Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Δεκέμβριος 2013)


Το χριστουγεννιάτικο διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Το παλτό


Όλοι οι άνθρωποι, πριν από τα δικά μου χρόνια, μιλούσαν για το δύσκολο παρελθόν τους. Άλλος για τη φτώχεια του, άλλος για την ορφάνια του, άλλος για τον κατατρεγμό του, άλλος για την ξενιτιά, όλοι μα όλοι είχαν να λένε για κάτι άσχημο και μπορώ να πω πως έτσι ήταν, αν μπορούσα να διακρίνω την αλήθεια μέσα από τις ρυτίδες τους και τα πρώιμα γηρατειά τους. Ήσαν δύσκολοι καιροί, το θυμάμαι πολύ καλά κι ας έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Οι αλλαγές στην Ελλάδα δεν ακολούθησαν αυτό που λέμε τη φυσική πρόοδο. Σαν να ήσαν ξεχασμένες ή ακόμα φυλακισμένες σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια που το δίκιο βρισκόταν περισσότερο σ’ ένα όνειρο παρά σ’ έναν κόσμο χειροπιαστό.


Αυτός ο χειροπιαστός χρόνος είχε χειμώνες και καλοκαίρια, μα, όπως όλοι ξέρουμε, τα καλοκαίρια είναι πιο ευχάριστα από τους χειμώνες, καθώς τα καλοκαίρια δεν κρυώνεις. Άλλοτε κάτω από τον ίσκιο της κληματαριάς και άλλοτε κάτω από το νερό της θάλασσας φέρναμε στα ίσα τη θερμοκρασία μας, άσε που το διασκεδάζαμε κιόλας. Είναι εύκολο το καλοκαίρι. Βολεύεσαι χωρίς πολλές έννοιες. Με ένα μαύρο βρακί βγάζαμε τρεις μήνες. Τα παπούτσια ήσαν περιττά. Οι υποχρεώσεις ελάχιστες.


Ο χειμώνας όμως ήταν άλλο πράγμα, ήταν δύσκολη εποχή, μα το χειρότερο ήταν πως υπήρχε παντού. Υπήρχε μέσα και έξω από τα σπίτια. Υπήρχε στους λασπωμένους δρόμους, πάνω στα ρούχα μας, στις μύτες μας, στα χέρια και στα πόδια. Υπήρχε στα σφιγμένα μάτια, στις κοφτές λέξεις, στα καμπουριασμένα από το κρύο κορμιά. Κι ακόμα, μπαίνοντας ο χειμώνας, χάναμε την ανεμελιά μας και ξαναγυρίζαμε στις υποχρεώσεις μας, που δυστυχώς ήσαν κι αυτές ταυτισμένες μαζί του.
Ο χειμώνας δεν υπήρχε μόνο στους δρόμους, αλλά και στη σχολική τάξη. Τα χνώτα θόλωναν τα τζάμια, απ’ όπου έτρεχαν, σχηματίζοντας αυλάκια, οι υγροποιημένοι ατμοί. Δεν ήσαν λίγες οι φορές που κάναμε την ανάγνωση με μουσική υπόκρουση το κροτάλισμα των δοντιών, και την ίδια στιγμή ενώναμε τα γυμνά μας γόνατα, μήπως ξεκλέψουμε λίγη ζεστασιά ο ένας από τον άλλον, ενώ τα χέρια μας χώνονταν ενστικτωδώς στις πιο ζεστές και απόκρυφες γωνιές του κορμιού μας. Στα διαλείμματα εφευρίσκαμε του κόσμου τις κινήσεις και ξοδεύαμε τα τελευταία υπολείμματα θερμίδων στα τρεχαλητά και σε άκομψα πειράγματα.
Λίγα αγόρια από την τάξη μου ήσαν καλοντυμένα, φορούσαν κάτι σαν παλτουδάκι πάνω από τα ρούχα τους και κορόιδευαν τον χειμώνα και όσους τρεμούλιαζαν. Ένα είδος υπαρξιακής ζήλιας κυριαρχούσε τότε, σαν οι άλλοι να είχαν ένα ποδάρι παραπάνω, ένα χέρι παραπάνω ή να ήσαν ένα κεφάλι πιο ψηλοί, και τους κακολογούσαμε στα κρυφά.  
Μα και στο σπίτι ο χειμώνας κυριαρχούσε. Μια μικρή ξυλόσομπα ζέσταινε μόνο την κουζίνα και όποιος κοιμόταν εκεί ήταν ο τυχερός της οικογένειας. Στα υπόλοιπα δωμάτια κρυφοκοίταζε ο βοριάς μέσα από τις χαραμάδες.


