Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Σεπτέμβριος 2013)


Σεπτέμβριος και το διήγημα του μήνα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η μοναδική βεβαιότητα


Σήμερα το πρωί, ψαχουλεύοντας στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου, έπεσα πάνω στις παράξενες ιστορίες του Ευγένιου Ζουρνταίν με τίτλο Ιστορίες της δικιάς μου Ανατολής. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1901 και από μια ιδιοτροπία του συγγραφέα κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα. Πίστευε ο Ευγένιος Ζουρνταίν πως όσο πιο περιορισμένος είναι ο αριθμός των αντιτύπων ενός καλού βιβλίου τόσο πιο πολύτιμο γίνεται. Παραξενιά θα πει κάποιος, μα φαίνεται πως με παραξενιές στολίζεται η ιστορία του κόσμου.


Διάβασα από αυτό το βιβλίο τρεις συνεχόμενες ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι και μια.

Η πρώτη ιστορία:

«Ο ξεχασμένος Κέλτης βασιλιάς, με ένα όνομα χαμένο στον λαβύρινθο της ιστορίας, προκειμένου να νομιμοποιήσει τη βασιλεία του, θυσιάζει τη μια και μοναδική φορά που απαιτεί η παράδοση μια ντουζίνα υπηκόους του, με πρώτο τον πρωτότοκο γιο του, στο όνομα κάποιας θεάς που στο στόμα των απλών ανθρώπων λεγόταν μάγισσα. Η μάγισσα δηλώνει την παρουσία της περνώντας μέσα από τα φυλλώματα των δένδρων και είναι πάντα αγριεμένη αφού έρχεται  με τους αέρηδες των μικρών ημερών. 


Ο Κέλτης βασιλιάς, υποταγμένος στα παιχνίδια της φαντασίας, σηκώνει τα χέρια του στον ουρανό και επικαλείται αυτό που δεν καταλαβαίνει. Πιστεύει πως το αντίδοτο στην αταξία των ανέμων είναι η υποταγή. Και η μέγιστη υποταγή είναι η θυσία της ύπαρξής τους». Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Η βεβαιότητα είναι η δύναμη των αμαθών». 


Η δεύτερη ιστορία:
«Δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα, σε μια προσπάθεια προσδιορισμού του ρόλου του, λέει ο ηγεμόνας των ηγεμόνων: «Από όλες μου τις ιδιότητες κρατάω αυτήν που μου δίνει την περισσότερη δύναμη». Και κράτησε την ιδιότητα του ηγεμόνα των ηγεμόνων. Όταν άλλαξαν οι καιροί και έκανε με το κάρο το τελευταίο του ταξίδι, διαπίστωσε πως το ατσάλινο λεπίδι της  γκιλοτίνας είχε τη μεγαλύτερη δύναμη, αφού δεν του αντιστεκόταν ούτε ο ηγεμόνας των ηγεμόνων». 

Και η τρίτη ιστορία:
«Ο μεγάλος σοφός που το όνομά του δεν χάνεται στον λαβύρινθο της ιστορίας, μολονότι δεν γνωρίζουμε αν πράγματι υπήρξε ή είναι δημιούργημα του βιογράφου του, ξεκινάει τις έρευνές του με ένα παλιό αξίωμα:  
«Δεν γνωρίζω τίποτα και πρέπει να μάθω».
Δεν στρέφει τα μάτια του στον ουρανό αλλά στη γη.
«Αρκετά σκαλίσαμε στον ουρανό», λέει. «Καιρός να δούμε και τον κήπο μας».
Παίρνει μια πρόχειρη γραφίδα και ιχνογραφεί στο φρεσκοστρωμένο χώμα:
Η βεβαιότητα είναι η δύναμη των αμαθών.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που πρωτοσκάλισε τον κήπο του. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει προ πολλού και τα πόδια του ίσα που τον κρατούσαν. Άπειρες φορές έγραψε και έσβησε τις σκέψεις του δίχως να καταλήξει πουθενά. Η νύχτα αναιρούνταν από την ημέρα και η ημέρα από τη νύχτα. Αυτό που τον παραξένευε πιο πολύ ήταν η ευκολία με την οποία γινόταν αυτό.
«Τι θα κρατήσω τελικά από όλα αυτά;», αναρωτιόταν κατά καιρούς. «Όλα τα γράφω και όλα τα σβήνω. Μόνο τη βεβαιότητα της εναλλαγής δεν μπόρεσα να αναιρέσω όλα αυτά τα χρόνια».


Την επόμενη εαρινή ισημερία, τότε δηλαδή που η νύχτα με την ημέρα έχουν την ίδια διάρκεια, επιβεβαίωσε με την απώλεια της ύπαρξής του τη μοναδική βεβαιότητα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου