδρο τη διπλή φύση του έρωτα, στην πλατωνική Ακαδημία και στο αριστοτελικό Λύκειο.


Η εξαιρετική συναυλία στο Ηρώδειο, η θεατρική παράσταση με τίτλο Σοπενάουερ του Θεοδόση Πελεγρίνη, η έκθεση με τίτλο «Art in the Age of Crisis», η συναυλία του Χρήστου Τσιαμούλη με την οποία έκλεισε το Συνέδριο και το Συμπόσιο που παρατέθηκε την τελευταία ημέρα προς τιμήν των Συνέδρων, μαζί με τη συγκίνηση όλων των συνέδρων επειδή αυτό το Παγκόσμιο Συνέδριο γινόταν στην Αθήνα, όλα αυτά βοήθησαν ώστε τούτη η διοργάνωση να έχει και τον χαρακτήρα μιας μεγάλης γιορτής της φιλοσοφίας.   




Το νέο ραντεβού είναι για το 2018 στην πόλη Beijing της Κίνας!