Η διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο ήταν κι αυτή μέρος του χειμώνα. Γυμνοί οι δρόμοι από ανθρώπους, όπως γυμνά ήσαν και τα φυλλοβόλα δέντρα. Τα χρόνια του δημοτικού πέρασαν με ένα τσόχινο κοντό παντελονάκι. Ένα κοντό παντελόνι για κάθε χρόνο. Ένα κοντό παντελονάκι, που το φορούσα από τη Δευτέρα μέχρι το Σάββατο. Το Σάββατο το μεσημέρι πλενόταν για να φορεθεί ξανά τη Δευτέρα το πρωί. Την άνοιξη όμως άρχιζε η αποσύνθεση, και τα ξεφτίσματα κρέμονταν απ’ όλες τις μεριές. Με το τέλος της σχολικής χρονιάς άλλαζε χρήση και γινόταν πρώτη ύλη για τις κουρελούδες.
Τις βροχερές ημέρες ούτε ομπρέλα ούτε αυτοκίνητο με προστάτευε. Τα πόδια κοκκίνιζαν από το ξεροβόρι και τη βροχή και η μοναξιά ήταν έντονη, ιδιαίτερα όταν έβλεπα κάποιους, λίγους είναι η αλήθεια, γονείς να περιμένουν τα παιδιά τους με την ομπρέλα έξω από το σχολείο. Κάποιες φορές ήμουν πιο τυχερός, καθώς συναντούσα τον γείτονά μου τον «Γάλλο», τον καροτσέρη, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του. Ήταν ένας ξερακιανός βλάστημος τύπος, από τον οποίο έμαθα όλες τις απαγορευμένες λέξεις. Πήδαγα πάνω στο κάρο του και σκεπαζόμουν με έναν χιλιοτρυπημένο μουσαμά που τον χρησιμοποιούσε για να καλύπτει όσα εμπορεύματα δεν έπρεπε να βραχούν. Έτσι, προστατευμένος από τη βροχή και τον αέρα, είχα την πολυτέλεια να παρατηρώ τον κόσμο μέσα από τις τρύπες του μουσαμά.


Τελείωσα το δημοτικό και θα πήγαινα στην πρώτη γυμνασίου. Σεπτέμβρης ήταν όταν ο πατέρας μου με πήγε στον ράφτη να μου πάρει μέτρα για παντελόνια. Δυο φανελένια μακριά παντελόνια του παράγγειλε.
«Πόσο κάνουν;», ρώτησε τον ράφτη.
«Τόσο», του απάντησε.
«Ωραία. Θα σου δίνω αυτά τα χρήματα κάθε μήνα. Συμφωνείς;»
«Εντάξει», του απάντησε ο ράφτης.
Φεύγοντας έκανα έναν γρήγορο υπολογισμό. Για να ξεχρεώσει ο πατέρας μου τα παντελόνια μου θα έπρεπε να πληρώνει τον ράφτη τους επόμενους έξι μήνες.
Εκείνο τον χειμώνα μου μπήκε η ιδέα του παλτού. Σαν τελειώσω την πρώτη γυμνασίου, είπα μέσα μου, και θα είναι ευχαριστημένοι από μένα, θα ζητήσω να μου αγοράσουν ένα παλτό. Τελείωσε η σχολική χρονιά και ήρθε το καλοκαίρι. Μα ακόμα και μέσα στην ανεμελιά του καλοκαιριού, αυτή η ιδέα δεν με άφηνε. Είχε γαντζωθεί στον νου μου όπως το χταπόδι στα χέρια του ψαρά. Σαν έφτασε ο επόμενος Σεπτέμβρης, ο πατέρας μου με πήρε και ξαναπήγαμε στον ράφτη.
«Δυο φανελένια παντελόνια», του παράγγειλε.
Έγινε ξανά ο ίδιος διακανονισμός και φύγαμε με μένα να κάνω τους ίδιους συλλογισμούς. Τους επόμενους έξι μήνες έπρεπε να πληρώνει τα παντελόνια μου. Τι να του ζητήσω μετά απ’ αυτό; Για πόσους μήνες έπρεπε να πληρώνει ένα παλτό; Παραμέρισα την ιδέα του παλτού και μετέθεσα την επιθυμία μου για την επόμενη χρονιά, όταν θα περνούσα στην επόμενη τάξη και θα ήσαν όλοι διπλά ευχαριστημένοι από μένα. Μα το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και το επόμενο φθινόπωρο, και το μεθεπόμενο, ώσπου τελείωσε το σχολείο και μπήκα μοναχός και δίχως παλτό στην περιπέτεια της ζωής όπου, δόξα τω θεώ, αρκετά καλά τα κατάφερα.


Πέρασαν τα χρόνια και η τύχη το έφερε να βρεθώ με την οικογένειά μου στις Βρυξέλλες. Εκεί λύσαμε πολλά προβλήματα. Περισσότερα χρήματα, καινούριες εμπειρίες, τα παιδιά έμαθαν κι άλλες γλώσσες, έμαθαν την όπερα, τα θέατρα, τον Μολιέρο, τον Μπαχ, γνώρισαν μέρη που μέχρι τότε τα ήξεραν μόνο μέσα από τα βιβλία της ιστορίας και της γεωγραφίας, είδαν πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από την παλάμη τους και κουράζεσαι να τον περπατάς. Τα ντύσαμε με ωραία ρούχα, με όμορφα παπούτσια και όλα τα σχετικά. Αγοράσαμε κι εμείς όμορφα και ακριβά ρούχα και νιώσαμε υπέροχα μέσα σ’ αυτόν τον καταναλωτικό παράδεισο.
Κι εκεί, τον τελευταίο χειμώνα που περάσαμε στην πρωτεύουσα της Ευρώπης, κυνηγώντας τις εκπτώσεις μαζί με χιλιάδες καλοπληρωμένους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έπεσα πάνω σ’ ένα παλτό. Ήταν ένα πανέμορφο καμηλό παλτό Burberry, και ήταν σαν να το είχε φτιάξει ο σχεδιαστής στα δικά μου τα μέτρα. Το δοκίμασα με κρυφή χαρά. Πρώτη φορά φορούσα παλτό και ήμουν σαράντα οχτώ χρονών.


«Τι να το κάνω;», λέω στη γυναίκα μου, «σήμερα δεν υπάρχουν χειμώνες, δεν κρυώνει ο κόσμος πια, δεν θα το φορέσω ποτέ, τζάμπα θα πάνε τα λεφτά».
«Σου το κάνω δώρο», μου είπε με νόημα, καθώς γνώριζε την ιστορία αυτού του απωθημένου, και μου το αγόρασε.
Έτσι, σήμερα, χωρίς απωθημένα πλέον, φοράω τις ημέρες των Χριστουγέννων το παλτό μου και καμαρώνω σαν γύφτικο σκεπάρνι, και η γυναίκα μου διηγείται στα παιδιά, για χιλιοστή φορά, την ιστορία του παλτού, για να μαθαίνουν, λέει, πως σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν πράγματα αυτονόητα.

Πηγές για τις εικόνες:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου